• Home
  • Γλώσσα
  • Ιδιωματισμοί της Ποντιακής διαλέκτου

Ιδιωματισμοί της Ποντιακής διαλέκτου

 Χωρολόγι,μανάτια,τσααιτεύω,γουζίν,έφαγαμε,έπαμες,κορκόδειλας,δαφνοπόταμος,χαρσιώτης,σελβίρα,λεμόνα,τρανταφύλλα,τουτουγιά,σελβίρα,κυπαρισσένια,κυπαρέσσα,παρέσσα,χατούνα,ναζλού,ναρχατού,σουρμαλού,αμανάτς,αποκαμάρωμαν,ψαθύρα̤,κοκκινόκολα,φήμιγμαν,τσ̆αρκούλ,μνημόρα̤,τσιμπαρά̤ουμαι,μιαντή,τσίτεν,τσίτη,χόχορας,κουκουβάγια,χατσένια,μέγγκλα,ζώδια,κύρβας,χαντσεύω,κρούγω,τσούν,τρικέφαλον,οφίδ’,άγιοςοΚύρτς,συντέκν,άπιστον,ομνύω,πιστεμένον,άρκον,αρκοτούζακον,αρκουδεύω,αρκοτσούνα,αρκοπάλλαχον,παλλάχ,άρκαινα,χασ̆χασ̆ίτα,χασχασίτα,βαίνω,πρωτόγαλον,σ̆κυρόγαλον,σερέκ’,νόσος,χωμολέον "Χωρολόγι"
Η «Χώρα». Γενικώς οι ξένοι, σε αντίθεση με τα συγγενικά πρόσωπα. Η χώρα ντο λέει μη τερείς = μη κοιτάς τι λένε οι ξένοι. Τη χώρα π’ ακούει, τη χώρας γίνεται = όποιος ακούει τις συμβουλές των ξένων αποξενώνεται απ’ την οικογένειά του. Τη χώρας τα λόγια̤ = ξένες, ανεύθυνες φήμες. Χωρολόγι = Προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή των μικρών ώστε να συνηθίζουν να είναι σεμνοί στην εμφάνισή τους, μόλις φαινόταν η γύμνια τους, φώναζαν : Χωρολόγι ! Χωρολόγι ! που σήμαινε Ντροπή, θα σε γελά ο κόσμος. Οι μικροί έσπευδαν να κρύψουν την γυμνότητα τους κι έτσι από μικρή ηλικία συνήθιζαν στη σεμνότητα.

"Μανάτια"
Εμείς χρησιμοποιούσαμε την λέξη κολονκύθ’ και διακρίναμε μόνο εκτός απ τα συνηθισμένα, τα νεροκολόνκυθα (γιατί τα χρησιμοποιούσαν και ως δοχεία νερού) και μελοκολόνκυθα (τουρκιστί μπάλ γαπαού), κόκκινα μακρουλά και πολύ γλυκά. Τα κολοκύνθια χρησιμοποιούνταν στη μαγειρική με κρέας, με τσιργάνια (τσιγαρίδες από λίπος – άλειμμαν), με γάλα (γαλοκολόνκυθο) ή ξερά κομμένα σε λωρίδες. Επίσης και σε πίττες διαμέσα̤. Στη Ματζούκα εκτός της λέξης κολονκύθ’ ήταν σε χρήση και η λέξη μανάτ’ – μανάτα̤ = βρασμένα κολοκύθια, φουρνομάνατα = κολοκύθια ψημένα σε φέτες στο φούρνο, μανάτ’ κολονκύθ’ = άσπρο και γλυκό κολοκύθι, καστανίτσα, κατάλληλο για να ψηθεί στο φούρνο.
Εννοείται ότι η λέξη δεν έχει καμμία σχέση με το τουρκικό εμανέτ = παρακαταθήκη, εξ ου και το ανδρικό όνομα Αμανάτς – Αμανάτης και Αμανατίδης. Ούτε θα πρέπει να συγχέεται με τη λέξη μανάτ που σημαίνει ρούβλι. Έστειλεν ατόν ο γυιός ατ’ εκατόν μανάτα̤ . Συνήθως τα ρούβλια τα έλεγαν ασημένα̤. Πόσα ασημένα̤ παίρ’ την ημέραν; Ενώ οι λογιότατοι τα ρούβλια τα έλεγαν καρποβόλα. Γίνεται λόγος περί ρουβλίων λόγω της πολύ συχνής και τακτικής μετανάστευσης των Ελλήνων Ποντίων στις χώρες της ρωσικής επικράτειας.
"Τσααιτεύω"
Παλιότερα δοθείσης ευκαιρίας έγραψα πάλι για τη συγκεκριμένη λέξη αλλά από λάθος την κατέγραψα ως τσαετεύω. Το πρώτο συνθετικό -τσα- έχει τη σημασία του λεπτός, ολίγος. Τσατσίν = ξερό κλωνάρι-λεπτό κλαδί. Εξέβεν ση κορώνας τα τσατσία ή κλαδία = βγήκε στα λεπτά κλαδιά όπου μόνο η κορώνα μπορεί να κρατηθεί. Τσατσία και κλαδία πιάν’ = λέγεται για άνθρωπο που βρίσκεται σε αμηχανία και επιζητεί προφάσεις και δικαιολογίες. Τσατσοφωτίζ’ αρχίζει να φέγγει, έρχεται η αυγή, εξ ου και τσατσοφώτιμαν = γλυκοχάραμα. Με τη λέξη αυτή ως πρώτο συνθετικό και τη σημασία του ολίγος παράγεται το τσααιτεύω = μαζεύω λίγα απ’ τα υπολειπόμενα. Όταν τίναζαν απίδια, μήλα, καρύδια και μάζευαν τα φρούτα, θεωρούσαν αμαρτία να μαζέψουν όλα τα φρούτα, αλλά επιβαλλόταν να αφήσουν μερικά πάνω στα δέντρα για τους διαβάτες. Τα παιδιά ή οι διαβάτες μάζευαν αυτά τα υπόλοιπα, ετσααίτευαν, περισυνέλεγαν τα τσααίτα̤. Χάϊτε πάμε τσααιτεύομε τη Κλωνάρας το σποντυλάπ’. Επίσης τσααίτα̤ λέγονταν τα λίγα χόρτα που έμεναν κατά το θέρος αραιά στα βουνά, στα λαγκάδια, στους βράχους και τα οποία μάζευαν, ξέραιναν και τα ανακάτευαν στα άχυρα για τα ζώα. Έλεγαν : επήγαμε ‘ς σα τσααίτα̤.

