• Home
  • Γλώσσα
  • Γλωσσολογικά και Ετυμολογικά Πόντου, υπό του διδασκάλου Παντελή H. Μελανοφρύδη

Γλωσσολογικά και Ετυμολογικά Πόντου, υπό του διδασκάλου Παντελή H. Μελανοφρύδη

γλωσσολογικά,πόντου,μελανοφρύδης,καρχανά,κερχανά,επόζεψες,πουρουτζίδικα,πουρούτς,κεραμεύς,ασβεστοκάμινος,γουρπάν,κέργο,κέχρο,τσάν,τουκάνι,τσανεύω,τσανεύκουμαι,τριμελεύω,λαλασεύω,αποτσανίζω,κοκκοβά̤ζω,ρυμός,καυκάλ,μαρτζαλάκ,φουτούλ,κοκκόβα̤Καρχανά ή Κερχανά (όπως προφερόταν στο χωριό του Μελανοφρύδη) ήταν άγνωστη λέξη στην περιφέρεια μας και μόνο στο μοιρολόγι : “..Γουρπάν’τς οσπιτοχάλαστε και τσαχοποζεμέντσα, εχάλασες την καρχανά σ’ κι επόζεψες το κέγρος”, εξ όσων θυμούμαι απαντάται με την σημασία του οίκου ή μάλλον του συνόλου της οικογένειας, του οικογενειακού κύκλου του οποίου η αποθανούσα αποτελούσε μέλος. Ως ορθή γραφή είναι «εχάλασες την κερχανά σ’ και επόζεψες το κέγρο σ’» αν και η πρωτότυπη γραφή του κ Μελανοφρύδη ήταν η : “Εχάλασες την κερχανά σ’ κι επόζεψες το κάστρο σ’ ”.

Ας μη ξεχνούμε τον μητριαρχικό χαρακτήρα του ποντιακού οικογενειακού βίου και θα κατανοήσουμε γιατί ο θάνατος της μητέρας μπορούσε να επιφέρει την διάλυση της οικογένειας (της κερχανάς) σαν να λέμε του νοικοκυριού. Σημειωτέον ότι ούτε στο χωριό ούτε στην περιφέρεια μας υπήρχαν τούρκοι ή τουρκόφωνοι πληθυσμοί. Ακόμα και σε αυτήν την Αργυρούπολη όπου πλεόναζαν οι τούρκοι, τα κεραμοποιεία λέγονταν πουρουτζίδικα και πουρού’τς ο κεραμεύς αλλά και ο αγγειοπλάστης εξ ου και το εξελληνισμένο επίθετο Κεραμίδης που έφεραν πολλές οικογένειες της Αργυρούπολης. Η λέξη Κερχανά ακόμη κι εκεί ήταν άγνωστη και μόνο στην Τραπεζούντα και στα Σούρμενα κερχανά λεγόταν το κεραμοποιείον και η ασβεστοκάμινος.
-Η λέξη κέργο ή κέχρο είναι άγνωστη στην Ποντιακή διάλεκτο και είναι απλά μια επανάληψη του κερχανά η οποία ποιητική αδεία και λόγω οικονομίας του δεύτερου ακατάληκτου ημίστιχου περικόπηκε και συνεθλίβη σε κέχρο σ’.
Με την λέξη τσάν (κι όχι τζάν) έλεγαν τον ξύλινο ρυμό που ένωνε τον ζυγό με το τουκάνι : «έδεσαμε το τσάν ΄ς σο τουκάν’» ενώ σε άλλες περιοχές λεγόταν “όχ” (τουρκική λέξη), το οποίο πολλάκις το αντικαθιστούσαν με σχοινί που ονομαζόταν ζυγολώρ’. Αλλού η λέξη τσάν χρησιμοποιείται με άλλη έννοια όπως στη φράση : “άμον τσάν αρνίν” με την έννοια του παραχαϊδεμένου. Πιθανές ερμηνείες : Τσανεύω, τσανεύκουμαι. Ίσως να έχει κάποια συγγένεια με την έννοια κανακεύω, χαϊδεύω, περιποιούμαι, εξ ου και η γνωστή παροιμία : “..η κόρ’ που θέλ’ κανάκεμαν ας παίρ’ χ̆έρον άντραν..”
-Τσανεύω = παραχαϊδεύω, κακοσυνηθίζω, για τα μικρά παιδιά έχει σχεδόν την έννοια του λαλασεύω (στα Σούρμενα αναφέρεται ως Τριμελεύω) με την διαφορά ότι λαλασεύω τα μικρά, τα χαϊδεύω, τα περιποιούμαι με στοργή, ενώ τσανεύω σημαίνει το παραχάϊδεμα : μη τσανεύς το μωρό = μη το κακοσυνηθίζεις, μη το κακομαθαίνεις.
-Τσάν επίσης λεγόταν το εξωτερικό πράσινο άγουρο περίβλημα του καρυδιού. Αποτσανίζω ή κοκκοβά̤ζω = απορρίπτω το πράσινο περίβλημα. Από απετσάνευαν τα καρύδια τα οποία λέγονταν κοκκόβα̤, τα άπλωναν στον ήλιο για να ξεραθούν ή τα ξέραιναν στον φούρνο. Στα Σούρμενα, το περίβλημα, την φλούδα τη έλεγαν καυκάλ’ εξ ου και το ρήμα αποκαυκαλίζω, ενώ το άωρο – άγουρο καρύδι με την φλούδα του το έλεγαν μαρζαλάγκ. Στην Χαλδία μάλιστα σώζεται η φράση : άμον μαρτζαλάκ = μαλακό σαν σάπιο, ενώ η πράσινη φλούδα λεγόταν φουτούλ’. Η λέξη μαρζαλάκ ήταν σε χρήση και στην Ματσούκα.

Πηγή : Μελανοφρύδης, Π. Η. Ποντιακή Εστία Τεύχος 37

Λεξιλόγιο:
ρυμός. ο / ῥυμός, 1) μικρό επίμηκες ξύλο, κάθετο στον άξονα άμαξας, από τις δύο πλευρές τού οποίου ζεύονται τα ζώα, τιμόνι. 2) το ξύλινο ή μεταλλικό πρόσθιο άκρο τού αρότρου στο οποίο προσαρμόζεται ο ζυγός και το οποίο χρησιμεύει για την έλξη του.

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