Ο Τσάντσαρος (αράχνη) - Ποντιακές γλωσσικές ιδιοτυπίες, του κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Ο Τσάντσαρος (αράχνη) - Ποντιακές γλωσσικές ιδιοτυπίες, του κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Η ποντιακή αυτή λέξη σημαίνει: αράχνη. Ας δώσουμε την κυριολεκτική της χρήση: «Ντό πολλά δα̤στήρας έποικεν ο τσάντσαρον, έπαρεν άτα κά με τό φορκάλ'». Όπου, δα̤στήρα είναι η αραχνιά, ο ιστός της αράχνης, από το «ιδιάζω» = διάζομαι, δηλαδή υφαίνω. Χρησιμοποιόταν και μεταφορικά, με ελαφριά απόχρωση ειρωνείας: «Για τέρεv άτον, λεγνός-λεγνός και ψηλός, τα χ̌έρι͜α και τα ποδάρι͜α μακρέα, άμον τσάντσαρος έβγαίν' 'ς σο δέντρον». Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
Ποια είναι η ετυμολογία του ιδιότυπου αυτού ονόματος; Πρέπει να δεχτούμε ότι, ασφαλώς, η λέξη «τσάντσαρος» είναι μεταπλασμός του: κάνθαρος. Όμως γιατί η σύγχυση της αράχνης με τον κάνθαρο, που πήρε στην ποντιακή την ιδιαίτερη ονομασία: «μουμούλ', χρυσομούμουλον» κ.τ.λ.; Η αιτία βρίσκεται, φυσικά, στην ομοιότητα μερικών ειδών αράχνης με ορισμένα είδη κανθάρων. Είχε πάψει, ως φαίνεται, να χρησιμοποιείται το σχήμα: αράχνη και προσφύγανε στη λέξη κάνθαρος, που έπαθε, με τον καιρό, το γλωσσικό του μετασχηματισμό. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η αράχνη, ως λέξη, επέζησε με το σχήμα «ρέχνα». Αυτή αποτελεί ένα ονοματικό σχηματισμό από το επίθετο «ρικνός», που σημαίνει: ζαρωμένος, κοκκαλιάρης, ρυτιδωμένος, κατάξηρος, πολύ αδύνατος. Και αυτή είναι η σημασία της «ρέχνας» ως τα σήμερα. Αλλά πως το (κα) του κάνθαρος έγινε (τσα); Πρώτα-πρώτα η συλλαβή αυτή ούτε στη Δημοτική μας έμεινε αμετάβλητη. Έχουμε κι εκεί: «οι σκάθαροι, τα σκαθάρια και οι ασκάθαροι». Έπειτα, δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στα ποντιακά ιδιώματα η τροπή του (κα) σε (τσα). Έχουμε ήδη από το καμμύω τό: καμμώνω (Οινόη) και από αυτό τό: τσαμμώνω (= κλείνω τα μάτια μου) και από το «καμμύζω» τό: τσαμλύζω (= ανοιγοκλείνω τα μάτια μου). Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι
Όσο για τη συλλαβή (θα) αυτή μετασχηματίστηκε σε (τσα), όπως η συλλαβή (θα) της κανθαρίδας στη Δημοτική έγινε (τσα) και η κανθαρίδα (καθαρίδα) μεταπλάστηκε σε κατσαρίδα. Ούτε λείπουν και άλλες μετατροπές του (θ) σε (τσ). Από το «κανθίν» έχουμε τό: καντσίν (= ψίχα φουντουκιού, αμύγδαλου κλπ.), από το «καπίθη» — «καπίθιον» (= αλεστικά του μυλωνά σε αλεύρι) τό: καπίτσιν—καπίτσ' (Χαλδία). Από τον κάνθαρον, λοιπόν, που υποκατέστησε την αράχνη, προέκυψε η λέξη τσάντσαρος. Από τό: τσάντσαρος έχουμε παράγωγα: το ρήμα «τσανταρεύω» (= ανεβαίνω πιασμένος με χέρια και πόδια σε δέντρο ή τοίχο, σκαρφαλώνω, καντσαρώνω). Επίσης το επίρρημα: τσανταρευτά. Και το όνομα: τσαντάρεμαν (= σκαρφάλωμα). Μπορούμε, τώρα, να δώσουμε λαογραφικές εφαρμογές με τη λέξη τσάντσαρος στη διάλεκτό μας: «Τσάντσαρον όνταν ελέπ'ς να τρέχ̌ ', μισαφίρις θα έρται 'σε». {Πρόληψη που, όχι σπάνια, αληθεύει}. Άλλο: «Εποίκαμε έναν τσανταρί' φωλέαν κι' άλλο» (Κοτύωρα), που σήμαινε: Πλέξαμε, ακόμα ένα, ιστό αράχνης. Η παροιμιακή αυτή φράση ανήκει στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλοί, τότε, καλούμενοι ως στρατιώτες... για τα περιβόητα «Τάγματα εργασίας» γλίτωναν από τον κίνδυνο με συνδυασμούς και καταστρατηγήσεις του νόμου, που βάση τους αποτελούσε η δωροδοκία. Εννοείται ότι το στρατήγημα είχε πρόσκαιρη μόνο διάρκεια (μερικών μηνών) και καλούσαν πάλι τον στρατιώτη για τη θητεία του. Το τέχνασμα λοιπόν που είχε σκαρωθεί, διαλυόταν «ως ιστός αράχνης» — «άμον τσανταρί' φωλέαν».
Η χρήση της λέξης τσάντσαρος ήταν γενική, στον Ανατολικό ιδίως Πόντο.
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1962
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
