• Home
  • Γλώσσα
  • Δα̤βαίνω ή δεβαίνω. Ποντιακή διαλεκτολογία. Ετυμολογία, ιδιωματισμοί

Δα̤βαίνω ή δεβαίνω. Ποντιακή διαλεκτολογία. Ετυμολογία, ιδιωματισμοί

δα̤βαίνω,δεβαίνω,ετυμολογία,συνώνυμα,ιδιωματισμοί,χαλδία,δά̤νω,κοτύωρα,εδέβα,δα̤βάζω,δα̤βαίνωπλάν,δα̤βούμενος,αναγνώθει,εδήβαν,στομολόεμαν,βασκανία,γλωσσοφαγιά,ήλεν,χρά,ποντιακή,διαλεκτολογία,διάλεκτος,γλώσσα,λαογραφίαΔεβαίνω (Χαλδία), δά̤νω (Κοτύωρα), Αόριστος : εδέβα, εδήβα, Μετοχή : δα̤βούμενος. Απ’ το αρχαίο διαβαίνω. Ο τύπος δά̤νω κατ΄επίδραση του δά̤ζω , δι ου ο ιδιωματισμός δα̤βάζω.

Ερμηνείες :
1. Διέρχομαι, περνώ : Δα̤βαίν απεμπροστά μουν και καλημέρα ‘κ̆ι’ λέει μας. Εδέβα το ποτάμιν. Φράση : Δα̤βαίνω πλάν (απέρχομαι). Πάω δα̤βαίνω (απέρχομαι ανεπιστρεπτί. Σ’ εσέν’ δα̤βαίν’ το νάζι μ’ (σε σένα έχω θάρρος). Η παρά ‘κ̆ι’ δα̤βαίν’ (είναι κίβδηλο το χρήμα). Εδέβεν κα (παρασύρθηκε ή κατακρημνίσθηκε), λχ : εδέβεν κά το χωράφ. Εδέβεν κά το γεφύρ’, εδέβεν κά τ’ οσπίτ’ κτλ. Δα̤βαίνω ας σην τέχνη μ’ (αφήνω – παρατώ την τέχνη μου). Πολλά εδέβαν ‘ς σο κιφάλι μ’ (πολλά δεινά πέρασαν απ’ το κεφάλι μου = πολλά δεινά υπέστην ). Μετοχή : δα̤βούμενος = διερχόμενος, περνώντας. Δημώδες άσμα : « Ο βασιλά̤ς δα̤βούμενος στέκει και αναγνώθει».

2. Παρέρχομαι. Φράση : εδήβαν τα χρόνα̤ μ’ (γέρασα). Εδήβεν απ’ ατόν ο κόσμος (έχασε τη χαρά του). Ας εμέν’ εδέβεν ο κόσμος = δεν έχω πλέον ελπίδα ζωής. Εδέβαν τα μήλα = παρήλθε η εποχή τους.
3. Αποθνήσκω = πεθαίνω. Το παιδίν ας σο στομολόεμαν εδέβεν (το παιδί πέθανε από βασκανία – γλωσσοφαγιά.
4. Είμαι ανώτερος, υπέρτερος από κάποιον άλλο. Φράσεις : Εγώ ατόν δα̤βαίν’ ατόν. Δα̤βαίν’ ατον σα χρόνα̤ (είμαι μεγαλύτερός του). Δα̤βαίν’ ατον σο τρέξιμον (τον ξεπερνώ στο τρέξιμο). Δα̤βαίν’ ατον ΄ς σην δουλείαν (είμαι εργατικότερός του)
5. Δύω. Εδήβεν ο Ήλεν.
6. Αλλάζω, μεταβάλλομαι. Εδέβεν η χρά τ’ (κιτρίνισε), χρά = χροιά του προσώπου

Πηγή : Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος - Αρχείον Πόντου - Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