 Χωρολόγι,μανάτια,τσααιτεύω,γουζίν,έφαγαμε,έπαμες,κορκόδειλας,δαφνοπόταμος,χαρσιώτης,σελβίρα,λεμόνα,τρανταφύλλα,τουτουγιά,σελβίρα,κυπαρισσένια,κυπαρέσσα,παρέσσα,χατούνα,ναζλού,ναρχατού,σουρμαλού,αμανάτς,αποκαμάρωμαν,ψαθύρα̤,κοκκινόκολα,φήμιγμαν,τσ̆αρκούλ,μνημόρα̤,τσιμπαρά̤ουμαι,μιαντή,τσίτεν,τσίτη,χόχορας,κουκουβάγια,χατσένια,μέγγκλα,ζώδια,κύρβας,χαντσεύω,κρούγω,τσούν,τρικέφαλον,οφίδ’,άγιοςοΚύρτς,συντέκν,άπιστον,ομνύω,πιστεμένον,άρκον,αρκοτούζακον,αρκουδεύω,αρκοτσούνα,αρκοπάλλαχον,παλλάχ,άρκαινα,χασ̆χασ̆ίτα,χασχασίτα,βαίνω,πρωτόγαλον,σ̆κυρόγαλον,σερέκ’,νόσος,χωμολέον "Γουζίν"
Το αντίθετο της κόψης του μαχαιριού, του τσεκουριού, του σκεπαρνιού και γενικώς κάθε κοπτικού οργάνου. Τη μαχ̆αιρί το γουζίν, τ’ αξιναρί το γουζίν. Εντώκεν ατον με τη κάμας το γουζίν. Τ’ ατουνού ο νούς πα κόφτ’ άμον τ’ αξιναρί το γουζίν = δεν κόβει το μυαλό του. Γουζωτός = χοντροκέφαλος, αυτός που δεν μπορεί να καταλάβει να εμβαθύνει σε κάποιο νόημα ή κατάσταση. Γουζία παρανύφ’σσα = άμυαλη γυναίκα που δεν κόβει το μυαλό της. Η λέξη δεν έχει καμμία σχέση με το γούζο (τουρκικά) = ανήλιο μέρος, αντίθετο προς το ηλέπορον, ηλιακόν.

" Έφαγαμε – έπαμες"
Οι Δεσμενέτ’ στην περιφέρεια Κιουρτούν, μεταχειρίζονταν τον δωρικό τύπο έφαγαμες, έπαμες, έρθαμες κτλ. αντί του έφαγαμε, έπαμε, έρθαμε. Είναι άξιο παρατήρησης ότι οι Κοτυωρίτες (Ορτουλούδες) που ως γνωστόν αποικίστηκαν απ’ το Κιουρτούν και διατήρησαν το γλωσσικό ιδίωμα της περιφέρειας εκείνης δεν χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δωρικό τύπο επικοινωνίας.

"Κορκόδειλας"
Ευτυχώς για τους Έλληνες του Πόντου, ο Δαφνοπόταμος και ο Χαρσιώτης, ο Ίρις και ο Άλυς δεν είχαν κορκόδειλους. Η λέξη όμως υφίστατο . Υπήρχε στην πατρίδα μας ένα σκουλήκι μεγάλων διαστάσεων μάκρους έως 0,50μ και πάχους περίπου ανδρικού δακτύλου, το οποίο ονόμαζαν κορκόδειλαν.

