Το αλάϊ στην ποντιακή διάλεκτο και η έκφραση αλάϊ - μαλάϊ
To Αλάϊ. Για το αλάϊ καταγράφονται οι ακόλουθες τρείς ερμηνείες (εκδοχές) της λέξεως. 1) Μοίρα στρατού, 2) Περιληπτικά, τα πρόσωπα της συντροφιάς. 3) Το σύνολο των προσώπων που πάνε σε βαφτίσια, γάμο κτλ. (από το βυζαντινό αλλάγιον).
Στους Έλληνες του Πόντου υπήρχε κάποτε το έθιμο να πηγαίνει ο νουνός (δεξάμενος) στο σπίτι του βρέφους που θα βάφτιζε με τη συνοδεία (αλάϊ) των καλεσμένων του. Από εκει όλη η πομπή (καλεσμένοι του νονού και των γονιών) κατευθύνονταν στην εκκλησία για το μυστήριο της βαφτίσεως. Σ' άλλα μέρη όμως ο νουνός με το αλάϊ του πήγαινε κατευθείαν στην εκκλησία, όπου και περίμενε να προσέλθουν η μαμή με το βρέφος στην αγκαλιά κι οι καλεσμένοι των γονιών. Το αλάϊ του γαμπρού αποτελεί την ιδιαίτερη συντροφιά του), τον κύκλο των προσώπων που τον περιστοιχίζουν και συμπορεύονται μαζί του στο γάμο. Η φράση «αλάι μαλάι» υπάρχει ως λαϊκή έκφραση και την συναντούμε συχνά στην ποντιακή διάλεκτο. Χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει μια κατάσταση ασυνάρτητη, χαοτική ή μια παρέα-πλήθος που είναι ανοργάνωτη. Αναλυτικότερα σημαίνει «ανακάτωμα», «ανοργανωσιά», «και ο μήνας έχει εννιά» (με την έννοια του χαοτικού ή του ατέρμονου) ή «ο καθένας για πάρτη του». Η λέξη «αλάι» όπως είπαμε παραπάνω προέρχεται από το βυζαντινό «αλλάγιον» (στρατιωτικό σώμα) ή το τουρκικό alay (παρέα, συντροφιά, πλήθος). Το «μαλάι» λειτουργεί συνοδευτικά για έμφαση και ομοιοκαταληξία χωρίς να έχει κάποια άλλη ερμηνεία ή ετυμολόγηση. Παραθέτω κι ένα σχετικό δίστιχο: "Αρνί μ’ τα τονατέματα σ’, αλάϊ – μαλάϊ τα κάλλα̤ σ’ περιστερόπα κελαηδούν σ’ έρημον την εγκάλ͜ια σ’"
Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
