• Home
  • Γλώσσα
  • Ο Θεός καλός έν’ – Διήγησις (Χαλδίας Πόντου ) Συλλογή Π. Β. Υψηλάντη

Ο Θεός καλός έν’ – Διήγησις (Χαλδίας Πόντου ) Συλλογή Π. Β. Υψηλάντη

Ο Θεός καλός έν’ – Διήγησις (Χαλδίας Πόντου ) Συλλογὴ Π. Β. Υψηλάντη Σὴ Καρσὶ τὸν πόλεμον πολλὰ στράτεμαν ἐδέβαινεν ἀσῆ Ταλταπὰν τῇ Κανὶ κ’ ἐπέγνεν σ’ Ἐρζιροὺμ καὶ σο Κὰρς ἀπὰν σὶν Ρουσάντς.

Ἕναν βράδον ἐγόνεψαν σὰ χάνια ἐκὰν χ̌ίλ΄ νομὰτ σουβαρῆδες. Ἕνας ζαπίτς ἐσούμωσεν σ’ ἀργαστὲρ τῇ Πάνωνος τ’ Ἀνεσίας τῇ Τεμιρτσῆ (ἀσὸ Τεμιρτσίκιοιν τῇ Μούζαινας).
— Σὰ ξημερώματα, εἶπεν-ἀτον, θέλομε σεράντα πατμάνια πέταλα καὶ δέκα πατμάνια καρφία. Ἄν ’κ̌’ ἔχις-ἀτα χαζούρια, θὰ πὲρ’ τὸ κιφάλι σ’ ὁ Πασᾶς.
Ἄχαρον ὁ Πάνον ἐχάσεν τὸ νοῦν-ἀτ. Ἐρχίνεσεν νὰ τρομάζ’ κι’ ἀσὸν φόβον ἀτ ἔφυεν ἡ γλῶσσ’ἀτ. Ἕνας καὶ μοναχὸς ὁ Πάνον (ἐκεῖνος ἔκαμνεν κ’ ἡ καρή-ἀτ ἡ Κερεκὴ ἐφύσανεν τὸ μαχὰν) ποῦ νὰ προφτὰν’ σ’ ἕναν νύχταν ἀπὲς νὰ ἑτοιμάζ’ ἀτόσον πρᾶμαν!!! Φάπρικαν μὴ ἔτονε, καὶ ποῦ θ’ εὑρίσκουν ἀτόσον σίδερον; Ἐσταύρωσεν τὰ χ̌έρι͜α-τ’ κ’ ἐκάτσεν κὰ, κλαίει καὶ κόσμον ’κ̌’ ἔχ̌’. Ἡ καρὴ-ἀτ ἡ Κερεκὴ εἶδεν-ἀτον καὶ ἐλῦεν ἡ καρδία τς.
— Ἔριφ, εἶπεν-ἀτον, μ’ ἐφτᾶς ἀέτς, ὁ Θεὸν καλὸς ἔν’. Τσὲ ξέρ’ γοὺς πουρνὰ ντὸ γίνεται; «Κιοῦν τογματὰν νελὲρ τογάρ.»
— Κάρη λέει ἀτεν, ντὸ λὲς, ντὸ καλὸς καὶ ξέκαλος ἔν ὁ Θεὸν, ἀσ’ ἀοῦτο τὸ κακὸν ’κ̌ι’ θὰ κουρταρεύκουμαι, τὸν πουρνὸν θὰ πὲρ’ ὁ Πασᾶς τὸ κιφάλι-μ’.
Ἄρ’ ἐσπάλτσαν τ’ ἀργαστέρ, ἐσέβαν ἀπὲς κ’ ἐρχίνεσαν νὰ παρακαλοῦνε τὸν Θεὸν νὰ κουρταρεύῃ-ἀτς. Ἐκατήβασαν τὴν φῶς καὶ τεγιὰμ κοιμοῦνταν. Σὰ ξημερώματα ἔρθαν ἐχτύπεσαν σὴν πόρταν-ἀτουν. Τῇ Πάνωνος τὰ χ̌έρι͜α καὶ τὰ ποδάρια ἐκόπαν. Ἡ Κερεκὴ σ̌ασ̌εμέντσα ἔνοιξεν τὴν πόρταν. Ἕνας ζαπίτς ἐσέβεν ἀπὲς κ’ ἐψαλάφεσεν τέσσερα καρφία. Τὴν νύχταν ἐπέθανεν ὁ Πασᾶς κ’ ἐθέλναν τέσσερα καρφία νὰ καρφῶνε τὸν κοῦπον-ἀτ. Ἔρθεν ἡ ψ̌ῆ ἀπὰν-ἀτουν. Ἀσ’ ἐδέβαιν πλὰν ὁ τοῦρκον, ἡ Κερεκὴ εἶπεν:
— Ἐγὼ ’κ̌’ εἶπα σε «Κιοῦν τογματὰν νελὲρ τογάρ». Ὁ Θεὸν καλὸς ἔν’, ἄρ’ ἀσ’ ἀοῦτο τὸ κακὸν πὰ ἐκουρτάρεψέ μας. Σοὺκ μὴ σ̌ασ̌εύ’ς, χάλασον τὸ μαχάν, σώρεψον τ’ ἀλέτζια ἄς φορτοῦμες καὶ πᾶμε χάμες σὸ Τεμιρτσίκιοην, ἀδὰ σὴν τσατέν ἀπὰν τὸ θὰ κερδέντς τὰ παράδας ἐξ̌ίκ’ ἄς ἔν’. Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι

