• Home
  • Γλώσσα
  • Γλώσσα, ήθη και έθιμα των Καυκασίων - Ο μύθος του Τεπέκιοη (κύκλωπα)

Γλώσσα, ήθη και έθιμα των Καυκασίων - Ο μύθος του Τεπέκιοη (κύκλωπα)

Απόφοιτοι της Γραμματικωβείου Εκκλησιαστικής Σχολής Θεοδοσίας της Κριμαίας της 18ης Μαΐου 1902Γλώσσα, ήθη και έθιμα των Καυκασίων «Η γλώσσα είναι το ίδιο το έθνος» Αδαμάντιος Κοραής

Είναι διαπιστωμένο από τη γλωσσική και ιστορική επιστήμη ότι ο ποντιακός κλάδος της ελληνικής φυλής διατήρησε ως ζωντανά στοιχεία της σύγχρονης ζωής του πολλά —ίσως τα περισσότερα— κατάλοιπα των δύο περιόδων (της αρχαίας και της χριστιανικής) του ελληνικού πολιτισμού, που είναι ενιαίος στις βαθύτερες ρίζες του. Συγκεκριμένα, διατήρησε πλούτο λέξεων με την αρχαιότατη σημασία τους αλλά και τις ίδιες τις αποχρώσεις της έννοιάς τους, μια μοναδική στην Ιστορία μαρτυρία για την πραγματική προφορά των αρχαίων Ελλήνων (π.χ. το ε της ιωνικής αντί για το η της κοινής αττικής: σίδερον, εργάτες κ.λπ.), γραμματικούς τύπους της αρχαίας, μύθους, παραδόσεις, ήθη και έθιμα της ομηρικής εποχής. Παράλληλα, διατήρησε βαθύτατη θρησκευτική πίστη και ευλάβεια, καθώς και ανάλογη σοβαρότητα κατά την εκτέλεση των λατρευτικών καθηκόντων (είναι ευρύτατα γνωστό ότι οι Πόντιοι του Καυκάσου ποτέ δεν βρίζουν τα θεία, θεωρώντας τέτοιες εκδηλώσεις αισχρή αναισχυντία και θανάσιμο αμάρτημα). Και πάνω απ' όλα, διατήρησαν τον ιδιαίτερο δυναμισμό της φυλής, τις ικανότητες και τις αρετές της, μεταξύ των οποίων και εκείνον τον χαρακτηριστικό και γόνιμο συντηρητισμό, χωρίς τον οποίο καμία διαδοχή, συνέχεια, αναγέννηση και προοδευτική εξέλιξη δεν είναι δυνατή. Τα ήθη και τα έθιμα, ως εκδηλώσεις αυθόρμητων/πηγαίων συναισθημάτων της λαϊκής ψυχής, που προκαλούνται από έκτακτα γεγονότα της ζωής και αναφέρονται σε εξαιρετικές περιστάσεις του ιδιωτικού βίου (γάμο, θάνατο κ.λπ.), εξαφανίζονται τελευταία από τη μνήμη του έθνους. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελούν ανεκτίμητο θησαυρό για τη λαογραφική μελέτη και σταθερό έδαφος για τις εθνολογικές έρευνες. Ούτε η θρησκεία, ούτε καν αυτή η ίδια η γλώσσα (που κατά τον Κοραή «είναι αυτό το ίδιο το έθνος») δεν έχουν τόσο βαθιές ρίζες στη λαϊκή ψυχή, όσο τα ήθη και τα έθιμα. Παρατηρήθηκε δε σωστά ότι, κατά τις ιστορικές περιπέτειες και τις μεταμορφώσεις των λαών, τα ήθη και τα έθιμα παραμένουν στην επιφάνεια της ζωής ως τα τελευταία ίχνη της αυθυπαρξίας του έθνους. Συχνά, μάλιστα, συνήθειες της παλιάς ζωής, που μεταφέρονται στη νέα, διατηρούν όχι μόνο τα εξωτερικά τους γνωρίσματα, αλλά και την εσωτερική τους σκοπιμότητα, κάτι που διαπιστώνεται από τη μη συμφωνία τους με το πνεύμα της νέας εποχής. Από τα ήθη και τα έθιμα αυτής της κατηγορίας, οι Καυκάσιοι διατήρησαν: τους κυκλικούς χορούς, αρκετές από τις συνήθειες της αρχαιότητας γύρω από τον γάμο, τις δοξασίες/πιστεύω για τους νεκρούς, καθώς και ορισμένα άλλα, η περιγραφή και η ανάλυση των οποίων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς μελέτης.
