Όταν ψυχορραγούσε η Σαντά (Σάντα) – Τα γεγονότα του 1917-1923, του Ευρ. Χειμωνίδη
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1921, ενάμιση χρόνο δηλαδή νωρίτερα από το γενικό ξερίζωμα του Ποντιακού Ελληνισμού η Σάντα έπαψε να υπάρχει. Γυναίκες, γέροι και παιδιά με ελάχιστους στρατεύσιμους που δεν είχαν προφτάσει να διαφύγουν, πήραν το δρόμο προς την εξορία. Όταν ψυχορραγούσε η Σάντα - Τα γεγονότα του 1917-1923
Το βράδυ της ημέρας εκείνης για πρώτη φορά ύστερα από εκατοντάδες χρόνια, δεν σήμαναν οι καμπάνες σε κανένα από τα επτά χωριά της περήφανης Σάντας για τον Εσπερινό και το ξημέρωμα της Κυριακής την βρήκε θαμμένη κάτω από τους καπνούς των σπιτιών της που είχαν παραδοθεί στη φωτιά μετά από τη λεηλασία τους, ενώ τα γυναικόπαιδα συνέχιζαν με σφιγμένη την ψυχή και δακρυσμένα τα μάτια την πορεία προς το άγνωστο. Για πού άραγε; Στο ερώτημα αυτό που τυραννούσε την σκέψη όλων μας κανένας δεν μπορούσε να δώσει απόκριση και οι μαύρες προαισθήσεις δικαιολογημένες από την ενθύμηση της τύχης των Αρμενίων τόνιζαν ακόμα περισσότερο την βασανιστική αβεβαιότητα καθώς σέρναμε τα κουρασμένα μέλη μας όλο μπροστά, κουρελήδες και πεινασμένοι. Ήταν το πρώτο ομαδικό ξεκλήρισμα ενός ολόκληρου πληθυσμού και η είδηση έπεσε σαν κεραυνός από καθαρό ουρανό στα γύρω ελληνικά χωριά και στην Τραπεζούντα. Είναι αλήθεια ότι τον Ιούλιο ακριβώς πριν από 2 μήνες είχε εκτοπισθεί στο Ερζερούμ και στο Χούνουζ, έξι μέρες πορεία πέρα από το Ερζερούμ προς την κατεύθυνση του Μούς, ένα τμήμα του άρρενος πληθυσμού της Τραπεζούντας, αλλά η ενέργεια εκείνη δεν μπορούσε να συγκριθεί ούτε σε έκταση, ούτε σε βάθος με το σβήσιμο της Σάντας που ήταν ολοκληρωτικό. Έπειτα, για την εκτόπιση των ανδρών της Τραπεζούντας, υπήρχε μια άμεση αφορμή. Όπως είναι γνωστό, η εκτόπιση αυτή είχε ακολουθήσει τον βομβαρδισμό της Τραπεζούντας από το θωρηκτό Λήμνος στις 07 Ιουλίου 1921. Για την ιστορία ας σημειωθεί ότι είχαν ριχτεί την ημέρα εκείνη από το Ελληνικό θωρηκτό, μερικές οβίδες που έκαμαν λίγες ασήμαντες ζημίες. Μεταξύ άλλων χτυπήθηκε και χάλασε ένα μέρος του ωραιότατου σπιτιού της οικογένειας Θεμιστοκλή Βελισσαρίδη στην Αγία Μαρίνα. Ανθρώπινα θύματα δεν φαίνεται να υπήρχαν άλλα εκτός από τον τούρκο επίατρο Κεμάλ Μπέη, ένα θαυμάσιο άνθρωπο ο οποίος δεν αρνήθηκε ποτέ την επιστημονική του βοήθεια σε χριστιανό που χτύπησε την πόρτα του, ή τον κάλεσε στο σπίτι του χωρίς καμία αμοιβή. Για τον εκτοπισμό των κατοίκων της Σάντας άμεση αφορμή δεν υπήρχε. Υπήρχε βέβαια μια κατάσταση ανυποταξίας δυσάρεστη για το κράτος, του οποίο έθιγε το γόητρο, αλλά η κατάσταση αυτή είχε πάρει μια μορφή μονιμότητας και τίποτε δεν προμηνούσε την ξαφνική απόφαση των τουρκικών αρχών να τερματίσουν