"Σελβίρα"
Ένα σπάνιο όνομα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ξενόφερτο. Το όνομα Ελβίρα δεν ήταν γνωστό στον Πόντο. Φαίνεται να προέρχεται απ’ το τουρκικό σεβλίν που είναι το κυπαρίσσι. Δηλαδή Σελβίρα σημαίνει Κυπαρισσένια, Κυπαρέσσα, εξ ου και το Παρέσσα. Παρόμοια ονόματα είναι τα : Λεμόνα, Τρανταφύλλα, Τουτουγιά (απ το εύοσμο λουλούδι την τουτουγιάν). Δεν γνωρίζουμε ποια σκοπιμότητα επέβαλε τα ονόματα αυτά, ανδρικά : Μουράτς (Μουράτιος), Αμανάτς, ίσως και άλλα που μου διαφεύουν τώρα, αλλά και τα γυναικεία : Χατούνα, Ναζλού, Ναρχατού, Σουρμαλού κ.ά.

" Σ’ αποκαμάρωμαν έρθεν"
Αυτή την εκφραστική παροιμία τη θυμάμαι πολλές φορές. Λέγεται για κάποιον που ήρθε τη στιγμή που γινόταν η τελευταία εθιμοτυπική τελετή του γάμου, η αποκάλυψη της νύφης και εννοεί όποιον εμφανίζεται αργοπορημένος στο τέλος κάποιας πράξης. Ο γάμος στη Χαλδία άρχιζε την Πέμπτη με την πρόσκληση όλου του χωριού με ψαθύρα̤ (πίττες) ή κεριά με κόκκινη βάση (κοκκινόκολα) ενδεικτικά της χαράς και τελείωνε την Δευτέρα το πρωί, οπότε έφευγαν οι συνοδοί της νύφης, συγγενείς, αδερφοί, θείοι, ξάδερφοι. Μετά τη στέψη η νύφη οδηγείτο στο νυφείον (διαμέρισμα της νύφης) και ακολουθούσε το θύμιγμαν (ή φήμιγμαν – φήμη της νύφης, όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Δημοσθένης Οικονομίδης) με το γνωστό άσμα :
« Αρχήν όταν ευλόγησεν Κύριος ο Θεός μας, τον πρώτον γάμον τίμιον τον εν Κανά τη πόλει…Κύριε Θεέ, φύλαττε τους νεόνυμφους τούτους ..κτλ»
Μετά γινόταν το αποκαμάρωμα, οπότε ο ιερέας σήκωνε το πέπλον (τσ̆αρκούλ) και φαινόταν το πρόσωπο της νύφης το οποίο ήταν σκεπασμένο απ την ώρα του ξεκινούσε το νυφέπαρμαν. Αυτή η τελετή λεγόταν αποκαμάρωμα. Κατά την τελευταία αυτή φάση του γάμου, τα παλιότερα 100-150 χρόνια, ο ιερέας επωφελείτο της ευκαιρίας να συμβουλεύσει τον γαμπρό κρατώντας μαχαίρι στο κεφάλι του, και να του υποδεικνύει τα καθήκοντα του προς τη σύζυγο, να είναι πιστός, να την αγαπά και να την προστατεύει. Το έθιμο αυτό φαίνεται να προήλθε απ΄την Ανατολή διότι κι οι Αρμένιοι το είχαν : Ο τερτέρ (παπάς) κρατώντας μαχαίρι ρωτούσε τον γαμπρό : κιόρες, τοπάλες καπούλ ες; = είτε στραβή (τυφλή), είτε κουτσή είναι, την δέχεσαι ; Κι ο γαμπρός απαντούσε : καπούλ έτς = την δέχομαι.

"Μνημόρα̤ ανοί’ "
Το να ανοίξει κανείς τα μνημόρα̤ (μνήματα-ταφία) ήταν έγκλημα. Η φράση συνηθιζόταν για πολύ άτακτα (άσαλγα) παιδιά.

"Τσιμπαρά̤ουμαι"
Λέξη που χρησιμοποιούσαν στο γειτονικό μας χωριό την Κορόνιξα με τη σημασία : στολίζομαι επιδεικτικά, εφτάγω τσιαλούμα̤ .

"Μιαντή"
Στις ημέρες μας έχει λησμονηθεί πλέον αυτή η λέξη και μόνο οι ηλικιωμένοι θα την θυμούνται. Συνηθιζόταν στην Τσίτεν (Τσίτη) και είχε χλευαστική σημασία : «Ανάθεμά σε μιαντή». Άλλοι θεωρούν τη λέξη μιαντή να έχει σχέση και ρίζα το ρήμα μιαίνω με παράγωγα : αμίαντος – αμίαντη με αντίθετη τη λέξη μιαντή, ενώ άλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από κάποια τουρκική λέξη.

"Χόχορας" (κουκουβάγια)
Πρόκειται μάλλον για ονοματοποιημένη (ηχοποιημένη) λέξη, απ τη φωνή που παράγει η κουκουβάγια χό – χό και που ακούγεται κατά τις καλοκαιρινές νύχτες. Τ’ ομμάτια̤ τ’ άμον τη χόχορα = για μάτια στρογγυλά μεγάλα και εκφραστικά.
Παροιμία : Όλα̤ τ’ όρνεα ΄ς σην μονήν κι ο χόχορας ΄ς σην βοσ̆κήν = όλα τα πουλιά πάνε και κουρνιάζουν το βράδυ για να κοιμηθούν και μόνο ο χόχορας που είναι νυκτόβιο πτηνό, βγαίνει για βοσκή / κυνήγι. Συνηθίζεται να λέγεται για άνθρωπο που κάνει το ανάποδο απ’ αυτό που κάνουν οι άλλοι.

