• Home
  • Γλώσσα
  • Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (ΣΤ΄ Μέρος)

Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο (ΣΤ΄ Μέρος)

Αστική οικογένεια του Σπυρίδωνα Μαρμάνη (Παπαδόπουλου) στον Πόντο • γαϊτά, γαϊτέ, καϊτέ (τουρκική) = σκοπός, μελωδία
• κ̌εϊφ (τουρκική) = κέφι
• πεα̤νεύκουμαι, πεγιανεύκουμαι (τουρκική) = αρέσω, καταδέχομαι
• τσ̌αρέ (περσική) care = μέσον, θεραπεία
• νέϊσα, νέϊσε (τουρκική) ne ise = τέλος πάντων

• ίτσ̌ ((περσική) hic = καθόλου
• τσ̌ογάπ (αραβική) = απάντηση
• τσ̌ούνκ̌ι (περσική) = διότι  Αραβοπερσικές και τουρκικές λέξεις στην Ποντι(α)κή διάλεκτο Στ' Μέρος
• αρκατάσ̌ους, αρκαντάς, αρκαντάσης (τουρκική) arkadas = σύντροφος
• τ̌εμενά̤χ, τεμενάς, ντεμενάς (αραβική) temennah = χαιρετισμός με σκύψιμο του χεριού και ύψωση του μετά στο μέτωπο
• μπουγιούρ (τουρκική) buyurmak = ορίστε, κοπιάστε, περάστε
• καβάλ, καβάλι, γαβάλ (τουρκική) = φλογέρα
• αφερίμ, άφεριμ (περσική) aferin & aferim = εύγε
• ερίφ (αραβική) herif = άνθρωπε
• ρεντσ̌ιπέρτς (τουρκική) renceper = γεωργός
• τεγμέ (τουρκική) degme = σπάνια, ποτέ
• εξούκ (τουρκική) eksik = ξίκι, λειψό
• κουρνάης (τουρκική) kurnaz = τσιγγούνης, πονηρός
• μουκ̌ασίρτς (τουρκική) = φιλάργυρος
• πασ̌τουρεύω (τουρκική) bastir = δεν αφήνω να πατήσει κανείς
• μουταράδες (τουρκική) mudara = πρόχειρα, προσωρινά, τιποτένια
• τακ̌άτ (τουρκική) takat = δύναμη, ισχύς
• αραεύω (τουρκική) aramak = ζητώ, αναζητώ
• πελίτ (τουρκική) pelit = βελανιδιά
• τσ̌ιράχς (τουρκική) cirak = παραγιός, το τσιράκι
• σ̌αγέτ (τουρκική) sayet = άξαφνα
• π̌ά̤λκιτ, π̌έλκι (τουρκική) belki = ίσως
• τσ̌ανάκια (τουρκική) canak =πιάτα
• χαμαλούκια, χαμαλίκι (τουρκική) hamallik = τα μεταφορικά, (χαμάλης = αχθοφόρος)
• τεβεκελής (τουρκική) tevekkeli = χασομέρης, βλάκας
• σαγλάμ (τουρκική) saglam = γερό
• τ̌εκ̌ελτέρκα (τουρκική) = σαχλά, αστεία
• σ̌άπκα (τουρκική) sapka = πηλήκιο, καπέλπ
• τα̤λίμ (τουρκική) talim = άσκηση
• σαλτατλίχ (ρωσοτουρκική) = στρατιωτική υπηρεσία
• σ̌ινέλι (ρωσική) = χλαίνη, στρατιωτικός μανδύας
• μουναφούκς (αραβική) munafik = διπρόσωπος, συκοφάντης, υποκριτής
• χανεκιάρτς (περσική) hanekar = νοικοκύρης, κτηματίας
• ερα̤ζέδες (αραβική) arz – erazi = εκτάσεις, περιοχές
• ταϊφάν (αραβική) tayfa = οικογένεια
• τεβλέτ, δοβλέτι, ντοβλέτι (αραβική) devlet = κυβερνείο, κυβερνητικό
• τσ̌ατάλ, τσ̌ατάλα (τουρκική) catal = διχαλωτό, σφεντόνα
• βουντάχ (τουρκική) kundak = φασκιωμένο βρέφος
• πέκιαμ, πέλκι (τουρκική) belki = ίσως και
• εντσ̌ερέν & τεντσ̌ερέν, τέντζερη (τουρκική) tencere = χύτρα
• ταμλάν, ταμπλάς (τουρκική) damla = αποπληξία
• αχμάκ, αχμάκης (αραβική) ahmak = βλάκας, ηλίθιος
• σολούχ (τουρκική) soluk = αναπνοή
• μάσ̌ανλαχ, μάσαλαχ, μασαλάχ (τουρκική) nasallah = να μην αβασκαθεί
• σερσέμς, σερσέμης (τουρκική) sersem = χαζός
• γαϊλέεμαν (τουρκική) yayla = διαμονή στην εξοχή, yayla = παρχάρι
• τζ̌ανίκ (τουρκική) canik = καμπίσια, παράλια πόλη
• ζορλαεύω (τουρκική) sorlamak = πιέζω, βιάζω (zor=πίεση)
• χουζμεκιάρτς (τουρκική) hizmetkar = υπηρέτης (χουσμέτια = υπηρεσίες)
• γετ̌ίμ (τουρκική) yetim = ορφανός
• παϊρ (τουρκική) bayir = ανήφορος
• τεπ̌έ (τουρκική) tepe = κορυφή
• πισ̌μανεύω, πουσ̌μανεύω (τουρκική) pisman = μετανιώνω Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία

Πηγή: Χρονικά του Πόντου. Οι αραβοτουρκικές και περσικές λέξεις στα παρόντα αφιερώματα αλιεύονται από μύθους, ιστορίες και λαϊκές διηγήσεις του περιοδικού Χρονικά του Πόντου εκδόσεως 1944

Διαλεκτολογία Πόντου – Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