• Home
  • Γλώσσα
  • Αφορισμένε. Η ιστορία αλλά και η χρήση του λήμματος απ' τους Έλληνες του Πόντου

Αφορισμένε. Η ιστορία αλλά και η χρήση του λήμματος απ' τους Έλληνες του Πόντου

Αγχίνοια,κατάλυση,νηστείας,θωπευτικόν,ένιοι,πρόβουλος,αισύμη,έβρου,γεώργιος,κανδηλάπτης,αφορισμένε,πηδάλιον,εκκλησίας,παναγία,αφοριζέσθω,κοτσαμπάσιδες,ποντιακή,λαογραφία,ιστορία,διαλεκτολογία,κερασούντα"Αφορισμένε" εις την Ποντιακήν Λαογραφίαν

Εάν συγκατοικήσει κανείς με Έλληνες Ποντίους, θα διαπιστώσει ότι η πρώτη λέξη της ευχής ή της κατάρας που μεταχειρίζονται είναι η λέξη “αφορισμένε” ακριβώς όπως χρησιμοποιείται στην Ελλάδα η έκφραση "μα τον Χριστό σου, μα την Παναγία σου”. Η λέξη αφορισμένε, κοινό γνώρισμα των Ελλήνων Ποντίων έχει την αρχή της ήδη απ’ την εποχή της αλώσεως και προήλθε απ’ την επήρεια των κληρικόφρονων καθώς μετά την πολιτική υποδούλωση των Ελλήνων του Πόντου, η θρησκεία ήταν το μόνο έρεισμα του Ελληνισμού υπό την έννοια της “Πίστης”.

Οι σεβάσμιοι κληρικοί της Ανατολικής Εκκλησίας στους οποίου είχαν απεριόριστο σεβασμό και αγάπη οι Έλληνες του Πόντου και οι οποίοι δεν υπέπεσαν στις ασχήμιες των Ιησουιτών και της Ιεράς Εξετάσεως, είχαν μεταξύ των άλλων καθηκόντων τους, να συγκρατούν τους χριστιανούς στην οδό του Θεού με την χρήση αυτής της λέξης η οποία εκπηγάζει απ’ τη θρησκευτική αρχή και τον θρησκευτικό ζήλο και με αυτόν τον τρόπο περιμάζευαν τους χριστιανούς απ’ τον ατάσθαλο και άσωτο βίο. Επειδή σε κάθε χωριό, το πρωτεύον πρόσωπο ήταν ο ιερεύς και σε κάθε ποτάμι υπήρχε και μια μονή με σεβάσμιους κληρικούς, άγρυπνους φύλακες της εθνικής και ηθικής υποστάσεως του υπόδουλου ελληνισμού, αυτοί ήσαν και οι πρόβουλοι τους Έθνους μας. Επειδή οι κληρικοί στις ατασθαλίες όσων παρεκτρέπονταν δεν είχαν κάτι άλλο να αντιτάξουν όπως εκείνοι οι Ιησουίτες με τα βασανιστήρια της Ιεράς εξετάσεως, τις πύρινες ρομφαίες, τα όπλα και τα ρόπαλα, η λέξη “αφορισμένε” που σημαίνει ξεχωρισμένε, εξαιρέσιμε, εξωεκκλησιασμένε, τελειωμένε, τρόπον τινά εφευρέθηκε και υιοθετήθηκε με σκοπό τον σωφρονισμό σε σημείο να θεωρείται από τους πιστούς πολύ βαριά ώστε έτρεμαν στο άκουσμα της. Επειδή, στους παρωχημένους (περασμένους) χρόνους πολλοί αφορισθέντες υπό αρχιερέων και κληρικών ζούσαν άθλιο και ελεεινό βίο, πέθαναν με τις τύψεις της συνείδησης τους αλλά και με την απέχθεια του λαού, κατάντησαν ένιοι και αδιάλυτοι και τυμπανισμένοι. Ούτως ειπείν αυτή η λέξη κατάντησε φόβητρο - στην χρήση των κληρικών - η οποία στη συνέχεια μεταδόθηκε τους προεστούς, τους δημογέροντες, τους κοτσαμπάσιδες, γονείς και κηδεμόνες και έμεινε στο στόμα του λαού ως κατάρα και συν τῲ χρόνῳ με την ανάλαμψη της ζωοδόχου παιδείας σαν κάτι θωπευτικό.
Είναι αλήθεια ότι κατά τις επισκέψεις των κληρικών στα χωριά ως εξομολογητών και πνευματικών πατέρων, άκουγαν τα παραπτώματα, τις αμαρτίες της ανθρώπινης αδυναμίας των πιστών χριστιανών, ο κεραυνός της επιπλήξεως τους ήταν το : “Πως έκαμες το αμάρτημα τούτο αφορισμένε, ή, πως είπες εκείνο αφορισμένε, ή, πως εκατέλυσες την νηστείαν αφορισμένε; ”. Αυτή η έκφραση παγιώθηκε λοιπόν στον ανθρώπινο νου και στην ψυχή των Ελλήνων Ποντίων. Επειδή στους θείους και ιερούς κανόνες (πηδάλιον) της εκκλησίας, αναφέρεται σε κάθε παράπτωμα το «αφοριζέσθω», καταλάμβανε φόβος και τρόμος τους πάντες καθώς πίστευαν ότι όχι μόνο αυτοί αλλά και η οικογένεια τους και οι αδελφοί και τα παιδιά και τα εγγόνια και όλη τους η γενιά θα χαθεί με το ανάθεμα αυτό και ότι η όλη η οικογένεια θα οδηγηθεί στην απώλεια και στην εξαφάνιση απ’ το πρόσωπο της γής ως αποτρόπαιο μίασμα. Με την πάροδο των χρόνων και καθώς χαλάρωνε η ευλάβεια προς τα θεία και επικράτησε η βιοτική μέριμνα έναντι του θρησκευτικού συναισθήματος, η λέξη αυτή ε΄χασε την παλιότερη ισχυρή και πυρίκαστην σημασία της, ώστε ο λαός να την μεταχειρίζεται ως ενδεικτικό της αγχίνοιας και πονηριάς τους τυχαίου προσώπου : «…ντ’ αφορισμένος είσαι ….πως εποίκες ατό αφορισμένε…πως εγροίκ’σες ατό αφορισμένε…»
Πηγή : Γεώργιος Κανδηλάπτης Κάνις, Ποντιακά Φύλλα Τεύχος 2ο. Αισύμη Ν. Έβρου

