• Home
  • Γλώσσα
  • Το μεγάλον το ψέμαν (παραμύθι) - Σάββας Σελαλματζίδης (γενν. 1910) από το Ερεκλί της Σαμψούντας του Πόντου

Το μεγάλον το ψέμαν (παραμύθι) - Σάββας Σελαλματζίδης (γενν. 1910) από το Ερεκλί της Σαμψούντας του Πόντου

Στον μύλο Τὸ μεγάλον τὸ ψέμαν (παραμύθι) - Σάββας Σελαλματζίδης (γενν. 1910), ἀγράμματος, συνταξιούχος ΙΚΑ, από το Ἐρεκλὶ της Σαμψούντας του Πόντου – Κάτοικος Αμπελοκήπων Δράμας

Σ σὴν χαμαιλέταν ἐπῆεν τὸ παιδὶν ν᾿ ἀλέθ᾿ τὰ κοκκία. Ἔρθεν κ' ἕνας θεῖος ν᾿ ἀλέθ κ᾽ ἐκεῖνος. Εἴπανε, ἂς εὐτάγω ἕναν τσορέκ', ἐγὼ νὰ βάλω τ' ἀλεύριν, ἐσὺ γιαβρούμε πα νὰ βάλεις τὸ οὐβρά. Ἄρχισαν νὰ ζουμώνουνε τὸ τσορέκ᾽. «Φέρεν οὐβρά, φέρεν νερόν», καὶ τὸ νερὸν ἐροῦξεν πολλά. «Φέρεν οὐβρά, γιαβρούμ», ἔφερεν τὸ παιδὶν καὶ ᾿γάλα γάλᾳ τὸ τσουβάλ᾿ τὸ ἕναν τὸ ἐζύμωσεν. Καὶ τὸ βαλαν 'ς σ' ἅψιμον καὶ νὰ ψέσκεται. Ἐψέθεν τὸ τσορέκ᾽. Ὁ θεῖος εἶπεν «ἂς λέγομε ἀτώρα ἕναν ψέμαν, γιαβρούμ, νὰ ἰδοῦμ τίνος ἔν μεγάλον τὸ ψέμαν καὶ νὰ τὸ δικαιοῦται τὸ τσορέκ ». – «Καλά», εἶπεν τὸ παιδίν. Ὁ γέρος εἶπεν «νὰ λέγω πρῶτα ἐγώ», καὶ ἀρχίνησεν. «Βαχτούιναν εὐτὸς ἡ χαμαιλέτα ἦτον τ' ἐμὸν καὶ ἀδακὰ ᾿ς σὴν ἄκραν 'ς σῆ ποταμί᾽ ἔριξα πιπίλᾳ ἀπὸ κολογκύθ'. Ἀτὰ ἐφύτρωσανεν κ' ἐφούντωσανεν κ ἐπῆραν δρόμον τὸ ποτάμ . Ἔβρεξε, βραχτήκανε. Φύσηξεν, σκονίστανες. Καὶ ᾿γάλα γάλα πέρασαν ἀποπάν τὴ θάλασσα, βρήκανε μεϊτάν μπροστά. Ἐκεῖ ἀπάνω στὴ θάλασσα φύσαε ἀέρας, σκονίζονταν, ἔβρεχε, βρέχοντανε. Καὶ ἔγινε ἕνα δημόσιο στράτα. Οἱ περαστικοὶ ἀποκεῖ περνούσανε καὶ ἐγὼ μάζεψα ἕνα καράβι κολογκύθᾳ καὶ ἔφερα...». «Θεῖο, εἶπε τὸ παιδί, ἐτόλωσες;». – «Ναί, εἶπεν ὁ γέρον, ἐτόλωσα». «Θ' ἀρχινήσω τώρα ἐγώ, θεῖο...». Καὶ ἀρχίνησε. « μάνα μου ἔστρωσεν τὰ κοκκία ἐδῶ μπροστὰ ᾿ς στὸ σπίτι καὶ λέει “ὠρία , παίδι μ νὰ μὴν τὰ τρῶν᾿ τὰ κοσσάρα”. Ἐδῶκε με καρύδα κ᾿ ἔτρωγα κι ὠρίαζα. Εἴχαμεν ἕναν τρανὸν πετεινόν. Ὁ πετεινὸς ἔρθεν ς σὸ τσούλ' ἀπάν καὶ νὰ τρώει κοκκία. Ἔλεγα «κίσσ!», εὐτὸ ἔτρωεν, παίρω κ᾿ ἕναν καρύδ᾽ ἀπὸ τὸ κάπελο μου καὶ ἔριξα ς στὸν πετεινὸν νὰ φύει. Εὐτὸ ἐπῆεν κ ἐφοσίεν ἀπέσ ς στὸ λειρίν. Ἐπεκειαπέσ᾽ ἐξέβεν τρία τσατάλα ἕναν καρύδ', ἐτράνυνεν. Ἔβρεξεν, ἐβράχτεν. Ἐφύσεσεν, ἐσκονίεν. Καὶ ᾿γάλᾳ ᾿γάλα ἔντονε ἕναν χωράφιν κάπου τριάντα στρέμματα. Αὐτὸ τὸ σπείραμεν κοκκίν. Ὁ πατέρα μ ἐπήαινεν κ᾿ ἔρχουντανε 'ς σὸ χωράφιν, νὰ βλέπ᾽ πῶς ᾿ίντουνε. Εἶπαν τὸ χωράφιν ἔντονε, ἂς παίρω καὶ τὸ καγάν μετ᾿ ἐμέν, νὰ θερίζω. Ἐτέρεσεν ἀπέσ ἕναν μουχτερόν τρώει το κοκκίν, ἔσυρεν τὸ καγάν᾿ ἀπάν ς σὸ μουχτερὸν καὶ τὸ λάβ᾽ ἐπῆεν ἐσέβεν ς σὸν κῶλον ἀθε τοῦ μουχτεροῦ. Τὸ μουχτερόν φεύει τώρα, τὸ κοκκὶν θερίζεται. Τὸ μουχτερὸν ἔφευεν, ἀποπίσ᾿ τὸ καγάν᾽ ἐθέριζεν...-Ἔ, θεῖο, αὐτὸ τὸ τσορέκ᾽ ἀπὸ κεῖνα τὰ κοκκία εἶναι...». Τὸ παιδὶν ἐκέρδισεν τὸ γαβίλ'. Ἐπῆρεν τὸ τσορέκ καὶ θὰ ᾿πέν'νεν 'ς σ' ὀσπίτ , ἄμα ὁ γέρον ὁ σπανὸν ἐζήτησεν «δῶσε με ὅλον τὸ τσορέκ , γιάβρουμ, δέκα παρῶν». Ἐδέκεν ἀτονε, ἄμα ὁ γέρον κ εἶχεν παράδες νὰ πλερών . «Θεῖο, ἔρχουμαι καὶ τὰ παίρω ἐγὼ τὰ παράδες». Ἐπῆεν ς σ᾽ ὀσπίτ . Ἐκατήβασεν ἀς σὸ γαϊδουρόπον τὸ ἀλεύριν καὶ τὸ τσορέκ᾽ ('ς ἕναν τὸ μερέαν τὸ ἀλεύριν, ᾿ς σ ἄλλο τὸ τσορέκ ). Τώρα πάει ὀπίσ ς σὸν θεῖον νὰ παίρει τὰ παράδες. Υναίκα τοῦ γέρου λέει «κάποι-ος ἔρχεται». Ὁ γέρον λέει «πέει ἀτον ἄρρωστον ἔν'», καὶ ἐσέβεν ς σὸ κρεβάτ᾽. Τὸ παιδὶν φώναξε «θεία, ὁ θεῖο μ ἔρθεν;». «Ἔρθεν, γιάβρουμ, ἄμα ἄρρωστο εἶναι». «Νὰ βλέπ ἀτονε ἐγώ, θεία...». Λέει ὁ γέρο «πέθανε, πέει ἀτονε...». Λέει «παίδι μ', πέθανε...». «Αν πέθανε, βεσιέτ, λέει, ἐποῖκε me, ἐγὼ νὰ λούζ᾽ ἀτονε, ὅταν πεθαίνει... Βάλεν ἕναν νερὸν ἀπάν᾿ ἂς βράζ...». – «Ἐχουλέεν τὸ νερόν», λέει ἡ γραία. «Ὄχι, ἂς χοχλακίσει», λέει τὸ παιδί. ῎Αμα ἐχοχλάκισεν, ἔβαλεν τὸ σκαφίδ᾽, ἔβαλεν ἀπέσ᾿ τὸ γέρον, ἔριξεν τὸ νερόν. Ἐχάσεψεν άτονεν κ' ἐγλίτωσεν. Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι

