• Home
  • Γλώσσα
  • Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Β΄ Μέρος)

Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Β΄ Μέρος)

Ομάδα εκδρομέων της Τραπεζούντας στο παρχάρι της Δανείχας • ταής (τουρκική) dayi = θείος
• γαζούχ (τουρκική) kazik (καζίκι) = παλούκι
• μιλλέτ (αραβική) millet = έθνος, λαός, πλήθος

• πεγενεύκουμαι – πεγιανεύκουμαι (τουρκική) beyenmek = αρέσω, αρέσκομαι
• ιραβάν (τουρκική) rahvan = εύλογο
• μεσέλ (τουρκική) masal (μασάλι) = παραμύθι, ιστορία
• πουγαλεύκουμαι (τουρκική) bunalmak = στενοχωρούμαι, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
• πεϊχοτά̤ (περσική) beyhude = αδίκως, μάταια
• αρτ̌ούκ (τουρκική) artik = πια
• κουρταρεύω & γουρταρεύω (τουρκική) kurtarmak =σώζω, γλιτώνω
• κο̤ζέ (τουρκική) goze = κεφαλόβρυσο (goz – γκιόζ = μάτι)
• σ̌ισ̌έ (τουρκική) sise = μπουκάλι
• σ̌ελέκ (τουρκική) selek = φόρτωμα στην πλάτη ανθρώπου
• ζαβαλής (τουρκική) zavalli = καψερός, κακόμοιρος
• σουμαρλαεύω (τουρκική) ismarlamak = παραγγέλνω
• παλτούρ (τουρκική) baldir = μηρός
• κουρουλεύκουμαι (τουρκική) = κορδώνομαι, επιχειρώ
• κολαϊλαεύω (τουρκική) = ευκολύνομαι (απ’ το κολάϊ)
• νέϊσα & νέϊσε (τουρκική) = όπως κι αν έχει, τέλος πάντων
• κατσ̌ακτζήδες (τουρκική) = λαθρέμποροι
• ίλλα̤ (τουρκική) = προπάντων
• μα̤χτούπα̤ (τουρκική) = επιστολές
• τουττουρεύ’ ατον (τουρκική) = δίνω αφορμή να πιαστεί κάποιος
• έϊ σενή (τουρκική) = βρε εσύ
• χιντζίρς (τουρκική) = αλητήριος, αχρείος, διάβολος
• ζάπτ (τουρκική) = κατάσχεση, κατακράτηση
• τσ̌οζάν (τουρκική) = πρόστιμο
• τιβανελούκ (τουρκική) = παλαβομάρα. Φράση: Μέτα̤ χα τιβανα̤λούχ τ’ εμόν = διάολε, παλαβομάρα που την έχω
• σοούντα (τουρκική) = τουλάχιστον
• τοπλαεύω (τουρκική) = μαζεύω, συγκεντρώνω
• αγέρ’ (τουρκική) = σέλα
• πίρ σιλάχ (τουρκική) = πάνοπλος
• τελήγαλους, τεληκανλής (τουρκική) νέος
• γιοσμάς (τουρκική) = λεβέντης
• γουλούτσ̌ (τουρκική) = σπαθί
• εγνάεψα (τουρκική) = κατάλαβα
• τουσ̌μάν (τουρκική) = εχθροί
• εγουσ̌τούρεψεν (τουρκική) = κυνήγησε
• εγιανάσ̌εψεν (τουρκική) = πλησίασε
• παχσ̌ούσ̌, μπαχτσίσι (τουρκική) = δώρο
• επ̌έγι, επ̌εεί (τουρκική) = αρκετά
• μετζητιέν = τουρκικό νόμισμα ίσο με τέσσερις ασημένιες δραχμές του Βασιλέως Γεωργίου Α΄
• τ̌ιτ̌ίης, τιτίζης (τουρκική) = ιδιότροπος
• ετ̌αζουρλάευεν (τουρκική) = μάλωνε, επέπληττε
• κ̌εμπρέν (τουρκική) = κοπριά ζώου
• τζ̌άνουμ (τουρκική) = ψυχή μου
• τζαναβάρ (τουρκική) = άγριο ζώο, θηρίο
• γουζεμένος (τουρκική) = θυμωμένος
• αγναεύω (τουρκική) = κατανοώ, καταλαβαίνω
• εσ̌τέ & ισ̌τέ (τουρκική) = ιδού, να
• τσ̌αϊλά̤γος = γεράκι
• τεϊ = δήθεν
• ιχτάτσ̌ είναι = έχουν την ανάγκη
• κ̌ουσ̌κούρ = σκληρό, σβουνιά, αποξηραμένο περίττωμα αγελάδας
• μέτα = καημένε (συγκοπή του γαμέτα)
• χαζούρ & χαζίρ (τουρκική) = έτοιμο
• τζικάρα̤, τσικάρα̤ = σωθικά
• πασμάν (τουρκική) = ύφασμα
• πατμάν (τουρκική) = μονάδα μέτρησης βάρους
• πεσπελί (τουρκική) πες πελλί = ολοφάνερα
• άρτ̌ουκ, αρτούχ (τουρκική) = πιά
• γαϊσ̌ (τουρκική) = δερμάτινη ζώνη Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο Β μέρος

Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Β΄ Μέρος) Πηγή: Χρονικά του Πόντου.  Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944  Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία

Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