Οι μετανάστες του Καυκάσου μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους αυτή την πολύτιμη κληρονομιά του παρελθόντος και από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής τους κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τη διατηρήσουν, νιώθοντας και υπολογίζοντας σωστά ότι αποτελεί τιμητική διάκριση για όσους τη διαθέτουν —ένα «παράσημο», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, αντοχής στις ταλαιπωρίες τόσων αιώνων— αλλά και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ένα ανεκτίμητο μέσο αυτοσυντήρησης, άμυνας, ακόμα και επιβολής. Όσοι από τους Έλληνες έζησαν στη Ρωσία και τον Καύκασο θυμούνται με πόσο σεβασμό και εκτίμηση τους περιέβαλλαν ιδιαίτερα οι Γεωργιανοί και οι Ρώσοι. Και τα συναισθήματα αυτά δεν πήγαζαν μόνο από τις αναμνήσεις του παρελθόντος (τον σεβασμό των μαθητών προς τους δασκάλους), αλλά και από τις παρατηρήσεις του παρόντος. Οι Ρώσοι μελετητές, με την αντικειμενικότητα που τους διέκρινε, υποδείκνυαν συχνά στους συμπατριώτες τους ως παράδειγμα άξιο μίμησης τον «δραστήριο απόγονο του Οδυσσέα». (Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Ν. Β. Γκόγκολ, τον οποίο η κριτική τοποθετεί δίπλα στον Πούσκιν, τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, στο 2ο μέρος των «Νεκρών Ψυχών» —για να δώσει έναν θετικό τύπο της ρωσικής κοινωνίας— περιγράφει τον εκρωσισμένο Έλληνα Κωσταζόγλου. Αυτή η γνώση του ελληνικού χαρακτήρα από τον Γκόγκολ οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο γεγονός ότι ο συγγραφέας έζησε στο Νέζιν και σπούδασε στο περίφημο Ιστορικό-Φιλολογικό Ινστιτούτο του. Στην πόλη εκείνη, από την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, υπήρχε ελληνική παροικία που συντηρούσε ελληνικό σχολείο και εκκλησία. Εκεί ο Γκόγκολ γνώρισε τους «δραστήριους» Έλληνες και τους περιέγραψε. Οι Έλληνες του Νέζιν, όπως και όλων των παροικιών του εσωτερικού της Ρωσίας, κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος, απομονωμένοι καθώς ήταν, εκρωσίστηκαν. Μόνο οι καταλήξεις των επιθέτων τους προδίδουν την καταγωγή τους. Από τους Έλληνες του Νέζιν προερχόταν και ο Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Ελλήνων του Αντικαυκάσου, Ν. Σπηλιώτης, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Τιφλίδας). Τα στενά όρια της παρούσας μελέτης και ο σκοπός της δεν επιτρέπουν την εκτενή έρευνα των ειδικών θεμάτων που θίξαμε στην αρχή. Κρίνουμε όμως σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ μερικά δείγματα αυτής της κληρονομιάς και των καταλοίπων της, όπως τα διατήρησαν οι Καυκάσιοι. 
Και πρώτα απ' όλα τον Τεπεκόζ (τον Κύκλωπα του ομηρικού έπους), ως ένα σύνθετο δείγμα αυτής της κληρονομιάς του παρελθόντος.

Το παραπάνω κείμενο το έχω αποδώσει στην δημοτική γλώσσα και ακολουθεί το ίδιο κείμενο παρακάτω στην πρωτότυπη του γραφή (καθαρεύουσα σε πολυτονικό).