"Χατσένια"
Το εσωτερικό της κολοκύθας, το ινώδες μέρος το οποίο μετά την αφαίρεση των σπόρων (πιπίλα̤), καθαριζόταν και δινόταν ως τροφή στα ζώα μαζί με την φλούδα (γλέπια̤ ή τσέπλια̤). Πιθανόν η λέξη να έχει σημασία με κάτι εσωτερικό όπως το χατσίπορδα = δυνατές πορδές που προέρχονται απ το εσωτερικό. «Ο γέρων ο Παναέτας άρρωστος έν’. Άμον τ’ ομοιάζ’ τα ψωμία τ’ ετελέθαν. ‘Σ σον γυιόν ατ’ πά’ τον Γιάννεν θ’ αφίν’ τα χατσίπορδα τ’»
Απ την ίδια ρίζα πιθανόν να προέρχεται και το όνομα του χωριού Χατσάβερα, ίσως χωριό μέσα σε κοιλάδα, σε γούβα (μικρό χωριό στην περιφέρεια του Τζεβιζλούκ). Γνωμικόν : Εχάλασεν η Χατσάβερα, λεγόταν για μια ασήμαντη ζημία. Σαν να λέμε : Σπουδαίο πράγμα !

 Χωρολόγι,μανάτια,τσααιτεύω,γουζίν,έφαγαμε,έπαμες,κορκόδειλας,δαφνοπόταμος,χαρσιώτης,σελβίρα,λεμόνα,τρανταφύλλα,τουτουγιά,σελβίρα,κυπαρισσένια,κυπαρέσσα,παρέσσα,χατούνα,ναζλού,ναρχατού,σουρμαλού,αμανάτς,αποκαμάρωμαν,ψαθύρα̤,κοκκινόκολα,φήμιγμαν,τσ̆αρκούλ,μνημόρα̤,τσιμπαρά̤ουμαι,μιαντή,τσίτεν,τσίτη,χόχορας,κουκουβάγια,χατσένια,μέγγκλα,ζώδια,κύρβας,χαντσεύω,κρούγω,τσούν,τρικέφαλον,οφίδ’,άγιοςοΚύρτς,συντέκν,άπιστον,ομνύω,πιστεμένον,άρκον,αρκοτούζακον,αρκουδεύω,αρκοτσούνα,αρκοπάλλαχον,παλλάχ,άρκαινα,χασ̆χασ̆ίτα,χασχασίτα,βαίνω,πρωτόγαλον,σ̆κυρόγαλον,σερέκ’,νόσος,χωμολέον "Μέγγκλα"
Μέγγκλα = χοντρό, στραβό ραβδί, μαγγούρα, κατ’ αντίθεση προς την βίτσαν = λεπτή εύκαμπτη βέργα, στουράκ = βακτηρία /μπαστούνι, λοπούτ’ = χοντρή βακτηρία, τοπούζ’ = ρόπαλο, λεπτό στα λαβή και χοντρό στο κάτω μέρος. Χλευαστικά λεγόταν : Άμον μέγγκλα = άγαρπο, άσχημο. Η λέξη μεγγκλαράς δεν υπήρχε ως έκφραση. Μέγγκλα λεγόταν κατ’ επέκταση αλλά και εμπαικτικώς το τεντωμένο (σε στήση) γεννητικό όργανο του γαϊδάρου. Άμον γαϊδάρ’ μέγγκλαν = άσχημο ασουλούπωτο, αποκρουστικό. Φώναζε το παιδί στη μητέρα του που επειγόταν να τελειώσει κάποια εργασία : Μάνα, ντο θα φέρτ’ς ΄με; κι εκείνη θυμωμένη απαντούσε απότομα : Γαϊδάρ’ μέγγκλαν θα φέρω ‘σε.

"Τα ζώδια"
Έδιναν μεγάλη σημασία για τη σύναψη του γάμου αν εταιρίαζαν τα ζώδια. Υπήρχαν ορισμένοι ειδικοί οι λεγόμενοι δεβασμέν’ οι οποίοι κατείχαν βιβλία σχετιζόμενα με τα ζώδια, σπουδαιότερος των οποίων ήταν ο παπα Δημήτρης ο Σαρπισκενόν για τον οποίο πίστευαν ότι είχε ένα παλιό βιβλίο σολομωνικής το οποίο συμβουλευόταν για τα ζώδια. Όταν λοιπόν γινόταν σκέψη για γάμο, ρωτούσαν τον παπα Δημήτρη, σε περίπτωση θετικής απάντησης τελούσαν τον γάμο και στην αντίθετη περίπτωση «’κ̆ι’ ταιριάζνε τα ζώδια τουν» ματαιωνόταν. Ο οιωνοσκόπος έπαιρνε τις σχετικές πληροφορίες για τις ημερομηνίες γέννησης των νεόνυμφων, συμβουλευόταν το βιβλίο και αναλόγως πληροφορούσε τους ενδιαφερόμενους. Η φράση : Τα ζώδια του ‘κ̆ι’ ταιριάζ’νε είχε την έννοια δεν ταιριάζουν οι χαρακτήρες τους. Υποθέτουμε ότι απ τη λέξη ζώδια παρήχθη η λέξη ζούδια = ζωγραφιά/καρικατούρα ανθρώπου ή ζώου : Ατο ντο ζουδίαν έν’ ντ’ εποίκες ατού κι αν’ ; (τι γελοιογραφία είναι αυτή που σχεδίασες;). Στα τουρκικά λεγόταν πιπέντ.