Λεξιλόγιο :
*πρόβουλος = ο / πρόβουλος, (στην αρχαία Αθήνα) (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι πρόβουλοι. α) άνδρες κοινής εμπιστοσύνης που εκλέγονταν από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις σε κρίσιμες στιγμές για να αποφασίσουν για πολιτικά ζητήματα ή για να εποπτεύουν τη λειτουργία της πολιτείας
*ένιοι = νεοελλ.-αρχ.  α) μερικοί, κάποιοι, κάμποσοι, λίγοι (α. «παρατηρείται σε ένιες περιπτώσεις συγγραφέων». β) «ἔνιοι τῶν στρατηγῶν», Ηρόδ.). ενίοτε = καμιά φορά.
[Ετυμολογία . Λέξη αβέβαιης ετυμολ., άγνωστη στους ποιητές πριν από τον Μένανδρο, που απαντά στον πληθυντικό αριθμό. Υπετέθη ότι προήλθε από τη συνεκφορά ἔνι οἵ, όπως και το ἐνίοτε < ἔνι ὅτε (πρβλ. εἴσιν οἵ, ἔστίν ὅτε). Η υπόθεση αυτή δεν έχει ισχυρή βάση, διότι το ενι ως παράλληλος τ. τού εστί μαρτυρείται μόνον στον 5ο-6ο αιώνα, μολονότι το ενι στη θέση τού ἔνεστι χρησιμοποιούνταν ήδη στους Αττικούς. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η λ. ἔνιοι εμφανίζει θ. ἕν- που απαντά στο εἷς (πρβλ. γερμ. einige «μερικοί» < ein «ένας, ενώ η ψίλωση θεωρήθηκε ιωνικής προελεύσεως].
*θωπευτικόν =Τρυφερό, κολακευτικό, με χάδια
*αγχίνοια = Η ετοιμότητα του πνεύματος, η οξύτητα του νου, η ευφυΐα, η ευστροφία, η κρίση. Ετυμολογικά, η α. προέρχεται από τις λέξεις άγχι (= κοντά) και νοώ. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την έκφραση τη ση αγχινοία ως τιμητική προσφώνηση. Ως όρος της ψυχολογίας χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την ικανότητα της σκέψης να βρίσκει ομοιότητες και αναλογίες ανάμεσα σε έννοιες ή πράγματα που είναι φαινομενικά ανόμοια, ή, αλλιώς, να διακρίνει τη βαθύτερη σχέση διαφορετικών παραστάσεων. Με αυτή τη σημασία, η α. διακρινόταν από την οξύνοια, που σημαίνει ικανότητα να βρίσκονται οι αντιθέσεις και οι διαφορές ανάμεσα σε όμοιες παραστάσεις, και από τη βαθύνοια ή βαθυγνωμοσύνη, που είναι η ικανότητα να βρίσκονται οι βαθύτερες σχέσεις που συνδέουν μεταξύ τους τα διάφορα νοήματα.
η (Α ἀγχίνοια) [ἀγχίνους], οξύνοια, ευστροφία, εξυπνάδα, ετοιμότητα πνεύματος.

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