Γλῶσσα, ἤθη καὶ ἔθιμα τῶν Καυκασίων. «Ἡ γλῶσσα εἶναι αὐτὸ τὸ ἔθνος» 'Αδ. Κοραῆς
Εἶναι ἐξακριβωμένον ὑπὸ τῆς γλωσσικῆς καὶ ἱστορικῆς ἐπιστήμης, ὅτι ἡ ποντιακὴ διακλάδωσις τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς διετήρησε ὡς ζωντανὰ συστατικὰ τῆς συγχρόνου ζωῆς της πολλά, τὰ περισσότερα ἴσως, λείψανα τῶν δύο περιόδων (τῆς ἀρχαίας καὶ χριστιανικῆς) τοῦ ἑνιαίου εἰς τὰς βαθυτέρας ρίζας του ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ συγκεκριμένως πλοῦτον λέξεων μὲ τὴν ἀρχαιοτάτην σημασίαν των ὡς καὶ αὐτὰς τὰς ἀποχρώσεις τῆς ἐννοίας των, μοναδικὴν ἐν τῇ Ἱστορίᾳ μαρτυρίαν περὶ τῆς πραγματικῆς προφορᾶς τῶν ἀρχαίων ἑλλήνων (π.χ. τὸ ε τῆς ἰωνικῆς ἀντὶ τοῦ η τῆς κοινῆς ἀττικῆς—σίδερον, ἐργάτες κλπ.) (¹), γραμματικοὺς τύπους τῆς ἀρχαίας, μύθους, παραδόσεις, ἤθη καὶ ἔθιμα τῆς ὁμηρικῆς ἐποχῆς, βαθυτάτην θρησκευτικὴν πίστιν καὶ εὐλάβειαν καὶ ἀνάλογον πρὸς αὐτὰς σοβαρότητα κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν τῆς λατρείας (εἶναι εὐρύτατα γνωστόν, ὅτι οἱ ποντιοκαυκάσιοι οὐδέποτε ὑβρίζουν τὰ σύμβολα τῆς θρησκείας, θεωροῦντες τὰς ἐκδηλώσεις αὐτὰς ὡς ἀναξιοπρέπειαν ἐλεεινὴν καὶ ἁμάρτημα θανάσιμον). Καὶ ὑπεράνω ὅλων—τὸν ἰδιαίτερον δυναμισμὸν τῆς φυλῆς—τὰς ἱκανότητας καὶ ἀρετάς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν χαρακτηριστικὸν καὶ γόνιμον ἐκεῖνον συντηρητισμόν, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδεμία διαδοχή, συνέχεια, ἀναγέννησις καὶ προοδευτικὴ ἐπίδοσις εἶναι δυναταί. Τα ήθη και έθιμα, ως εκδηλώσεις πηγαίων συναισθημάτων της λαϊκής ψυχής, προκαλούμενες από έκτακτα γεγονότα της ζωής και αναφερόμενες εις εξαιρετικάς περιστάσεις του ιδιωτικού βίου (γάμον, θάνατον κλπ.), εξαφανίζονται τελευταία από την μνήμην του έθνους. Δι' αυτόν δε τον λόγον αποτελούν ανεκτίμητον θησαυρόν λαογραφικής μελέτης και σταθερόν έδαφος εθνολογικών ερευνών. Ούτε η θρησκεία, ούτε και αυτή η γλώσσα (που κατά τον Κοραή «είναι αυτό το έθνος») έχουν τόσον βαθείας τας ρίζας των εις την λαϊκήν ψυχήν, όσον τα ήθη και έθιμα. Παρετηρήθη δε ορθώς, ότι κατά τας ιστορικάς περιπετείας και μεταμορφώσεις των λαών τα ήθη και έθιμα παραμένουν εις την επιφάνειαν της ζωής ως τα τελευταία ίχνη της αυθυπαρξίας του έθνους. Συχνά, μάλιστα, συνήθειαι της παλαιάς ζωής, μεταφερόμεναι εις την νέαν, διατηρούν όχι μόνον τα εξωτερικά των γνωρίσματα, αλλά και την εσωτερικήν των σκοπιμότητα, διαπιστουμένης ταύτης εκ της ασυμφωνίας των προς το πνεύμα της νέας. Εκ των ηθών και εθίμων της κατηγορίας αυτής οι Καυκάσιοι διετήρησαν: τους κυκλικούς χορούς, αρκετάς εκ των περί τον γάμον συνηθειών της αρχαιότητος, τα περί των νεκρών πιστευόμενα, ως και άλλα τινά, η περιγραφή και ανάλυσις των οποίων δύναται ν' αποτελέση αντικείμενον αυτοτελούς μελέτης. Οἱ μετανάσται τοῦ Καυκάσου μετέφερον εἰς τὰς νέας πατρίδας των τὴν πολύτιμον αὐτὴν