"Κύρβας"
Τουρκοποντιακή λέξη που χρησιμοποιείτο από Έλληνες Ποντίους και τούρκους ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Η σημασία της λέξης αυτής είναι όμοια με την Ομηρική λέξη “ξένος”. Δύο τούρκοι μεταξύ τους δεν ήταν κυρβάδες, ούτε κάποιος τούρκος προσαγόρευε άλλον τούρκο με την προσφώνηση κύρβα. Κυρβάδες γινόντουσαν ένας Έλληνας κι ένας τούρκος όταν ως φίλοι φιλοξενούσαν ο ένας τον άλλον σε κάποια περίσταση. Ο τούρκος υποστήριζε και σεβόταν την οικογένεια του ρωμιού καθώς σχεδόν πάντα είχε οικονομικό όφελος. Πολλές φορές η φιλία αυτή έφτανε και σε κουμπαριά λόγω γάμου η βάπτισης τέκνου δηλαδή ο τούρκος να καταβάλει τα έξοδα για τη στέψη του Ρωμιού. Πάντως προσφωνούνταν κουμπάροι κι όχι σύντεκνοι. Υπάρχει και το αντίστροφο παράδειγμα του Ισάκ γιού του Απτουλλάχ απ την Τσίτη. Επειδή πέθαιναν τα παιδιά του, τον συμβούλεψαν να βαφτίσει το τελευταίο του παιδί τον Ισάκ. Έτσι κρυφά τη νύχτα ο παπα Ιορδάνης βάφτισε τον Ισάκ με ανάδοχο την Ελένη Εφραιμίδου την οποία ο Ισάκ σεβόταν και την ονόμαζε δεξαμέντσα (νουνά). Αλλά πόθεν η λέξη κύρβας ; Κατά τη γνώμη μου είναι ελληνική, παραφθορά του κυρά – εκυρά – ή κύριος. Οι τούρκοι άκουγαν τη λέξη απ τους Έλληνες και την πρόφεραν όπως μπορούσαν οπότε το κυρά έγινε κύρβα.

"Χαντσεύω" = τσουρουφλίζω, καψαλίζω, εξ ου και χαντσεμένος = καψαλισμένος. Εχάντσεψαν τα κηφάλια̤. Φράση : Αφκακές χαντσεύ’ = ενεργεί ύπουλα-κρυφά, επιδιώκει να βλάψει. Χαντσοκόρφαδον / κορφάδ’ = κορφή δενδρυλλίου ή κλαδιού, καψαλισμένη κορφή δέντρου οπότε το δέντρο έκτοτε έμενε ατροφικό, καχεκτικό. Χλευαστική έκφραση για κοντό καχεκτικό κορίτσι ή γυναίκα : «Ατό το χαντσοκόρφαδον επεγιανεύτες;»
Άλλες εκφράσεις : Αχαντσεύετεν το φαγίν = μύρισε – κάηκε. Εχαντσιμυρίασες το φαγίν = τσίκνισε. Χαντσιμυρέαν μυρίζ’ = μυρίζει τσίκνα.
Η ρίζα της λέξης έχει σχέση με τη φωτιά / άψιμον. Χαντζοκράτες = ή απλά το σίδερο, μια σιδερένια λάμα πάχους 0,02μ, πλάτους 0,04μ και μήκους 0,50μ που το τοποθετούσαν στα παρακαμόλιθα (πέτρες της παρακαμής/εστίας) και πάνω του στηριζόταν το χαλκόν (καζάνι), άλλοτε το αντικαθιστούσε ο τρίποδας που λεγόταν εμπροστία.
Έκφραση : «Το κρύο ή ο αέρας χαντσεύ’ = το κρύο ξυρίζει. Δεν θα πρέπει να συγχέεται με το τουρκικό χασ̆εύω που σημαίνει ζεματίζω / χασ̆εμένος = ζεματισμένος, μεταφορικά δηλώνει τον δειλό, τον σουφρωμένο.