Πηγή: Σάββας Σελαλματζίδης (γενν. 1910), ἀγράμματος, συνταξιούχος ΙΚΑ, από το Ἐρεκλὶ της Σαμψούντας του Πόντου – Κάτοικος Αμπελοκήπων Δράμας

Λεξιλόγιο:
 περιοχῆς Ἀμισοῦ. // τσουρέκι, πίτα (ΙΛΠ). // πουλί μου (ΙΛΠ). // ἀλεύρι (τουρκ.). //  ἕναν καιρό, ἕνα «βαχούτ» (ἀπὸ τὸ ἀραβ. vakit, ΤΕΛ 518). //  αὐτὸ (ἰδιωμ.). //  σπόροι κολοκυθιᾶς (ΙΛΠ). // σκονίστηκαν (νεοποντ. λ.). // (ἐδῶ) ἀνοιχτὸ μέρος (ἀραβ. λ. meydan, ΤΕΛ 269). //  τέλειωσες; (ρ. τελόνω < τελειώνω ΙΛΠ). //  φύλαγε, (ὠράζω ΙΛΠ). //  (ἐδῶ) κλινοσκεπάσματα (ΙΛΠ). // νὰ φύγει. // λειρί. // (ἐδῶ) διχαλωτά κλαδιά. // (ἐδῶ) ὡρίμασε, ἔγινε. //.ἀγριογούρουνο (ΙΛΠ). //  ἀντὶ γάβλ΄ (τουρκ. kavl: στοίχημα, ΤΕΛ 207). // παράδων (τουρκ. para). // παραγγελία μελλοθανάτου (ΙΛΠ). //. ζεστάθηκε (ρ. χουλένω ΙΛΠ). //. ἂς κοχλακίσει (παρεφθ. τύπ. του ρ. κοχλακίζω). //. ζεμάτισε (ρ. χαδεύω ΙΛΠ).

Στο παραπάνω κείμενο έχει διατηρηθεί η αρχική σύνταξη και ορθογραφία αν και σε πολλά σημεία υπάρχουν λάθη. 

Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