κληρονομίαν τοῦ παρελθόντος καὶ ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐγκαταστάσεώς των κατέβαλον ὑπερανθρώπους προσπαθείας ὅπως τὴν συντηρήσουν, διαισθανόμενοι καὶ ὑπολογίζοντες ὀρθῶς, ὅτι ἀποτελεῖ τιμητικὴν διάκρισιν δι' ὅσους τὴν διαθέτουν, παράσημον, οὕτως εἰπεῖν, ἀντοχῆς εἰς τὰς κακουχίας τόσων αἰώνων, ἀλλὰ δι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἀνεκτίμητον μέσον αὐτοσυντηρήσεως, ἀμύνης, ἀκόμη δὲ καὶ ἐπιβολῆς. Ὅσοι ἐκ τῶν ἑλλήνων ἔζησαν εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ τὸν Καύκασον ἐνθυμοῦνται μὲ πόσον σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν τοὺς περιέβαλον ἰδίως οἱ γεωργιανοὶ καὶ οἱ ρῶσσοι. Καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτὰ δὲν ἐπήγαζον ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος μόνο (τοῦ σεβασμοῦ μαθητῶν πρὸς διδασκάλους), ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ παρόντος. Οἱ ρῶσσοι μελετηταὶ μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτοὺς ἀντικειμενικότητα ὑπεδείκνυον συχνὰ εἰς τοὺς συμπατριώτας των ὡς παράδειγμα, ἄξιον μιμήσεως, τὸν «δραστήριον ἀπόγονον τοῦ Ὀδυσσέως». (Ὁ μέγας ρῶσσος συγγραφεὺς Ν. Β. Γκόγκολ, τὸν ὁποῖον ἡ κριτικὴ τοποθετεῖ δίπλα εἰς τοὺς Α. Ποῦσσσκιν, Λ. Τολστόϊ καὶ Δοστοέβσκι, εἰς τὸ 2ον μέρος τῶν «Νεκρῶν Ψυχῶν» διὰ νὰ δώσῃ ἕνα θετικὸν τύπον τῆς ρωσσικῆς κοινωνίας—περιγράφει τὸν ἐκρωσσισθέντα ἕλληνα Κωσταζόγλου. Ἡ γνῶσις αὐτὴ τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος ὑπὸ τοῦ Γκόγκολ ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ περιστατικόν, ὅτι ὁ συγγραφεὺς ἔζησε εἰς τὸ Νέζιν καὶ ἐσπούδασε εἰς τὸ περίφημον Ἱστορικο-Φιλολογικὸν Ἰνστιτοῦτόν του. Εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης ὑπῆρχε ἑλληνικὴ παροικία, συντηροῦσα ἑλληνικὸν σχολείον καὶ ἐκκλησίαν. Ἐκεῖ ὁ Γκόγκολ ἐγνώρισε τοὺς «δραστηρίους» Ἕλληνας καὶ τοὺς περιέγραψε. Οἱ Ἕλληνες τοῦ Νέζιν, ὅπως καὶ ὅλων τῶν παροικιῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Ρωσσίας, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ περιβάλλοντος, ἀπομονωμένοι ὅπως ἦσαν, ἐξερωσσίσθησαν. Μόνον αἱ καταλήξεις τῶν ἐπιθέτων προδίδουν τὴν καταγωγήν των. Ἐκ τῶν ἑλλήνων τοῦ Νέζιν προήρχετο καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου τῶν ἑλλήνων Ἀντικαυκάσου Ν. Σπηλιώτης, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Τυφλίδος). Τὰ στενὰ ὅρια τῆς παρούσης μελέτης καὶ ὁ σκοπός της δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἐν πλάτει ἔρευναν τῶν εἰδικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθίξαμεν ἐν ἀρχῇ. Κρίνομεν ὅμως σκόπιμον νὰ παραθέσωμεν ἐδῶ μερικὰ δείγματα τῆς κληρονομίας καὶ τῶν λειψάνων αὐτῶν, ὡς τὰ διετήρησαν οἱ Καυκάσιοι. Καὶ κατὰ πρῶτον λόγον τὸν Τεπεκὸζ (τὸν Κύκλωπα τοῦ Ὁμηρικοῦ ἔπους) ὡς σύνθετον δεῖγμα τῆς κληρονομίας αὐτῆς τοῦ παρελθόντος.