"Κρούγω"
Ανώμαλο ρήμα που σημαίνει χτυπώ. Ακολουθούν εκφράσεις με το ρήμα κρούγω : Κρούγω την καμπάναν και σήμαίνω την καμπάναν. Ναίπαι ντός την καμπάναν ή το σήμαντρον. Κρούγω το λιθάρ’. Κρούγω ‘σε. Κρούγω κι αποσταμνίζω ‘σε = κτυπώ και σε διαλύω, σε ξεχαρβαλώνω. Οι χρόνοι του ρήματος έχουν ως εξής : Παρατ: Εντούνα – Αόρ : Εντώκα – Προστακτ : Ντός, Ντόστε, Ντοσέστε, Ντότε - Μετοχή : Ντογμένος (χτυπημένος, προσβλήθηκε από αρρώστια). Υπάρχει και η μετοχή δογμένος που σημαίνει τον προσβεβλημένο και έτοιμο να σαπίσει. Ατο το κολονκύθ’ δογμένον έν’. Δίγω, εδίνα, εδέκα και εδώκα, δός – δόστε και δοσέστε, δομένος και δοσμένος. Παράγωγο : δότες = δότης-δοτήρ. Δόσ̆ια = χαρίσματα. Απ το κρούγω παράγονται τα : κρούχτικον βούδ’ = βόδι που χτυπάει με τα κέρατα του ήτοι κερα̤τάζ’ και το ντόσιμον = χτύπημα.

"Τσούνα και μιαντή"
Στην περιφέρεια Κρώμνης μεταχειρίζονταν την ύβρη αυτή : τσούνα και μιαντή, προς παντός στις γυναίκες σε σοβαρούς καβγάδες. Ήταν μια απ τις πιο σοβαρές ύβρεις και στρεφόταν κατά της ηθικής και της τιμής της υβριζόμενης η οποία παρομοιαζόταν με σκύλα αδιάντροπη, μιασμένη, βρωμερή, μολυσμένη γυναίκα. Η ύβρις τσούνα και τσουνίν ήταν περισσότερο συνηθισμένη και κοινή μάλιστα ανάλογη με το σ̆κύλλε και σ̆κυλλίν (για τους άνδρες) χωρίς να προσβάλει την τιμή του ή της υβριζόμενης. Όταν συνδυάζονται και οι δύο λέξεις μαζί : τσούνα και μιαντή σήμαιναν : ξετσίπωτη πόρνη.

"Τρικέφαλον οφίδ’ "
Για πολύ άτακτα παιδιά έλεγαν : άμον τρικέφαλον οφίδ’, ενώ για τα κλαψιάρικα βρέφη : Αγίας Κερεκής άψιμον / που με τις κλάψες και ανησυχίες τους ταλαιπωρούσαν τις μάνες τους. Υπήρχε και «Τ’ οφιδί το φόρεμαν», κάθε χρόνο τα φίδια αλλάζουν το εξωτερικό περίβλημα του “δέρματος τους”, ένα λεπτό άσπρο εύθραυστο φόρεμα το οποίο στον Πόντο το χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο. Υπήρχε επίσης και η έκφραση : «Οφιδί μοιασίδας έχ̆» που την χρησιμοποιούσαν για άνθρωπο αποκρουστικό, άγριο και σκληρό, όμοιο με φίδι. Για γυναίκα άγρια, σκληρή και άπονη έλεγαν : «άμον τσαπνίτσα», δηλαδή, σας γυναίκα της φυλής των τσαπνήδων που θεωρούνταν άγριος λαός που βρισκόταν ως νομάδες στα βουνά του Πόντου.

" Άγιος ο Κύρτς ! "
Όταν κάποιος ομιλητής εν τη ρύμη του λόγου του (ιδίως περί γερόντων), τύχαινε να του ξεφύγει μια λεπτομέρεια, μια λέξη ή ένα όνομα και κάποιος ακροατής εκ των συμφραζομένων καταλάβαινε, και επενέβαινε συμπληρώνοντας το κενό, τότε ο ομιλητής με αίσθημα ευχαρίστησης αποδεχόταν την συμπλήρωση αυτή με την φράση : Άγιος ο κύρτς. Αυτό σήμαινε Μπράβο, ν’ αγιάσουν τα κόκκαλα του πατέρα του (λόγω του ότι ο ακροατής παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την ομιλία του ομιλητή και τρόπον τινά τον τιμούσε με την προσοχή του). χάριν αστειότητος οι νέο συμπλήρωναν : Άγιος ο κύρτς και ζερκαδία η μάννα σ’.

"Τη συντέκν’ ιμ’ το χωράφ’ έτον"
Άγνωστο από ποιο περιστατικό προέκυψε η φράση αυτή, αλλά προσδιόριζε κάτι που χάθηκε για πάντα, που διέφυγε ανεπιστρεπτί. «Ατό τη συντέκν’ ιμ’ το χωράφ’ έτον, ανάσπαλον α, επήγεν, ‘κ̆ι’ κλώσ̆κεται». Άλλη φράση : Το χωραφόπο μ’ εδέβαν ατο (ειρωνική έφραση) που σήμαινε, αυτό το περάσανε, είναι πλέον ξεπερασμένο.

Άπιστον ουντάν ομνύ’ ο πιστεμένον πιστεύ’ α̤τον
Η φράση έχει τη σημασία ότι : ο άπιστον (δηλαδή ο ψεύτης, τον επίορκος) όταν βεβαιώνει κάτι με όρκο, ο πιστεμένον (δηλαδή ο πιστός, ο σεβόμενος τον όρκο) τον πιστεύει, γιατί υποθέτει ότι και ο επίορκος θα σεβαστεί τον όρκο του. Γενικώς σημαίνει τον αφελή, τον εύπιστο που γίνεται θύμα του ψεύτη.

