• Home
  • Γλώσσα
  • Σημασιολογικά και ετυμολογικά εκ της Ποντιακής Διαλέκτου

Σημασιολογικά και ετυμολογικά εκ της Ποντιακής Διαλέκτου

ιδιώματα,γλωσσικά,ποντιακή,διάλεκτος,όμηρος,εύλερος,λευρός,λιβρός,λώμαν,λώματα,ετυμολογία,ιστορία,λόγουΣτην μακραίωνη ιστορία της Ελληνικής γλώσσας πολλές λέξεις επι αρκετούς αιώνες έπαυσαν να υπάρχουν στα γραπτά μνημεία και ως εκ τούτου θεωρήθηκαν απηρχαιωμένες και άχρηστες. Η λεπτομερής όμως έρευνα του νεοελληνικού διαλεκτικού υλικού, πολλάκις παρέχει την διαπίστωση της υπάρξεως κατά τόπους και σήμερον των λέξεων μετά των σημασιών αυτών όπως αρχικά συναντώνται στον Όμηρο, ή εν στην μετά ταύτα αρχαία ή μεταγενέστερα ή και στην μεσαιωνική ημών γραμματεία. Ελέγχεται δε ούτω δια των ελληνικών διαλέκτων η συνέχεια της ζωής και των σημασιών μιας λέξεως, διορθώνεται ενίοτε και αυτή η λέξις και διασαφηνίζεται η άπαξ διασωθείσα δια της γραπτής παραδόσεως σημασία της. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι μόνο δια της συνεξετάσεως πάσης της γραπτής και πάσης της προφορικής παραδόσεως επιτυγχάνομαι την επιστημονική έρευνα και γνώση της γλώσσης ημών και ότι, «ορμώμενοι από της αρχαίας, θα δυνηθώμεν και τα του πολλαχώς σκοτεινού έτι μέσου αιώνος να διαφωτίσουμε και τα αρχαία δια των νέων και τα νέα δια των αρχαίων επιστημονικώς να νοήσωμεν και καθόλου τα μέρη εν τω φωτί του όλου σαφέστερον να ίδωμεν».

Εις την διάλεκτον του Πόντου έχομεν πλείστα αρχαία γλωσσικά κατάλοιπα διότι αύτη, «δια την απόκεντρον γεωγραφικήν της θέσιν ού μόνον δεν αφωμοιώθη, ως φαίνεται, εξ' αρχής καθ' ολοκληρίαν προς την Κοινήν, αλλά και χωρισθείσα ενωρίς από του άλλου Ελληνικού κράτους και του Ελληνικού κόσμου, ανέπτυξεν ίδιον ανεξάρτητον από της άλλης Ελληνικής βίον». Ούτω λοιπόν, λέξεις και χρήσεις λέξεων, αρχαιοπινείς φράσεις και ιδιωματισμοί ανήκουστοι εν τη κοινή Ελληνική και συντάξεις ίδιαι, επί πάσι δε τούτοις φωνητικαί αλλοιώσεις ποικίλαι και φθόγγων αποβολαί ούκ ολίγαι και γραμματικοί σχηματισμοί κατέστησαν αυτήν εις την ακοήν των άλλων Ελλήνων ακατανόητον και δή γλώσσαν ξένην.

