• Home
  • Γλώσσα
  • Νιώτικα. Λαογραφικά, γλωσσικά και ιστορικά της Οινόης του Πόντου.

Νιώτικα. Λαογραφικά, γλωσσικά και ιστορικά της Οινόης του Πόντου.

οινόη,ποντιακή,γλώσσα,λαογραφία,γλωσσικό,ιδίωμα,νιώτικα,μύθοι,αποφθέγματα,ρητάΈχ̌εις καλά παιδία, τα κρόσ̌ια τι να φτάς ; Και έχ̌εις κακά παιδία, πάλι τι να φτάς ατά ;
Έχεις καλά παιδιά, τι να τα κάνεις τα γρόσια ; Και έχεις κακά παιδιά, πάλι, τι να τα κάνεις; Δεικτικόν της ευτυχίας που τα καλά παιδιά στερεώνουν και τα κακά γκρεμίζουν.

Εδίβε να κάλεινεν κι έπεσεν κι εκοιμήθε.
Πήγε να προσκαλέσει και πλάγιασε και κοιμήθηκε. Για τους αργοκίνητους ανθρώπους που πηγαίνουν για σοβαρή δουλειά κάπου και δε νοιάζονται να την τελειώσουν ποτέ.

οινόη,ποντιακή,γλώσσα,λαογραφία,γλωσσικό,ιδίωμα,νιώτικα,μύθοι,αποφθέγματα,ρητάΕδίβαμε να βάλιναμε κέρατε και εχάσαμε και τα τία.
Πήγαμε να βάλουμε κέρατα και χάσαμε και τ’ αυτιά. Για την απληστία που πάντα ζημιώνει.

Είδεν το ‘κ̌ είδεν, κι έπεσεν κι επέθανεν.
Είδε εκείνο που δεν είδε κι έπεσε και πέθανε. Για κείνους που ξαφνικά βρίσκονται σε καλύτερη απ τη συνηθισμένη τους κατάσταση και δεν ξέρουνε πώς να φερθούνε.

Έναν κορίτσιν επιτσάκωσες, έναν εγκλεσίαν εχάλασες, το ίδιον ένι.
Ένα κορίτσι χώρισες (χάλασες το συνοικέσιο του) μια εκκλησία χάλασες, το ίδιο είναι. Είναι πάντα δύσκολη η αποκατάσταση ενός κοριτσιού. Κι όπως το γκρέμισμα μιας εκκλησίας είναι βαρύτατο κρίμα, το ίδιο είναι και το χώρισμα ενός κοριτσιού, δηλαδή η καταστροφή της ζωής του.

Εκίνησεν Εβραίος κι’ ευρέθε Σάββατος.
Ξεκίνησε ο Εβραίος και βρέθηκε να είναι ημέρα Σάββατο (αργία). Καταφέρνεις μετά πολλά βάσανα να αρχίσεις μια δουλειά κι ένα απροσδόκητο και γελοίο εμπόδιο, σου τα χαλάει όλα.

Επείνασαν οι ποντικοί κι ετάραξαν τ’ αλευρερές.
Πείνασαν οι ποντικοί κι ανακατώσανε (ψάξανε) τις αλευρερές. Στην ανέχεια που τρώει κανείς ότι βρεί, κάτι που νωρίτερα περιφρονούσε.

Έβγαλ’ Ερήνε, φόρει Πασκάλα.
Βγάλε Ειρήνη, φόρεσε Πασκάλα. Στην ανέχεια όταν δεν υπάρχουν άλλα (ρούχα) και γίνονται αλλαξιές για να οικονομηθούν τα πράματα.

Έχ̌εις τύχ̌ην, τι τρέχ̌εις ; ‘κ̌ έχ̌εις, πάλι τι τρέχ̌εις ;
Έχεις τύχη, τι τρέχεις ; Δεν έχεις, πάλι τι τρέχεις; Η μοίρα ή η τύχη αν είναι να έρθει, θα έρθει μονάχη της.