Στην σπηλιά του Κύκλωπα (Τεπεκόη ή Τεπέκιοη)Ὁ Τεπεκόης (Ὁ Κύκλωπας)
Ἔτον κ' ἔτον ἕναν καράβ' καὶ κάπ' ἐπέγνεν. Τὴν νύχταν σὴν θάλασσαν ἔπιάσαν-ἀτο τὰ φουρτοῦνας καὶ ἐπάτεψεν. Ὅλ' ποὺ ἔσαν ἀπὲς ἐφουρκίγανε. Δύ νομάτ' μοναχὸν ἐπρόφτασαν κ' ἐλάγκεψαν σὴν θάλασσαν. Σὸ μέρωμαν κὲς τὰ φουρτοῦνας ἐντῶκαν-ατς ἔξ'. Ἀσὴν πεῖναν κι' ἀσὴν ἀγρυπνίαν ἐπεθάνναν. «Γιὰ ἂς πᾶμε τεροῦμε — ἠμπορεῖ κατ' εὑρίκωμε καὶ τρώγωμε» εἶπανε. Ἐπῆγαν ἐδά, ἐπῆγαν ἀκεῖ—τιδὲν κ' εὗραν. Ὅλων ὕστερα ηὗραν ἕναν τρανὸν μαγαράν. Ἐσέβαν ἀπὲς καὶ ντὸ ἐλέπνε! Ἕναν τρανὸν σκαφίδ' γομᾶτον μαλέζ' κι' ἄλλ' ἕναν κι' ἄλλο γομᾶτον γάλαν. Ἀσὴν χαρὰν-ἀτουν ἐπέταξαν. Ἐσούμωσαν νὰ τρῶγνε, ἅμα ἐσυλλογίσταν πῶς θὰ τρῶνε χώρας φαγίν. Ἅμα ἡ πεῖνα κι σύρκεται. «Ἄς τρώγωμε» εἶπαν «κ' ἶν τἂν θέλτς ἄς γίνεται. Ὅυνταν θ' ἀποθάνιωμε ἀσὸν λιμὸν καλλίον μ' ἔν;» Ἔφαγαν ἔναξα μαλέζ' κ' ἔπαν ὀλίγον γάλαν κ' ἔκοψαν τὴν πεῖναν ἀτουν. Κ' ἐπεκεῖ ἐκάτσαν ν' ἀναπάγουνταν. Σὸ βράδον ἀπάν' ἐλέπνε ἀπομακρὰ εἶναν ἄνθρωπον ἀπαδὰ-κι'-ἀπὰν νὰ σουρευῖ ἕναν τρανὸν σουρὶν πρόβατα. Εἶσσεν μονάχον ἕναν ἀτόσον-ἀτόσον ὁμμάτ' ἀπὰν σὴν τεπιάν-ατ κι' ὅλον ἐκλίσκουντον-κα γιὰ νὰ ἐλέπ'. Ὅυνταν ἐσούμωσεν σὴν μαγαράν ἀτοῖν ἀσὸν φόβον ατουν ἐτρόμαξαν. Ἐκεῖνος ἄμον τὸν εἶδεν ἀτοῖν-τς ἐχάρην.
— Πῶς ἔτον κι' ἐρούξετε ἀδὰ σὸν τόπον; ἐρώτεσεν-ατς.
— Ἀὲτς κι' ἀὲτς ἔπαθαμ' καὶ ἔφαγαμ' ασ-εσὸν τὸ φαγὶν ὀλίγον. Συγχώρεσον μας, εἶπαν.
Ἐκεῖνος ἀτὸ ἐράευεν, ἐθύμωσεν καὶ λέει-ατς.