την ανωμαλία αυτή. Εδώ χρειάζεται μια μικρή παρένθεση: Στη συνείδηση αρκετών Σανταίων υπαίτιοι της συμφοράς ήταν οι αντάρτες της Σάντας. Το ίδιο μας είχε δηλώσει και ο επικεφαλής ταγματάρχης της στρατιωτικής δυνάμεως που συνόδευσε τον εκτοπιζόμενο πληθυσμό έως την Αργυρούπολη, κατά τον πρώτο ολιγόλεπτο σταθμό μας στο ύψωμα Γαζουχλού. Στη σύντομη λοιπόν αυτή εξιστόρηση, την πρώτη του τραγικού χαλασμού, είμαι υποχρεωμένος έχοντας άμεση αντίληψη των πραγμάτων να ξεκαθαρίσω το αντιλεγόμενο τούτο σημείο. Και όχι τόσο για την μνήμη αγνών ανθρώπων που πέθαναν για την ιδέα για την οποία καυχώμεθα εμείς οι Έλληνες ότι είμαστε κάθε στιγμή έτοιμοι να θυσιάσουμε το παν, όσο για την ιστορική αλήθεια την οποία επιθυμεί να υπηρετήσει η μελέτη αυτή. Γι αυτό είναι απαραίτητη μια μικρή παρένθεση. Η ανώμαλη από την άποψη των τουρκικών αρχών κατάσταση στη Σάντα που πήρε τη μορφή πλήρους ανεξαρτησίας της περιοχής, χρονολογείται από την εποχή της αποχώρησης των ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο και της ανακαλύψεως του από τους τούρκους. Στα τέλη του 1917 η αλλαγή της διοικήσεως συνετελέσθη παντού κατά το μάλλον ή ήττον ανώδυνα χωρίς σοβαρά επεισόδια. Στη Σάντα δεν έγινε το ίδιο. Αποκλεισμένη, καθώς ήτανε από τα χιόνια, δεν μπορούσε να διατηρεί τακτική επικοινωνία με την Τραπεζούντα και να πληροφορείται την εξέλιξη των πραγμάτων. Η αποχώρηση των Ρώσων είχε φτάσει σαν ένας μακρινός, ακαθόριστος αντίλαλος μαζί με το μύθο της οργανώσεως στρατού του Καυκάσου που θα εμπόδιζε την επάνοδο της τουρκικής διοικήσεως. Στο μεταξύ, οι τούρκοι των γειτονικών προς τη Σάντα χωρίων, καλά πληροφορημένοι για την κατάσταση και έχοντας στο μάτι τη Σάντα ετοιμάζονταν για μια γενική επίθεση εναντίον της. Τα ζώα των Σανταίων και ο οικιακός πλούτος τους: χαλκώματα, ρουχισμός, κρεββατικά και τα λοιπά θα ήταν για αυτούς πολύτιμη λεία μαζί με τα θερινά βοσκοτόπια που θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιούν πλέον ανενόχλητα μετά την εξουθένωση των αντιπάλων. Οι Σανταίοι που έμαθαν τις προθέσεις των τούρκων γειτόνων συνεκάλεσαν το Δεκέμβριο του έτους εκείνου του 1917 Γενική Συνέλευση, η οποία ύστερα από τριήμερες συζητήσεις απεφάσισε την προβολή αντιστάσεως εναντίον κάθε επιδρομής απ έξω και εξέλεξε διοικούσα επιτροπή του αγώνα. Με πρόεδρο τον Θεοδόση Χειμωνίδη, γραμματέα τον Ιω, Κουφαντζή, ταμία τον Ισαάκ Κούρτογλου και συμβούλους τους Αβραάμ Καλαϊτζίδη και Χρήστο Σεβαστίδη. Η επιτροπή αυτή ανέλαβε σαν να λέμε την πολιτική διοίκηση και το γενικό χειρισμό της κατάστασης, ενώ παράλληλα εξελέγησαν και οπλαρχηγοί από κάθε χωριό που θα ήταν υπεύθυνοι για την ενεργή αμυντική οργάνωση της Σάντας. Γενικός αρχηγός εξελέγη ο Ιωάννης