Εξηύρες μισοπότινα κι επόμειναν καλόσ̌ια.
Βρήκες μισές μπότες κι απομείνανε γαλότσες. Όταν μας λείπουν απολύτως αναγκαία πράματα κι εμείς γυρεύουμε τα επουσιώδη.

Έμ’ ενέμπεσα, έμ’ εσκοτώθα.
Και έπεσα και σκοτώθηκα. Όταν έρχονται μαζεμένες συμφορές στο κεφάλι του ανθρώπου.

Εζήνισκαμε και ‘κ̌ι εθώρειναμε, και επέθαναμε και να θωρούμε.
Ζούσαμε και δεν βλέπαμε, πεθάναμε και θα δούμε. Όταν μας γίνονται αδικίες και αντί πραγματικής βοήθειας μας λέγουν λόγια παρηγοριάς πως τα πράγματα θα σιάξουν στο μέλλον.

οινόη,ποντιακή,γλώσσα,λαογραφία,γλωσσικό,ιδίωμα,νιώτικα,μύθοι,αποφθέγματα,ρητάΈλλαξεν η χήνα κι εφόρησεν πάλι εκείνα.
Άλλαξε η χήνα και φόρεσε πάλι εκείνα. Όταν μας ξεγελούνε παρουσιάζοντας μας τα ίδια με επουσιώδεις μόνο διαφορές. (Κατά το : άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς).

Εκυλίεν το κουτί κι ηύρεν το κουτοπούλι.
Κύλισε το κουτί και βρήκε το μικρό κουτί. Ειρωνικά για το σμίξιμο που κάνουν άνθρωποι χωρίς χαρακτήρα ή με κακό χαρακτήρα (κατά το κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι).

Εχάσα νύφεν και γαμπρόν τα δυό παιδιά μου έχω.
Έχασα νύφη και γαμπρό τα δύο παιδιά μου έχω. Ότι, όση αγάπη κι αν αναπτυχθεί ανάμεσα σε πεθερικά, δε μπορεί ποτέ να γίνει σαν την αληθινή μητρική αγάπη.

Ερχόντανεν η λυγερή κι εγόρασε λανάρι.
Αρχόντηνε η λυγερή κι εγόρασε λανάρι (εργαλείο που ξαίνουν τα μαλλί). Για τους φανταγμένους που πάνε και παίρνουν πράματα άχρηστα. Το λανάρι δεν το χρειάζεται κανείς κάθε μέρα. Ο φανταγμένος νομίζει ότι αν το έχει κι αυτό, θα τον πουν άρχοντα.

Εβγάλλει ο κλέφταν τη φωνή να φοβηθεί π’ έχασε.
Βγάνει ο κλέφτης τη φωνή (φωνάζει) για να φοβηθεί εκείνος που έχασε (που τον έκλεψαν). Αυτό που κάνουν οι ασυνείδητοι που κοιτούν με κάθε τρόπο να καλύψουν την ενοχή τους. (Κατά το φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης).

Εχάσα ράμματα άχρηστα, βολόνια χωρίς κώλο.
Έχασα νήματα άχρηστα βελόνια χωρίς τρύπα. Η απάντηση σε λογής - λογής απειλές που μας κάνουν όταν ζητούν κάτι που δεν δίνουμε και μας λένε ότι θα πάνε να σκοτωθούν. Παραλλαγή : Εχάσα ράμματα άκλωστα, βολόνια χωρίς κώλο.

Είδαν ΄ς σον φτωχόν βολόνι.
Είδαν στον φτωχό (δλδ να έχει αποχτήσει ο φτωχός) βελόνι. Λέγεται για όσους ρίχνονται από κακία πάνω σε έναν κακομοίρη όταν τον δουν να προοδεύει.

