Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (Γ΄ Μέρος)
• ατλής (τουρκική) atli = καβαλάρης (at = το άτι)
• γιαπτιρεύω (αραβική) yaptirmak = παραγγέλνω
• σουμαρλαεύω (τουρκική) = παραγγέλνω
• ζαμάνι (αραβική) zaman = καιρός (φράση: χρόνια και ζαμάνια)
• ιμαντσίζ (τουρκική) imansiz = άθρησκος
• τινσίζ (τουρκική) dinziz = άπιστος
• κιοζετεύω (τουρκική) gozetmek = προσέχω
• ορκεύω (τουρκική) urkmek = τρομάζω
• παρτσ̌αλαεύω (τουρκική) parcalamak = κομματιάζω
• περεκέτι, μπερεκέτι (αραβική) Bereket = πλούτος
• σααπής (αραβική) sahip = νοικοκύρης
• σοεύω (τουρκική) soymak = κλέβω
• τακεύω (τουρκική) takmak = κρεμάω
• ταρλάς (τουρκική) tarla = χωράφι
• τουζάνι, ντουζάνι (τουρκική) dozen = αργαλειός
• τσ̌ακπούνης, τσακπίνης (τουρκική) cakpin = μάγκας
• παζλαμάτσ̌α̤ = καλαμποκίσιες πίτες
• καβουρεύω, γαβουρεύω = καβουρδίζω
• τσ̌α̤βζά̤, τσ̌εβζ̌έ, τσ̌εζβέ (τουρκική) = μπρίκι του καφέ
• χαμάν, αμάν (τουρκική) = αμέσως
• μασ̌αλλάχ (τουρκική) = μπράβο – να μην αβασκαθείς
• τσ̌αρτζ̌ής (τουρκική) = πλανόδιος μικροπωλητής
• σερκή (τουρκική) εκθέματα σε παγκάκια
• τσ̌ιζή (τουρκική) = γραμμή
• εποαλέφτεν, επουγαλέφτεν (τουρκική) = βαρέθηκε
• πορσούφς = ασβός
• μαραφέτ, μαραφέτι (τουρκική) = τρόπος, μέθοδος
• γορόσ̌α (τουρκική) = γρόσια (χρηματική μονάδα)
• ατσ̌αϊπ (τουρκική) = περίεργο
• Σεμερτσ̌ιλέρ πασ̌ή = τοποθεσία στο εμπορικό τμήμα της Τραπεζούντας Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο Γ' Μέρος
• χαπέρα̤, χαμπέρ, χαμπέρι, χαπάρι (τουρκική) = είδηση
• χαμάλμπασ̌ης (τουρκική) = αρχιχαμάλης
• λεχιμλαεύω (τουρκική) = κλείνω τις τρύπες με κόλληση
• τεμπιχλαεύω (τουρκική) = δίνω εντολή, παραγγελία, οδηγίες
• κολαεύω (τουρκική) = προσέχω, παρακολουθώ
• κα̤τσ̌ινεύω, κετσ̌ινεύω (τουρκική) = βιοπορίζομαι, περνώ, ζώ
• βερκία (τουρκική) = φόροι
• τ̌οπ̌ούζ (τουρκική) = σφαίρες, μπάλες
• επιρικ̌εύταν (τουρκική) = μαζεύτηκαν
• γουζεύω & κουζεύω (τουρκική) = θυμώνω
• εχαζουρλάεψεν (τουρκική) (εκ του χαζίρ=έτοιμο) = ετοίμασε
• εγιρίεψεν (τουρκική) = όρμησε
• τσ̌ανίζω = ραντίζω, σκορπώ
• τοπλαεύω (τουρκική) = μαζεύω, συγκεντρώνω
• το̤νιούμα̤ (τουρκική) = στρέμματα
• βερκιλία (τουρκική) = εύφορα, προσοδοφόρα
• γιανασ̌εύω (τουρκική) = πλησιάζω (γιάν-γιανά = δίπλα-δίπλα)
• κ̌ιουτζ̌ανεύκουμαι, κουτσ̌ανεύκουμαι (τουρκική) = συγκινούμαι
• κ̌ατσ̌αν (τουρκική) = χοντρό μάλλινο ή τρίχινο υφαντό
• σ̌ούρσ̌ουμα (τουρκική) = χαράματα
• τ̌αλεύω (τουρκική) = βουτώ, βάζω χέρι
• τ̌εντ̌ελίζω = παραπατώ
• ινσάνογλους (τουρκική) = άνθρωπος, γιός ανθρώπου
• π̌αργιάλισμαν (ίσως εκ του π̌αρλαεύω = αστράφτω, λάμπω) = λάμψη, αστραφτερό γυάλισμα
• τσ̌ατίν (τουρκική) = δύσκολο
• τ̌επ̌εκόης (τουρκική) = κύκλωπας (τ̌επ̌έ = κορυφή & κιό̤ζ =μάτι, αυτός που έχει το μάτι του στην κορυφή δηλαδή στο κεφάλι)
• γουσ̌τουρεύω (τουρκική) = κυνηγάω, καταδιώκω
• ατλαμάδες (τουρκική) = βήματα, πηδήματα
• εβλάεψεν (τουρκική) = έψαξε
• εσ̌ουπ̌ελενεύτεν (τουρκική) = υποψιάστηκε
• τσ̌αϊρ (τουρκική) = γρασίδι
• παϊρ, μπαϊρι (τουρκική) = ανήφορος
• γερά, γεράδες (τουρκική) = πληγές
• ζα̤γκίντς (τουρκική) = πλούσιος
Συνεχίζεται . . .
Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο (Γ΄ Μέρος) Πηγή: Χρονικά του Πόντου. Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944. Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