Άρκον
Η αρκούδα δεν ήταν τόσο αποκρουστικό ζώο όπως ίσως θα πίστευαν κάποιοι. Άρκος λέγεται το αρσενικό και άρκαινα ή αρκοτσούνα το θυλυκό, ενώ το νεογνό λέγεται παλλάχ ή αρκοπάλλαχον. Εκ της λέξεως άρκος έχουμε πολλά παράγωγα, όπως : Αρκουδέτας = τα καμώματα της αρκούδας, Αρκουδεύω = αρκουδίζω, το συνήθιζαν τα παιδιά που βάδιζαν στα τέσσερα, Αρκοτούζακον = παγίδα για αρκούδες, Αρκομά̤λια = ασθένεια, μά̤λια = ψώρα, Αρκόλολον = άνθος ενός κατακόκκινου λουλουδιού σαν μεγάλη παπαρούνα, Αρκουδία = άρκαινα, λεγόταν με ονειδισμό για αδέξιες γυναίκες. Ο Άρκος ήταν χορτοφάγος (χορτοφάγας) και δεν επιτιθόταν στους ανθρώπους εκτός εάν δεχόταν ενόχληση ή ερεθισμό εκ μέρους των ανθρώπων. Ποτέ δεν ακούστηκε άρκος να έχει φάει άνθρωπο. Περιπτώσεις δαξίματος (δαγκώματος) υπήρχαν αλλά όχι κατασπαραγμού. Σύμφωνα με την παράδοση (μυθολογία) μεταξύ ανθρώπου και αρκούδας υπήρχε συγγένεια. Αναφέρεται : Άρκον άρθωπος έτος κι έλεγαν ατον Βασίλ’. Έναν ημέραν ο Βασίλτς εξέβεν ΄ς έναν κεράσ̆ απάν’ κι’ έτρωγεν κεράσ̆ια̤.. Ζέστα̤ έτον κι ο Χριστόν πά έτυχεν να περάν’ επ’ εκέσ’, νεγκασμένος και διψασμένος και παρεκάλεσεν ατόν να σύρ’ α̤τον ολίγα κλαδόπα κεράσ̆ια̤ να τρώη ατά και σεριλια̤εύκεται. Αμάν ο Βασίλτς έσυρεν ατον πιπίλα̤. Ο Χριστόν πα εκατερέθεν ατόν και είπεν ατόν να γίνεται άρκος. Ας ατότες κιάν’ τον άρκον έλεγαν ατον Βασίλ’ – Αρκοβάσιλον.

"Χασ̆χασ̆ίτα"
Χόρτο του αγρού (παπαρούνα) με το οποίο μαζί, ανακατεμένο με άλλα χορταρικά όπως τυριζίτας, στρατίτας, κιντέας, σαχταρούτσας κ.ά. παρασκεύαζαν το εύγεστο, μυρωδάτο και θρεπτικό φαγητό χάπσ̆ια το οποίο σε μερικά χωριά λεγόταν αλυκά. Τα χάπσ̆ια παρασκευάζονταν την περίοδο της νηστείας με λάδι (νεστια̤κά) και την απάσκαν με βούτυρο ή καβουρμά και κορκότα. Η χασ̆χασ̆ίτα φαίνεται ότι είναι ένα είδος οπίου (χασ̆χάσ̆ ). Ο κορμός του ξεραινόταν και σχημάτιζε σωλήνα πάχους περίπου τεσσάρων χιλιοστών. Αυτός ο σωλήνας λεγόταν κοιμίστρα̤ καθώς είχε ναρκωτική ιδιότητα. Αυτός ήταν ο λόγος που τον έδεναν στο χαϊμαλί του παιδιού ή στην κάμαρα της κούνιας του για να προκαλέσει ύπνο στο παιδί. Κάποια χόρτα τα έτρωγαν ωμά και τέτοια ήταν : τα τσουντσούνας, καρτσάλας, λαφυρίτας, ξηρά και μαγειρεμένα τα σκορδοτσάγκια̤, κορασίτας, μαυρολάχανα, καλαμάνια, κογκολόσ̆ια̤, αυλούκια̤, ρεφανίτας κ.ά. Στις άκρες των χωραφιών φύτρωνε ένα ψηλό χόρτο με κλαδιά που είχαν πολύ ιδιάζουσα οσμή. Στο χωριό μας, το έλεγαν πουγγίτας ενώ στη Χαβίανα το έλεγαν μαντάκια̤ με το οποίο παρασκεύαζαν εύγεστο πασ̆κιτανοσ̆ούρβ.

