Άλλο λογέν είν’ – Ανέκδοτο Κοτυώρων Πόντου – Χατζηπάνου Παπαδοπούλου Κατερίνη -Λαϊκές ιστορίες (ανέκδοτα) Πόντου
Οι Ορδουλούδες όντας επερίσευαν ατς τα κολονκύθα̤ εφόρτωναν ατα σα καϊκια και επέγναν σ’ άλλα τα πολιτείας να πουλούν ατα. Μίαν πα ερούξαν σα Σούρμενα, άμαν σα καϊκια ‘κές κανένας Σουρμενίτες ‘κ̌’ εσούμωσεν να αγοράζ’ κολονκύθα̤.
Οι καϊκτσήδες με τα χ̌ίλα̤ παρακαλίας εδέκαν χωρίς παράδες κάμποσους νομάτ’ς 20-30 κολονκύθα̤ για να δοκιμάζ’ν ατα. Σα πέντε έξ’ ώρας απάν’ εκξ̌ύαν οι Σουρμενίτ’ σο γιαλόν με τα καλάθα̤ κι ερχίνεσαν τ’ αγόρασμαν. Αέτς πα σα δύο ώρας απέσ’ τα καϊκια ευκαιρώθαν. Ατο η δουλεία κάμποσα χρόνα̤ επέγ’νεν αρ’ αέτς. Άμαν έναν χρονίαν η Ορτού κ̌ι είεν κολονκύθα̤ και οι καϊκτσήδες εφόρτωσαν καρπούζα̤ και επήγαν σα Σούρμενα. Οι Σουρμενίτ’ εκξ̌ύαν ξάν’ κι εγόρασαν ούλα̤ τα καρπούζα̤. Ίνας ασ’ σοι καϊκτσήδες εγέντον μισαφίρτ’ς σ’ έναν Σουρμενίτικον οσπίτ’. Εκάτσαν να τρώγ’νε. Τερεί ο καϊκτσής, ντο τερείς; Το γαλατοκολόνκυθον ντο έφεραν, καρπουζί πιπίλα̤ είχ̌εν απέσ’. Εγροίξεν ντο εγέντον, άμαν λαλίαν ‘κ̌΄εβγάλ’. Ο Σουρμενίτες σίτα̤ έτρωγεν λέει ατον: «Πατριώτη, αδά σο σεφέρ τα κολονκύθα̤ σουν έμορφα, τρανά, κόκκινα έσαν, άμαν η νοστιμάδα ‘τουν άλλο λογιέν έν…άμον τα παλαιά ‘κ̌΄είναι». Άλλο λογέν είν’ – Κοτυώρων Πόντου – Χατζηπάνου Παπαδοπούλου Κατερίνη
Λεξιλόγιο
• Λογέν - λογιέν = είδος
• Ορδουλούδες = Ορδού – Ορτού, η πόλις Κοτύωρα του Πόντου. Ορτού σημαίνει στρατόπεδο στην τουρκική. Ορδουλούδες στην τοπική διάλεκτο είναι οι κάτοικοι της Ορδούς.
• Ερούξαν = βρέθηκαν. Φράση: «Κι͜α ντο να εφτάμε; Ερούξαμε» δεν έχει τη σημασία του «πέσαμε» αλλά ότι βρεθήκαμε σε δυσμένεια ή ότι έχουμε καταλήξει ή καταντήσει κάπου.
• χ̌ίλα̤ = χίλια
• νομάτ’ = νοματαίοι – άνθρωποι
• εκξ̌ύαν = χύθηκαν – ξεχύθηκαν
• αρ’ αέτσ’ = κατ’ αυτόν τον τρόπο, έτσι
• Άμαν (επιφώνημα) = όμως
• κ̌ι είεν = δεν έβγαλε – δεν παρήγαγε
• ‘ξάν – αξάν = πάλι, εκ νέου
• ούλα̤ = όλα
• μισαφίρτ’ς = μουσαφίρης (τουρκική λέξη: φιλοξενούμενος)
• ντο τερείς; = συνήθης έκφραση κατά το ελληνικόν: Κοιτώ και τι να δώ!
• γαλατοκολόνκυθον = φαγητό (σούπα) που γίνεται με γάλα και κολοκύθι
• καρπουζί πιπίλα̤ = σπόροι καρπουζιού
• εγροίξεν = κατάλαβε, κατανόησε
• σεφέρ = αραβική λέξε sefer = ταξίδι, εκστρατεία (εδώ έχει και την έννοια της παρτίδας)
• έσαν = ήσαν, ήταν
Άλλο λογέν είν’ – Κοτυώρων Πόντου – Χατζηπάνου Παπαδοπούλου Κατερίνη -Λαϊκές ιστορίες (ανέκδοτα) Μνημεία λόγου της Ποντιακής φιλολογίας στα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα των Ελλήνων του Πόντου
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