Έσ̌κισεν τ’ ωβόν κι’ εξήβε.
Έσκισε (έσπασε) το αυγό και βγήκε. Λέγεται για κείνους που παριστάνουν τους μικρούς στην ηλικία, τους άγουρους, τους άπειρους για τα θέματα του κόσμου. Τόσο αγνοί τάχα, όσο και το πουλάκι που μόλις βγήκε μέσα απ’ το αυγό.

Είδες άσπρον άλογο ; Ούδε άσπρον ούδε μαύρον.
Είδες άσπρο άλογο ; Ούτε άσπρο ούτε μαύρο. Ότι δηλαδή είναι προτιμότερο να ησυχάζουν οι άνθρωποι, να μη νοιάζονται για τίποτε ώστε να μην παθαίνουν και τίποτε.

Έπρεπεν και το τσεπριάρικον τη ράχ̌α, χρυσοΰφαντο καμίσι.
Έπρεπε και της ψωριασμένης της πλάτης, χρυσοΰφαντο πουκάμισο. Πρέπει να είσαι γεννημένος για τα καλά πράματα, διαφορετικά όλα πάνε χαμένα και προσπαθείς άδικα των αδίκων.
Έμορφον ορνίθι ΄ς σην αυλιά μου, κι αν ‘κ̌ι ωβάζει, ‘κ̌ι ωβάζει.
Όμορφη κότα στην αυλή μου κι αν δε γεννάει, ας μη γεννάει. Ότι δλδ, η ομορφιά πάντα μας σκλαβώνει παρά το γεγονός ότι μπορεί να μας ζημιώνει κιόλας υλικά ή ηθικά, πάντα θέλουμε να την έχουμε κοντά μας.

Εγένισες και χαραπάς κι εζάρωξεν κι η γούλα σου.
Έγινες και φλάσκα και στράβωσε ο λαιμός σου. Για την πλεονεξία των ανθρώπων που λησμονούν τα χθεσινά ταπεινά χρόνια και γυρεύουν ολοένα και περισσότερο τα περιττά.

Εδώκανε σε πρόσωπον και θέλεις και τ’ αστάρι.
Σου δώσανε πρόσωπο (το μπροστινό μέρος, την πρόσοψη, την καλή μεριά) και θέλεις και την φόδρα. Λέγεται για τους πλεονέκτες.

Εμορφιάδα ΄ς σο σκουτέλι ‘κ̌ ’ εμπαίνει.
Η ομορφιά στο πιάτο δε μπαίνει. Καλά είναι να πάρει κανείς μια όμορφη, μα αν δεν είναι νοικοκυρά, τι θα βάλει στο πιάτο ; την ομορφιά της ;

Έφαες τα γλυκέα γλυκέα, πικρά πικρά ανεξέρα τα.
Έφαγες τα γλυκά - γλυκά, τώρα όμως ξέρασε τα πικρά – πικρά. Για όσους κάνουν το κακό και μετά το πληρώνουν.

Έμαθεν η γριά τα σύκα
Έμαθε η γριά στα σύκα. Κάνουμε ένα καλό ή μια ευκολία σε κάποιον κι εκείνος ανάγωγος κι αστόχαστος, το παίρνει ή θέλει να το κάνει συνήθεια.

Εύκαιρος και κούφος μανίκια κομπεμένα.
Αδειανός και κούφιος, μανίκια τιναγμένα. Για κείνον που αποτυγχάνει πάντα στις δουλειές του και δεν κερδίζει ποτέ τίποτα.

Εγρίβωσεν κι επόμεινε.
Χαμογέλασε διάπλατα κι απόμεινε. Παραστατικό του τρόπου γεμάτου γαλήνη με τον οποίο ξεψυχούν μερικοί.

Εχάσαμε την χάρταν και την πούσελα.
Χάσαμε τον χάρτη και τον μπούσουλα. Δεν ξέρουμε πια τι μας γίνεται.

Πηγή : Ιωάννης Βαμβακίδης - Ποντιακά Φύλλα τεύχη 28ον – 29ον

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