Λεξιλόγιον:
• Ταλταπὰν = τοποθεσία, προάστειον τῆς Ἀργυρουπόλεως, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τραπεζοῦντος-Ἀργυρουπόλεως
• Ἐρζερούμ = Θεοδοσιούπολις / Ερζουρούμ = γη των Ρωμιών
• ἐκόνεψεν καὶ ἐγόνεψεν = τλ. ἐστρατοπέδευσεν
• σουβαρῆδες = ἱππεῖς
• ἐκὰν = περί, περίπου
• χ̌ίλ’ = χίλιοι
• χ̌ὶλ’-νομὰτ = χίλιοι ἄνθρωποι
• ζαπίτς = ἀξιωματικός
• ἀργαστέρ = ἐργαστήριον
• τεμιρτσ̌ὴς = τλ. σιδηρουργός
• πατμὰν = ἕξ ὁκάδες· Τουρκικὸ μέτρο
• χαζούρι͜α = τ.λ. ἕτοιμα
• θὰ πὲρ’ τὸ κιφάλι-σ’ = ποντ. ἔκφρ. θὰ σοῦ κόψῃ τὸ κεφάλι
• μαχὰν = φυσερό
• κλαίει καὶ κόσμον ’κ̌’ ἔχ’ = κλαίει μὲ τὴν καρδιά του
• ἐλύεν ἡ καρδία-τς = ποντ. ἔκφρ., τὸν ἐλυπήθη, ἔλυωσεν ἡ καρδιά της
• ἔριφ = ἄνδρα
• τσὲ = ποῖος, ἐκ τοῦ λατινικοῦ tius
• τσὲ ξέρ’ = ποῖος ξεύρει
• γοὺς = ἕως
• πουρνὰ = αὔριον
• κιοῦν τογματὰν νελὲν τογὰρ = τ. ἔκφρ. πρὶν γεννηθῇ ἡ ἡμέρα, ἡ αὐγὴ (πρὶν ξημερώσῃ) πόσα ἄλλα πράγματα μποροῦν νὰ γεννηθοῦν· ἀντίστοιχον μὲ τὸ ἀρχ. : πολλὰ μεταξὺ κύλικος καὶ χειλέων πέλει
• καρὴ ἢ γαρὴ = τουρκ. λ. γυναῖκα
• ντὸ λὲς = τί λέγεις, τί λές;
• κουρταρεύκουμαι = τ. λ. γλυτώνω
• ἐσπάλτσαν = ἐσφάλιξαν, ἔκλεισαν
• ἔρθαν = ἦρθαν
• τὰ χ̌έρι͜α-τ’καὶ τὰ ποδάρι͜α τ’ = ποντ. ἔκφρ. τοῦ κόπηκαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια
• σ̌ασ̌εμέντσα = λωλωμένη, (ἔχοντας τα χαμένα)
• ἐψαλάφεσεν = ἐζήτησεν
• κοῦπον = φέρετρον
• ἔρθεν ἡ ψ̌ῆ ἀπὰν-ἀτουν = ποντ. ἔκφρ. ἦλθε ἡ ψυχὴ των πάνω των, συνῆλθαν
• ἐδέβαιν πλὰν = ἀνεχώρησεν
• ἐξ̌ὶκ ἄς ἔν’ = ἄς λείψῃ
• σώρεψον = μάζεψε
• ἀλέτι͜α = ἐργαλεῖα
• τσατὲς = δημόσιος δρόμος

Ο Θεός καλός έν’ – Διήγησις (Χαλδίας Πόντου ) Συλλογὴ Π. Β. Υψηλάντη – Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937

Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