— Γιατί ἔφαγετε ἀσ ἐμὸν τὸ φαγίν; ἄρ' ἐγὼ πα θὰ τρώγω ἐσᾶς.
Καὶ ἐπίασεν, ἔσυρεν-ατς ἀπὲς σὴν μαγαράν μὲ τὰ πρόβατα καὶ ἐτσούπωσεν τὴν πόρταν μὲ ἕναν τρανὸν λιθάρ' νὰ μὴ ἐποροῦν καὶ ἀνοίγν'ατο.
— Ἄν ἐλέπετε τὴν κοτύλαν-εσουν—θὰ ἐλέπετε τὸ φῶς. Ἀὲτς τρῶγνε τ' ἀλλονῶν τὸ φαγίν! εἶπεν ἀπές-ατ κι' ἐρώτεσεν-ατς.
— Ντὸ ἔν τ' ὄνομαν ἐσουν;
Ὁ εἶνας εἶπεν τ' ὄνομαν-ατ. Ὁ ἄλλος κι' εἶπεν-ατο. «Ἐγὼ ἐνέσπαλα τ' ὄνομαμ» εἶπεν. (Σημ. Γ.Τ. Κατὰ μίαν ἄλλην παραλλαγὴν εἶπε: «Τ' ἐμὸν τ' ὄνομα ἔν «Κανείς»). Ὕστερα ἔφαγεν ὁ Τεπεκόης σὸ μίαν ὅλον τὸ μαλέζ' κι' ἐρούφιξεν ὅλον τὸ γάλαν. Κ' ἐπεκεῖ ἔφεν τ' ἄψιμον, ἔγχεν ἕναν ξυμυτὸν σίδερον, ἔξαψεν-ατο κι' ἐκάρφωσεν-ατο 'ς ἕναν πρόβατον, ἐχάντσεψεν-ατο ὀλίγον ἀπαγκὲς σὴν βρούλαν κι' ἀὲτς, ἄψετον καὶ ἄναλον ἐκούρτεσεν-ἀτο ὅλόεν. Ὕστερα ἔξαψεν ξὰν τὸ σίδερον καὶ ἐπῆγεν ἐκάρφωσεν ατο 'ς τὸν εἶναν ἄνθρωπον, ἐπῆρεν κι' ἀτον ἕναν βουκάν κ' ἐκούρτεψεν-ατον ὅλόεν. Ἔβαλεν ξὰν τὸ σίδερον νὰ ξάπτει-ἀτο καὶ νὰ τρώῃ καὶ τὸν ἄλλον ἅμα ἐνεγκάστεν καὶ ἡ κοιλία-τ' ἀσὸ πολλὰ τὸ φαγὶν ἐπρέστεν.
— Ἄς ἀπλοῦμαι κι' ἀπονεγκάσσκουμαι ἔναξα κ' ἐπεκεῖ σκοῦμκι τρώγω κι' ἀτόν, εἶπεν σὸν νοῦν-ατ ἀπές. Ὁ ἄλλος ὁ μαῦρον κι' ἄχαρον ἀσὸν φόβον-ατ ἐτρόμαζεν.
— Ἀοῦτος ἐμέν πα θὰ τρώγῃ, ντὸ θὰ φτάω!
Ὁ Τεπεκόης σίτια ἐνεπάγουτον ἐκοιμέθεν κι' ἐπέμνεν. Ἐκεῖνος ἄμον τὸ ἐτέρεσεν ὁ Τεπεκόης κοιμᾶται βαθέα ἐπῆγεν ἐξέγκεν τὸ σίδερον ἀσ'ἄψιμον καὶ ἐπῆγεν ἐκάρφωσεν-ατο ἀπὲς σὸ 'μμάτ' τῇ Τεπεκόης κι' ἐστράβωσεν-ατον. Ἀτὸς ἐλάγγεψεν χ' ἐσκῶθεν. Τρέσσ' ἀδάρ, τρέσσ' ἀκεῖ, χορολαγγεύει ἀσὸν πόνον-ατ καὶ πολεμᾶ νὰ πιάν' ατον. Ἐκεῖνος φέει ἀπαδὰ κι' ἀπακεῖ, κρύφκεται ἀνάμεσα σὰ πρόβατα καὶ κὶ πιάσσκεται.
