Η λέξη «αγνός, αγνέσσα, αγνόν» - Ποντιακές ετυμολογίες, του κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Η λέξη «αγνός» Ποντιακές ετυμολογίες, του κ. Ιωακείμ Σαλτσή
Ίσως χρειάζεται να παρουσιάσουμε, από την Ποντιακή διάλεκτο, κάποιες λέξεις, που ή παρεννοούνται ή θεωρούνται άγνωστες και πάντως παραμελούνται.
Διάλεξα, για τούτη τη φορά, μόνο μια. Και θα επιχειρήσω να την ετυμολογήσω, να την ερμηνέψω. Κι αυτή είναι η λέξη Αγνός. Δεν έχει σχέση με την άλλη ομόηχη λέξη: αγνός, που σημαίνει άδολος, καθάριος, αμόλυντος, αδιάβλητος. Η λέξη που εξετάζουμε έχει τις σημασίες: Πρωτόφανος, άγνωρος, παράξενος, ιδιότυπος, ιδιότροπος.
Λέγαμε και συνεχίζουμε να λέμε: «Αγνόν πράμαν, απόψ' μεσανυχτί' τ' εγκλησίας τα παράθυρα εφώταζαν». Επίσης την παροιμιακή φράση: «Αγνά κοσσάρας κι' αγνά ωβά» για παράδοξες πράξεις και παράξενα αποτελέσματα. Ομοίως: «Χάσον ατον, αγνός κι' αχπαστός έν, μετ' ατόν δουλεία 'κ̌’ ίνεται. (Κοτύωρα, Χαλδία), ή «Φέρον ας τερούμε ντ' αγνόν (ντό αγνόν) έν' ατό η κοσσάρα (Τραπεζούντα).
Είχαμε στα Κοτύωρα και το παράγωγο: αγνέρ', αγνερά=πρωτόφανα, σπάνια παρασκευάσματα, φρούτα και φαγώσιμα ή και τα πρώτα οπωρικά, στα κλωθογυρίσματα του χρόνου. Παράδειγμα: «Καλός και κούβαλος ο γαμπρόν, 'ς σο παζάρ εϊντάν αγνερά ελέπ', φέρ' α̤τα». Θα σημειώσω ότι άλλη είναι η λέξη αγνέσ̌-αγνέσ̌α αδέλφα̤=γνήσια αδέρφια όπως λεγόταν στην Ίμερα του Πόντου.
Το ερμηνευόμενο αγνός είναι ορθά κοφτά η λέξη αγνώς της κλασσικής εποχής: «Ο αγνώς, ή αγνώς, του αγνώτος, τους αγνώτας κλπ. = άγνωρος, άγνωστος. Ας πάρομε μιά φράση: «Πλάτων εις 'Ολυμπίαν παρεγενόμενος αγνώσι συνεσκήνωσεν, αγνώς και ούτος αυτοίς» (=.... κάθησε στην ίδια σκηνή με άλλους άγνωρους, άγνωστος κι' αυτός σε κείνους).
'Ας αναφερθούμε σε μιά φράση ακόμα: «'Η δε περί εμέ των πλησίον φήμη της σπουδής και τους αγνώτας είλκεν εις έρωτα θείον και της φιλίας δεσμόν». (Και τ' όνομά μου το καλό στους γύρω μου, σαν άνθρωπος μορφωμένος που ήμουν, και άγνωρους ακόμα συντραβούσε σε αγάπη υπέροχη και σε σχέσεις φιλικές). 'Επιστολή Φωτίου Πατριάρχου Κων)πόλεως προς Πάπαν Νικόλαον Ρώμης μετά την καθαίρεση του πρώτου.
Φυσικά, το αγνώς στον Πόντο έρρηξε το (ω) και εδημιούργησε τρία σχήματα για τα τρία γένη: αγνός, αγνέσσα, αγνόν. Εννοείται από τα παραπάνω ότι το ποντιακό: αγνός, για πνεύμα, μόνο την ψιλή (') επιδέχεται, όπως ο πρόγονός του αγνώς. Θα πρέπει να προλάβω: Μ' αυτά δεν «κομίζω γλαύκ' 'Αθήναζε», 'Απευθύνομαι κυρίως στους πολλούς, που θέλουν να κατατοπιστούνε.
Ιωακείμ Σαλτσής - Πηγή Ποντιακή Εστία 1958 Διαλεκτολογία Πόντου, Ιδιωματισμοί της Ποντικής Διαλέκτου, λήμματα, ερμηνεία, ετυμολογία, διηγήσεις, θρύλοι, μύθοι
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