Σπαθάρας με βοηθούς οπλαρχηγούς κατά τόπους στα χωριά τους: Ιω. και Ευκλείδη Κουρτίδη στου Ισχανάντων, Ιω, Τριανταφυλλίδη σήμερα δάσκαλο στη Βέροια, στο χωριό Πινατάντων, τον Ιω, Ζαχαριάδη στο χωριό Τερζάντων, τον Ιω, Ορφανίδη στου Κοζλαράντων, Αβραάμ Καλαϊτζίδη στου Ζουρνατσάντων και τον Χρ, Σεβαστίδη στου Πιστοφάντων. Η οργάνωση της άμυνας στηριζόμενη σε 180 περίπου ένοπλα παλληκάρια και στην απρόσιτη άγρια φύση αποδείχθηκε άριστη. Επανειλημμένες απόπειρες εισβολής των γειτόνων αποκρούστηκαν. Στις 25 Ιανουαρίου του 1918 έγινε η μεγαλύτερη επιδρομή από την πλευρά του Φτελέν (σχετικά ευπαθέστερη) που αποκρούστηκε ύστερα από πολύωρη μάχη, στην οποία οι Σανταίοι είχαν 3 νεκρούς: τον Χριστ. Σισμανίδη και τους γιους του Γιώργο και Μιχαήλ και ένα τραυματία τον Παντελή Κοπαλίδη. Οι τούρκοι άφησαν 14 νεκρούς και 2 τραυματίες. Όλα πήγαιναν καλά, αλλά η κατάσταση αυτή, όπως μπορεί να την εννοήσει ο καθένας, δεν μπορούσε να βαστάξει περισσότερο. Ο Πόντος είχε ανακαταληφθεί από καιρό ολόκληρος και έμενε μόνο η Σάντα μια απομονωμένη νησίδα αντιστάσεως δίχως καμία δυνατότητα ανεφοδιασμού και δίχως ελπίδα εξωτερικής βοήθειας. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί κάποια διέξοδος και βρέθηκε με τη μεσολάβηση του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου ο οποίος επικοινώνησε με τον τούρκο Μέραρχο Τραπεζούντος και επέτυχε να σταλεί αξιωματικός του τακτικού τουρκικού στρατού μαζί με τον καθηγητή Φίλιππο Χειμωνίδη και τον έμπορο Κ. Σιδηρόπουλο, για την τυπική παράδοση της Σάντας στην τουρκική διοίκηση. Πράγματι, στις 18 Φεβρουαρίου 1918 έφθασαν στη Σάντα οι ανωτέρω μαζί με τον αξιωματικό Φαϊκ μπέη και πέντε στρατιώτες και οι Σανταίοι συνθηκολόγησαν, οπότε διατήρησαν και την τιμή των όπλων τους. Το ότι ο Φαϊκ μπέης παραβίασε τη ρητή εντολή του μεράρχου Τραπεζούντος επέτρεψε να μπει σε μερικά χωριά της Σάντας αριθμός άτακτων τούρκων που αθέτησαν και εκείνοι την υπόσχεσή τους προς αυτόν και προέβησαν τη νύχτα σε δυο-τρείς μεμονωμένες ενέργειες βιαιοπραγίας είναι κάτι που δεν μπορεί να θίξει την τιμή των Σανταίων. Έτσι οι Σανταίοι ξαναγύρισαν στην ειρηνική ζωή και η κατάσταση θα έπαιρνε πια μια φυσιολογική εξέλιξη αν δεν σημειωνόταν ύστερα από μήνες μια ενέδρα επίθεση ενόπλων τούρκων γειτόνων εναντίον των Σανταίων που επέστρεφαν από την Τραπεζούντα φορτωμένοι διάφορες προμήθειες, με αποτέλεσμα τον φόνο τριών γυναικών: της Κυριακής Κουρτίδου, μητέρας των οπλαρχηγών Κώστα και Ευκλείδη Κουρτίδη, της Δέσποινας Αμοιρίδου και της Βασιλικής Ποροζάν και τον τραυματισμό πολλών ανδρών. Αυτό το επεισόδιο και διάφορες άλλες πράξεις εκβιασμών και μικροληστειών εναντίον των Σανταίων οδήγησαν στην εκ νέου οργάνωση της