Ὁ Τεπεκόης ἐτέρεσεν ἀὲτς κὶ θὰ γίνεται ἐξέβεν σ' ἔξ' τὸ μερέαν, ἐτσούπωσεν ἀποπίσατ τὴν πόρταν κι' ἐπάτεσεν κ' ἐσύριξεν. Σὸ μίαν ποὺ ἔταν κ' ἔταν ἐφύτρωσαν ἐκεκὰ πέντε-δέκα Τεπεκόης κ' ἐλέπν'ἀτον στραβόν. Ὀρωτοῦν ατον: «Ντὸ ἔπαθες;, τσ' ἐστράβωσε σε;» Ἐκεῖνος τιδὲν κ' ἔλεγεν. Ἀτοῖν πα εἶπαν ἀνάμεσα τους «Ἀφοῦ τιδὲν κὶ λέγει ἀλο ντὲ κούϊζεν ἐμᾶς. Αἴτε πᾶμε». Κι' ἐπῆγαν ἐδέβαν. Ὁ Τεπεκόης κ' ἐθέλεσεν τιδὲν νὰ λέγῃ-ατς γιὰ νὰ μὴ εὑρίκνε ἀτοῖν τὸν ἄνθρωπον καὶ τρώγνα-ατον. (Τὸ κρέας τ' ἀνθρώπ' ἔρθενα τον πολλὰ νόστιμον). Κ' ἀσὸ ἐδέβαν πλὰν ἐκεῖν' ἐσέβεν ἀπὲς σὴν μαγαράν καὶ ξὰν ἐράευεν, ἐράευεν, ἅμα κ' ἐπόρεσεν νὰ πιάν-ατον. 
Ἀτότε ὁ Τεπεκόης εἶπεν ἀπές-ατ :. «Ἀτώρα σίτια ἐβγάλω τὰ πρόβατα στέκω ἀπαν σὴν πόρταν κι' ἄν ἔρται καὶ διαβαίν' πιάν-ἀτον κι ἄν 'κ' ἔρται τσουπώνω ξαν τὴν πόρταν καὶ ἐμπαίνω ἀπὲς καὶ πιάν ατον». Ἔνοιξεν τὴν πόρταν κι' ἐστάθεν ἀπάν κι' ἀπ' ἕναν ἕναν πρόβατον ἐτέρνεν μὲ τὰ σέριατ κ' ἐδέβαζεν. Ἐκεῖνος πα ἐπῆγεν σὴν πόρταν καικὰ μὲ τὰ πρόβατα κι' ἄμον τὸ εἶδεν ἕναν τρανὸν κριάρι ἐσέβεν ἀφκάτ'-αθε καὶ σὰ τέσσερα ἀπάν ἐξέβεν ἀσὴν πόρταν κι' ὁ Τεπεκόης κ' ἐγροῖκσεν-ατο. Κι' ἄμον τὸ ἐδαῖβεν ἐδῶκεν-ἀτο φωτίαν, ἔφυγεν καὶ ἐκατῆβεν σὸ γιαλόν. Ὁ Τεπεκόης ἀσὸ ἐξέγκεν τὰ πρόβατα ξαν ἐράευεν. Καὶ ἐκεῖνος ἄμον τὸ ἐκατῆβεν σὴν θάλασσαν εἶδεν ἕναν καράβ' νὰ διαβέν. Ἐλάλεσεν-ατο μὲ τὰ σέριατ κι' ἔρθεν ἐπῆρεν-ατον κι' ἐπῆγεν ἐδέβεν. (Εἰς τὸ ἑπόμενον ἡ ἀνάλυσις τοῦ «Τεπεκόης» ἀπὸ φιλολογικῆς, ἱστορικῆς καὶ στενῆς γλωσσικῆς ἀπόψεως).

Πηγή: Ο εν Καυκάσω Ελληνισμός του κ. Γ. Τηλικίδη τέως προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου των Ελλήνων του Αντικαυκάσου και Επιθεωρητού των Σχολείων της Ελληνικής μειονότητος του Καυκάσου – Αναδημοσίευση στα Ποντιακά Φύλλα το 1937

Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