Φορκάλ, σπογγίζω, χοσέτ', χοχόλ' και τα παράγωγα τους. Ιδιωματικές λέξεις της Ποντι(α)κής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του κ. Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη
Σκούπα = σπογγιχτέρ'(ιν) το, φορκάλ'(ιν), φουρκάλ', φροκάλ', οικιακό εργαλείο με το οποίο καθαρίζουμε έναν χώρο από σκόνες, σκουπίδια κ.τ.λ., σάρωθρο.
Σκούπα φούρνου = η καταμάγια, σπόγγη, σπόγγια. Αποτελείται από κουρελόπανα δεμένα στην άκρη κονταριού. Με την καταμάγια καθαρίζουν τον πυρωμένο φούρνο, αφού την βρέξουν πρώτα, για να φουρνίσουν αμέσως μετά τα ψωμιά (φουρνόπανο).
Σκούπα από κλαδιά θάμνου = τζαροφόρκαλον, τζαροφούρκαλον, τσουχαβέλ'(ιν), τσαχαβέλ', τσοχαβέλ'.
Σκούπα από θάμνο αγκαθωτό = το αχάντ'(ιν).
Σκούπα από κλαδιά έλατου = το τσ̌ίκουτον.
Σκούπα για συγκέντρωση σταχυών = το τζαρευτέρ'(ιν).
Σκουπιδαριό = η τσ̌οπλίκα η, σκουπιδότοπος. Ιδιωματικές λέξεις της Ποντι(α)κής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του κ. Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη Σκούπα,Σκουπίδι, Σκουπόφυτο
Σκουπίδι = το ζεπίλ'(ιν), μουρμούθ'(ιν), φουρκαλίδι, χοσ̌ότ'(ιν), χοσ̌έτ', χοχόλ'(ιν). Σκουπιδάκι = χοχολόπον
Σκουπίδια = τα ταλάσ̌α̤, το γύρωμαν. Κάθε τι που είναι άχρηστο και το πετούμε, απόρριμμα. Παροιμία: «Ας αχ̌ύρα̤ χοσ̌έτα̤ καθαρίζ'» (λέγεται για εκείνον που ματαιοπονεί). Φράση: «Χοχόλιν φαίνεται σ' ομμάτι μ'» (τον κρίνω άξιο περιφρόνησης).
Κάνω σκουπίδια = χοχολήζω, χοχολώνω, χοχολώ.
Μαζεύω σκουπίδια = τσαρεύω.
Σκορπίζω σκουπίδια = χουσκώνω,
Σκουπιδοσωρός = χοχολάρ(ιν) ουδέτερο επίθετο. Αυτό που περιέχει σκουπίδια. Τραγούδι: «Εσύ εμέν' ετάϊζες κριθάριν χοχολά̤ριν κ' επότιζες θολόν νερόν ας σο βροθακολίμνιν (έτσι λέει το άλογο «βροθακολίμνιν» = νερό όπου λιμνάζουν πολλά βατράχια).
Σκουπίζω = σπογγίζω, σπουγγίζω, σπουντζίζω, φουρκαλώ, φορκαλώ, φουρκαλίζω, φορκαλίζω, φροκαλίζω. Καθαρίζω με σκούπα, σαρώνω. Παροιμία: «Τσ̌άντζον και μη τσ̌ανίεις, σπόγξον και μη σπογγίεις» (λέγεται για αντιφατικές διαταγές).
Σκουπίζω επιπόλαια = τζαρεύω, παράγωγο: Τζάρεμαν.
Σκουπίζω με πανί τα σκεύη που πλένονται = αποσπογγίζω.
Σκούπισμα = σπόγγιγμαν το, σπόγγιμαν, σπόγγισμαν, φουρκάλεμαν, φουρκάλισμαν, φουρκάλιμαν, φορκάλεμαν, η φροκάλη. Το καθάρισμα με σκούπα.
Σκουπόφυτο = η φουρκαλίτα, η φροκαλίτα, το ζαλότ'(ιν). Φυτό από το οποίο γίνεται η σκούπα.
Σκουπόφυτο για μικρές σκούπες = η τζ̌ικουτίτζα.
Σκουποχτύπημα = η τζικουτέα, τσουχαβελέα, φουρκαλέα, φορκαλέα, φροκαλέα, φρουκαλέα, φοκαλέα. Χτύπημα με σκούπα. Ποντιακή Διαλεκτολογία, Ιδιωματισμοί της ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία
Ιδιωματικές λέξεις της Ποντι(α)κής διαλέκτου από το ανέκδοτο λεξικό του κ. Δημητρίου Σ. Νικοπολιτίδη
Διαλεκτολογία Πόντου – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