Λευρός – Λιβρός – Εύλερος.
Εν πόντω είναι γνωστόν το επίθετο λευρός (θηλ. –έσσα -όν) υπο διαφόρους σημασίας. Ούτω εκ Κερασούντος και Οινόης παραδίδεται η σημασία του : τρυφερός, μαλακός, απαλός, επί δέντρων και καρπών : Δέντρον λευρόν (Κερασούντα). Σότσ̌εψε έναν έμορφον έμορφον αγγούρι, λευρό λευρό, κούπει ατό απάνου κ' εκείνο να γίνεται έναν κορίτζι σάντιλα θέλεις (Οινόη). Λευρά μήλα – κάστανα. Αφκάτ' 'ς το χάλκινον τ' αλών' και ΄ς το λευρόν τ' απίδιν.
Και άσμα απ' την  Οινόη  παραδίδεται με τους στίχους : Έχω πάπλωμα στρωμένο και χρυσό χαλί, και κορμί για ν' αγκαλι͜άσεις ως να βαρει͜αστείς. Άσπρο ένι σαν το γάλα, σά λευρόν τυρί.
Στην Κερασούντα και  την Χαλδία αλλά υπο τον τύπον λιβρός έχει την αυτήν σημασίαν όπως επίσης και επί προσώπων : Λευρόν παιδίν, λιγνόμακρον (Κερασούντα).  Στην Χαλδία ειρωνικώς επί παρήλικος κόρης λέγεται : «Τράντα χρονών λιβρόν κορίτσ' λέν' ατέν' παλαιγραία, κλίσ̌κεται και χ̌εροφιλεί, ρούζ΄νε τα μασοτέρα̤ 'τ 'ς» Ερμηνεία : Τριάντα χρονών τρυφερόν κορίτσι το λέγουν παλιόγρια, σκύβει και φιλεί τα χέρια, πέφτουν οι τραπεζίται της.

Ετέρα ενδιαφέρουσα σημασία του επιθέτου είναι επί προσώπου του λείος, αγένειος, σπανός. Εκ του χωρίου Άδισα είναι γνωστή η παροιμία : «Έναν κρούει τον λιβρόν και δύο τον γενά̤τεν» . Ερμηνεία : «ένα χτυπάει το σπανό και δύο τον γενειοφόρον. Λεγόμενον σκωπτικώς δι' άνθρωπον ανίκανον και καυχώμενον ότι είναι εις θέσιν να νικήσει τους άλλους». Παρά τα ανωτέρω εν Κερασούντι το επίθετο σημαίνει και πλατύς : «Ένα κακκάβιν λευρόν»
Το επίθετον όμως είναι και άλλοθεν γνωστόν. Εν Ηπείρω λευρός είναι ο λείος, εν Καστοριά δε της Μακεδονίας λευρός είναι ο έχων ολίγον και αραιόν τρίχωμα : Γούνα λευρή. Ενταύθα μάλιστα η σημασία επεξετάθη και η λέξις δηλοί ακόμη τον οικονομικώς αδύνατον, τον πτωχόν : Λευρός άθρουπους και λευρόσπιτου (=πτωχική οικία, φτωχόσπιτο).