"Βαίνω"
Διαβαίνω = περνώ, Εδεβήνα, εδέβα, δέβα, δεβάτε. Η δέβα = το πέρασμα. Γουρπάν ‘ς σα δέβας ισ’ = (χαϊδευτική έκφραση για τα μικρά παιδιά), να χαρώ το περπάτημά σου, να σε χαρώ.
“ Άλλο ‘ς σο σπίτι σ’ ‘κ̆’ έρχομαι ‘ς σην αύλια̤ σ’ ‘κ̆ι δια̤βαίνω”
Διαβαίνω και αντιδιαβαίνω = περνοδιαβαίνω
Αντιδιαβαίνω = προσπερνώ
Αντιδιαβαίνω και Εντιδέβα τον = τον προσπέρασα/ξεπέρασα
Απιδιαβαίνω = παραμελώ, αφήνω. Απιδέβα μας = άφησε μας ήσυχους, τράβα στο καλό σου
“ Άλλεν κόρην εγάπεσα κι εσέν’ θ’ απιδια̤βαίνω”
Πεδια̤βαίνω = περνώ από πίσω, υπερβαίνω το βουνό. Επιδέβεν ‘ς σο ραχ̆ίν οπίσ’ = πέρασε πίσω απ το βουνό. Επιδέβεν τ’ οσπίτ’ν ατ’ = παραμέλησε το σπίτι/οικογένεια του. Επιδέβεν ο ήλον = έδυσε ο ήλιος. ‘Σ ση ήλ’ την πιδέβαν = στη δύση του ήλιου.
Εβγαίνω = βγαίνω. Εξέβα τον ανέφορον. Εξέβεν ΄ς σο μήλον απάν’. ‘Σ ση ήλ’ την έβγαν. ‘Σ ση φέγγονος την έμπαν.
Βγαλμένος : “Σχ̆ηχούνα μ’ το κοτσόν τ’ αντσί σ’, το σκούλος τ’ εβγαλμένον”

Εμπαίνω = μπαίνω. Έμπα.
Ανηβαίνω (για τη ζύμη) = φουσκώνω. Ενέβεν το ζουμάρ’ = φούσκωσε.
Ανανήβ’ =άζυμον
Κατηβαίνω – κατεβαίνω, εκατέβα, κατέβα, κατήβα. Καταβασέα = αρρώστια, αποπληξία. Έρθεν ατόν κατεβασέα = έπαθε αποπληξία.
παραδια̤βαίνω = περνώ τα όρια. Τ’ ατουνού η ζαντία επαρεδέβεν = η τρέλα του, ξεπέρασε τα όρια. Επαρεδέβεν τ’ απίδ’ = το απίδι παραγίνωσε / έγινε υπερώριμο.

Κλητικόν «ῳ» ή «χῳ»
Στην κλήση των ονομάτων αντί του ῳ λεγόταν το αί : Παρασ̆κευή, αί Παρασ̆κευή. Γιωρίκα, αί Γιωρίκα. Στην κλητική τονίζεται πάντοτε η πρώτη συλλαβή έστω και προπαραξύτονη : Σόφια, Δέσποινη, Εύγενη, Γιώρικα, Μάγδαλενη, Άντρονικε, Χάραλαμπε.

Πρωτόγαλον - σ̆κυρόγαλον
Το γάλα των πρώτων ημερών μετά την γέννηση λεγόταν πρωτόγαλαν. Τον Αύγουστο, όταν το γάλα των προβάτων γινόταν πηκτό, το έβαζαν σε ένα δοχείο (χαλκόν ή τέντσερην) και το τοποθετούσαν στη φωτιά. Το έβραζαν για πολύ ώρα έως ότου γίνει πηκτό σαν γιαούρτι. Πρόσθεταν και λίγη ζάχαρη, οπότε γινόταν ένα εύγεστο φαγητό. Αυτό λεγόταν σ̆κυρόγαλο ή τουρκιστί κορομάζ.

"Σερέκ’ "
Έτσι λεγόταν η κρούστα που σχηματιζόταν σε οτιδήποτε υγρό κατά τη διάρκεια που από πολύ ζεστό γινόταν κρύο. Για παράδειγμα το γάλα που έβραζε και μετά εσερέκωνεν (σχημάτιζε κρούστα). “Το γάλα σερεκών”.
Νόσος
Νόσον ‘κ̆ι’ παίρω = δεν παίρνω μυρωδιά. Δεν έχει σχέση με την νόσο = ασθένεια. Άλλη σημασία έχει το νοϊζω, επι ζώων, μυρίζω τα ίχνη, ιχνηλατώ. Ο σ̆κύλον έν’ πολλά νοϊτόν, νοϊζ’, άρκον’ ‘κ̆ι’ νοϊζ’ = δεν παίρνει μυρωδιά δεν μπορεί να παρακολουθεί τα ίχνη άλλου ζώου. Αγρονόετος = αργά καταλαβαίνει τη μυρωδιά, κατ’ επέκταση αργά αντιλαμβάνεται / ο ανόητος.

"Χωμολέον"
Δεν έχει σχέση και συνάφεια με τον χαμαιλέοντα. Πρόκειται για ζωύφιο που ζει μέσα στη γή. Ορισμένη εποχή του χρόνου σκάβει το χώμα και σχηματίζει μια οπή με κωνοειδές υψωματάκι. Άμον χωμολέον = για όποιον κρύβεται για να μη γίνει αντιληπτός / για να μη τον δουν. Χωμοδεύτια / χωμοδεύτρια = λεπτή δοκός τοποθετημένη στις αχυρώνες στην άκρη της στέγης για να συγκρατεί το χώμα (χωμο-δέτρια = δένουσα το χώμα).

Πηγή : Π.Η.Μελανοφρύδης - Ποντιακή Εστία Τεύχος 147 - 168ον

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