• Home
  • Γλώσσα
  • Έναν νερόν κι άλλο δώστ’ ατο (Ανέκδοτη διήγηση) Πηγή: Λάζαρος Ονουφριάδης – Αρμενοχώρι (Ποντιακά Φύλλα 1937)

Έναν νερόν κι άλλο δώστ’ ατο (Ανέκδοτη διήγηση) Πηγή: Λάζαρος Ονουφριάδης – Αρμενοχώρι (Ποντιακά Φύλλα 1937)

Έναν νερόν κι άλλο δώστ’ ατοΣον παλαίον σὸν καιρὸν οἱ ποπάδες ζόρικα εὑρήουσαν καὶ γιὰ νὰ ἐπάντρευεν κανεὶς γιὰ νὰ ἐβάφτιζεν ἔναν παιδίν ἔτρεχ̌εν ἡμέρες καὶ ἡμέρες γιὰ νὰ εὑρίκ’ ποπάν.

Σ’ ἔναν χωρίον πα ἔτυχεν νὰ γεννίεται ἔναν μωρὸν πολλὰ ἀδύνατον καὶ ἀρρωστι͜άρκον. Γιὰ νὰ μὴ ἀποθάν’ ἀβάφτιγον ἔστειλαν ἔναν ἐρίφ’ ν’ ἀραεύ’ ποπάν. Ἐρίφς ἀμὰν ἔτρεξεν ἀδά κι’ ἀκεῖ, πουθὲν κ̌’ ηὗρεν ποπάν. Σίτι͜α ἐγύριζεν ἐντάμωσεν σὸν δρόμον ἔναν γέρον γυρευόν, μὲ ἄσπρα γένια κ’ ἔναν μακρὺν μαῦρον παλτόν, μὲ τὸ στουράκ σὸ χέρ’ν-ατ’. Ἐθάρεσεν ποπᾶς ἐν, ἐπῆεν σιμά τ’, ἐκαλημέρ’τσεν ἀτον, ἐφίλεσεν τὸ χέρ’ν-ατ’ καὶ εἶπεν ἀτον:
— Πάτερ, τὴν εὐχ̌ή σ’ νὰ ἔχω. Ἔλα ἄς πᾶμε βαφτίζομε ἔναν μωρὸν ἄρρωστον, ἐχ̌ κι’ ἀποθάν’ τὸ μαῦρον, ἄς βαφτίζομ’ ἀτο νὰ μὴ ἀπομένωμε ἀφκὰ ΄ς σὸ κρίμαν.
Ὁ γυρευὸν πολλὰ κ̌’ ἐνοῦντσεν ἀτο. Ἐπῆεν μὲ τὸν ἐρίφ’ ‘ς σὸ σπίτ’ τῆ μωροῦ.
Ἄμον ντὸ εἶδαν ἀτον οἱ χωρέτ ἐσκῶθαν όλ’ σὸ ποδάρ, ἐχ̌ειροφίλησαν ἀτον.
— «Ἀσὸν οὐρανὸν ντ’ ἐράευα, ‘ς σῆν γῆν ηὕρατο», ἐνοῦντ’σεν ὁ ἐρίφς καὶ λέγει-ατς μ’ ἔναν θυμόν:
— Ἀφήστεν τὸ χ̌εροφίλεμαν καὶ φέρτεν ἄς βαφτίζωμε τὸ μωρόν.
Ἀρ’ νέϊσα ἔφεραν τὸ μωρόν. Ἐπῆρεν ὁ ποπᾶς ἔναν χαλκὸν νερόν, ἐσέγκεν ἐκειαπὲς δύο-τρία φορὰς τὸ μωρόν, εἶπεν καὶ ἕνα δυὸ τροπάρια ντὸ ἔξερεν ἀτα ἰμσά-ἰμσά κι’ ἐπεκεῖ ἐτέλειωσεν. Ἐκάτσεν ‘ς σὸ τραπέζ’ ἔφαεν, ἔπιεν, ἐπῆρεν καὶ ἔναν μετζητιέν. Ἀρ’ ἐχπάστεν νὰ φεύ’. Τὴν ὥραν ντὸ ἔφευεν κ̌’ ἐπόρεσεν νὰ φέρει-ατο ‘ς σὸ λογαριασμόν.
— Εὐλογημέν’ χριστιανοί, ἐσεῖς ἐχπάραξετέ ‘με, μὲ τὸν θάνατον τῆ παιδί. Καλὰ κ̌’ ἐφώτσαν ἀτο.  Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι

Λεξιλόγιο: • Ζόρικα = δύσκολα / ν’ αραεύ’ = να αναζητήσει, να ψάξει / γυρευός = ζητιάνος / στουράκ = ραβδί / ιμσά = μισά / μαύρον = καημένο / ερίφης = άνθρωπος / νέϊσα, νέϊσε (τουρκική) = όπως κι αν έχει, τέλος πάντων / εχπάστεν = ξεκίνησε / κ̌’ ἐπόρεσεν νὰ φέρει-ατο ‘ς σὸ λογαριασμόν = του κακοφάνηκε / εχπάραξατε ‘με = εκ του σπαράσσω = με τρομάξατε / Καλὰ κ̌’ ἐφώτσαν ἀτο = δεν το φώτισα καλά, δεν το βάφτισα καλά / Ένας ποπᾶς κι ἄλλο ἄν ἔρται ἀδακὲς, δόστ’ ατου ἔναν νερό κιἄλλο = εάν περάσει κανένας ακόμη παπάς από κατά δώ, δώστε στο μωρό ένα νερό ακόμη, δηλαδή ξανα-βαφτίστε το

Έναν νερόν κι άλλο δώστ’ ατο (Ανέκδοτη διήγηση) Πηγή: Λάζαρος Ονουφριάδης – Αρμενοχώρι (Ποντιακά Φύλλα 1937)

Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