Εξ Αμφίσσης, Δεσφίνης, Κύμης και Χίου παραδίδεται το επίθετο λιβρός δια να δηλώση τον λεπτόν, λιγνόν, λεπτοκαμωμένον άνθρωπον : λιβρός άντρας(Δεσφίνα), λιβρή γυναίκα (Χίος), και λιβρούλλ΄ς , -ούλλα, -ούλλ' ως υποκοριστικό, δηλαδή ο ολίγον λιγνός, ο αδυνατούλλης. Εκ της σημασίας ταύτης προέκυψεν εν Κύπρω, η του αδυνάτου, καχεκτικού ισχνού, επί ζώων : « Ο άπ-παρός του έγ καλός αμμά έλ λιβρός». (Άπ-παρός = ο ίππος).
Εκ των νεωτέρων λεξικογράφων ο Α. Ηπίτης ερμηνεύει την λέξιν λευρός δια του : 1) Λιπόθριξ και 2) ισχνός, αδύνατος, καχεκτικός επί σίτου ιδία ο ελαφρός ήτοι φυρός, συνεσταλμένος, ζαρωμένος.
Ο τύπος λιβρός εκ του λευρός, ερμηνεύεται δια την παρά το υγρόν κώφωσιν του –ε- εις –ι- ως : Αγελάδα – Αλιάδα, κελαδώ – Κιλαδώ. Τοιαύτη κώφωσις του –ε- παρατηρείται επίσης εν Πόντω παρά τα σύμφωνα ν,ρ,μ, ως : Αλιμα̤κούνιν το (ανεμοκούν'), ανιμίδα η ανέμη, στινός – στενός, άπαν͜κικά – απανκαικά (προς τα επάνω), αγρονιμία – αγριανεμία, έριξι – όρεξις, κατρίφτης – καθρέπτης, κινσέα – κεντέα, κ.τ.λ.
Το επίθετο λευρός παραδίδεται και υπο των παλαιών λεξικογράφων. Παρ' Ησυχίω έχομεν τας γλώσσας :
Λευρά = λεία
Λευράς = σωφροσύνης, τελείας και ταπεινής, κοίλης, ομαλής, μη τραχείας.
Λευρώ̤ = ομαλό, πλατύ
Το επίθετο όμως λευρός είναι αρχαιότατον ήδη παρ' Ομήρω, φέρεται με την σημασίαν του λείος, ομαλός, επίπεδος, ευρύχωρος, επι τόπου : «Ένθα δε οι πολύκαρπος αλωή ερρίζωται της έτερον μέν θειλόπεδον λευρόν ενί χώρω τέρσεται ηελίω»
Μετά ταύτα και παρ' Ηροδότω εν χρησμώ της Πυθίας λέγεται : «Έστι τις Αρκαδίης Τεγέη λευρώ ενί χώρω ένθ' άνεμοι πνείουσι δύο κρατερής υπ' ανάγκης»
Τους παρ' Αισχύλω : «της καλλικάρπου Σικελίας λευρούς γύας ο σχολιαστής ερμηνεύει δια της λέξεως πλατείς.
Η εν Πόντω διατηρουμένη σημασία του άτριχος, του έχοντος λίαν την επιδερμίδα, εύρηται ήδη τον 3ο π.Χ. αιώνα παρά τω επιγραμματοποιώ Σάμω : «Σοί γέρας, Αλκείδα Μινυαμάχε, τούτο Φίλιππος δέρμα ταναιμύκου λευρόν έθηκε βοός αυτοίς σύν κεράεσσι». Την αυτήν έννοιαν εδήλου παρ' αρχαίοις και το επίθετο λείος (άτριχος, ο ομαλήν έχων την επιδερμίδα). Ο Αριστοτέλης σχετικώς λέγει ότι «λειότατον των ζώων εστίν άνθρωπος».

βυζαντινά,ενδύματα,λώμματα,λώμμαν,ποντιακή,ενδυμασία,λαογραφία,διάλεκτος,ποντιακή,διάλεκτος,όμηρος,εύλερος,λευρός,λιβρός,λώμαν,λώματα,ετυμολογία,ιστορία,λόγουΛώμαν.
Λέγοντες σήμερον οι Πόντιοι λώμαν (το), εννοούσι το φόρεμα, το ένδυμα, ως : «Ερρούξεν 'ς σο νερόν κ' εβράχαν τα λώματα τ'» (έπεσε στο νερό και εβράχησαν τα ρούχα του), Ίμερα, Τραπεζούς. Τα λώματα μ΄ελερώθαν ασ' σήν αναπλυσίαν. Τα λώματα 'τ' όλον τζόχαν, καινούρι͜α, απίαστα – Κοτύωρα. Ομοίως εν Πόντω λέγονται και αι παροιμίαι : Λώματα 'κ' έχ̌' να φορεί (ρούχα δεν έχει να φορέσει – μτφ : λέγεται για φτωχό, «βρακί δεν έχει να φορέσει» Κοτύωρα, λεγόταν και το εξής: το παλαιόν το λώμαν φυλάττ' το καινούργο̌ν (το παλιό φόρεμα διαφυλάττει το καινούριον, επί προνοητικών) Τραπεζούς, ή τα λώματα μ' όσον ετιμέσανε με, ο κύρ' –ιμ' κι η μάνα μ' 'κ' ετιμεσέ 'με ( λεγόμενο δια τας κοινωνικάς σχέσεις όσον αφορά την ευπρεπή εμφάνιση και καλή ενδυμασία.
Εις τινά χωρία της Χαλδίας και της Ίμερας όταν λέγουν λώμαν, εννοούν την γυναικείαν βράκαν. Η λέξις όμως είναι γνωστή και εις την Μαλακοπήν Καππαδοκίας και εις το Ικόνιον, ένθα δηλοί την άκραν, την παρυφήν, το σειρήτιον : το λώμα του φορέματος, το λώμα του χωρίου.
Εκ της εννοίας ταύτης του σειρητίου, του άκρου του ενδύματος έχομεν την εν Πόντω σημασία του φορέματος, εκ του μέρους δηλοί το όλον.
Η τελευταία όμως χρήσις της λέξης μας οδηγεί εις την πρώτην μνείαν αυτής εν τη Παλαιά Διαθήκη, ένθα δηλοί την άκραν του ενδύματος, το σειρήτιον, τον κροσσόν. Αναγιγνώσκομεν δηλαδή εκεί : «...και ποιήσεις υπο το λώμα του υποδύτου κάτωθεν ωσεί εξανθούσης ρόας ροΐσκους εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης, υπο του λώματος του υποδύτου κύκλω, και εν συνεχεία : Παρά ροΐσκον χρυσούν κώδωνα και άνθινον επι του λώματος του υποδύτου κύκλω, αλλαχού δε : Και εποίησαν κώδωνας χρυσούς και επέθηκαν τους κώδωνας επί τω λώμα του υποδύτου κύκλω ανα μέσον των ροΐσκων και : Επέθηκαν επί το λώμα υακίνθινον, ώστε επικείσθαι επί την μίτραν άνωθεν, όν τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.
Την λέξιν μετά ταύτα, αναφέρει και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς : Ει γάρ μη χρυσοφορείν και αυτοίς έφειται, άλλ' ούν γε για -διά- την θυληδριώδη επιθυμίαν, ιμάντας και λώματα χρυσίου περιτπύξαντες πετάλοις ή τινά σφαιρικά της αυτής ύλης ποιησάμενοι σχήματα, σφυρών απαρνώνται και τραχήλων απαιωρούσι.
Ανάλογος παρ' αρχαίοις ήτο ο όχθοιβος περί ου ο Πολυδεύκης γράφει : οχθαίβους δε ονομάζεσαι φασί τας εν τοις χιτώσι των ραφών συμβολάς.
Τέλος, την λέξιν αναγράφει και ο Ζωναράς : Λώμα, το εις το κατώτατον μέρος του ιματίου επίβλημα, εκ βύσσου και πορφύρας και κοκκίου, και ο Herwerden: λώμα, επίβλημα (vestimentum).
Εις την νεοτέραν Ελληνικήν η λέξις απαντά ως ναυτικός όρος και δηλοί σχοινίον ραπτόμενον πέριξ του ιστίου προς ενδυνάμωσιν και προφύλαξιν αυτ0ύ, από της εκ της ενεργείας του αέρος διαρρήξεως. Εντεύθεν και το ρήμα λωματίζω = ράπτω το επίρραμα σκηνής ή ιστίου.
Πλήν των ανωτέρω έχομεν και υποκοριστικόν : λωμάτιον, λεπτόν σειρήτιον, κρόσσι, γαρνιτούρα των άκρων της εσθήτος, παρά τω γραμματοποιώ Λουκιλλίω (1ος αιών. μ.Χ.) :
Άνθρακα και δάφνην παραβύεται ο στρατιώτης, αύλος, αποσφίγξας μήλινα λώματια.
Εν τη διαλέκτω του Πόντου ο υποκοριστικός τύπος είναι λωμόπον (το) Οινόη. Λέγεται δε και λωματοθήκη (Κοτύωρα, το μικρόν σενδόνιον με δαντέλλα γύρο, με το οποίον σκεπάζουν τα κρεμασμένα εις τον τοίχον ρούχα) και λωματικά (τα) Χόψα, τα είδη ρουχισμού.
Το έτυμον της λέξεως λώμα, ανάγεται παρά του E. Boisacq εις την ρίζαν -λω = υφαίνειν, και δεν δέχεται τη σχέση με το λατινικό lodix-icis την αναζητηθείσαν υπο του Danielsson. Ο J. Hoffman προτείνων την ρίζαν uel = στρέφειν, πλέκειν, συνδέει αυτό, προς το λατινικόν lorum = uloro, ιμάς = λουρί, και το αρχαίο Ελληνικό εύληρα (ulero) δωρικό αύληρα, δηλοί τα ηνία.
Αντίστοιχα ως προς την σημασίαν του Ποντιακού λώμαν είναι το παρ' αρχαίοις εν τω ποιητικώ λόγω τα λώπη (η) ή και λώπος (το).

Πηγή :  Αρχείον  Πόντου – Τόμος 22ος

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