αυτοάμυνας των κατοίκων από τον Μάιο του 1918, οπότε τα χωριά της Σάντας ανέπνευσαν και πάλι. Έμεινε μια ελεύθερη ανυπότακτη ελληνική νησίδα ως τον μοιραίο Σεπτέμβριο του 1921 που ξέσπασε η συμφορά. Όπως βλέπουμε, το αντάρτικο κίνημα των Σανταίων, όπως το χαρακτήριζαν οι τουρκικές αρχές και που οδήγησε στο σβήσιμο της Σάντας, ήταν κάτι το αναπόφευκτο. Αν δεν υπήρχε αυτό το αντάρτικο σώμα η Σάντα θα είχε σβήσει ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917. Εδώ κλείνουμε την παρένθεση για να συνεχίσουμε την εξιστόρηση της τελικής συμφοράς. Η πρώτη πληροφορία ότι ξεκίνησε τουρκικός στρατός από την Τραπεζούντα για τη Σάντα έφτασε στο χωριό από την Παναγία Σουμελά στις 29 του Αυγούστου και επιβεβαιώθηκε την επομένη από τον Θεοδόση Λαζαρίδη που είχε σταλεί από το Τζεβιζλήκ εκ μέρους μερικών Σανταίων που δούλευαν εκεί χτίστες σε ένα στρατώνα. Ο Λαζαρίδης πρόσθεσε ακόμα ότι έρχεται στρατός με μεταγωγικά και από το Τζεβιζλήκ. Οι πληροφορίες αυτές έγιναν δεκτές στη Σάντα με δυσφορία, βέβαια, χωρίς την υπερβολική ανησυχία.
Σήμερα απορώ με το πνεύμα της αισιοδοξίας που επικρατούσε μεταξύ μας την εποχή εκείνη. Είχαμε χάσει την συναίσθηση της πραγματικότητας. Οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία των οποίων ο αντίλαλος έφτανε σε μας σαν προμήνυμα μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης της τουρκίας και ακόμα η αποφυγή από μέρους του κράτους κάθε ελέγχου σε ολόκληρη την περιοχή της Σάντας είχαν δημιουργήσει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση, της οποίας οι συνέπειες πληρώθηκαν πολύ ακριβά. Θέλω να πω ότι αν μαντεύαμε τις αληθινές προθέσεις των τουρκικών αρχών (και θα έπρεπε να τις μαντεύαμε) από τις προετοιμασίες που γίνονταν και τον όγκο του στρατού που είχε ξεκινήσει, πολλές οικογένειες θα μπορούσαν να καταφύγουν στα γειτονικά χωριά και να φτάσουν κατόπιν στην Τραπεζούντα, οπότε τα ανθρώπινα θύματα της εξορίας θα ήταν λιγότερα. Εντούτοις κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι ήταν δυνατόν να εκτοπιστεί τόσος πληθυσμός και να παραδοθούν τα σπίτια στη λεηλασία από μέρους των κατοίκων των γύρων από τη Σάντα τουρκικών χωριών. Όλοι φαντάζονταν ότι επρόκειτο απλώς να γίνει συγκέντρωση των στρατευσίμων και ότι η ενόχληση θα τελείωνε το πολύ-πολύ με μια γενική έρευνα στα σπίτια, κατά την οποία φυσικά δεν επρόκειτο να ανακαλυφθεί κανένας στρατεύσιμος. Τα πράγματα ήρθαν πολύ διαφορετικά όμως. Στις 5 Σεπτεμβρίου τμήματα τακτικού τουρκικού στρατού με πλήρη οπλισμό εκστρατείας κατέλαβαν τα δύο μεγαλύτερα χωριά της Σάντας, τα οποία και απέκλεισαν επί τρείς μέρες. Εντούτοις δεν έκαναν καμία ενέργεια που θα φανέρωνε τις προθέσεις τους και μόνο στις 9 Σεπτεμβρίου εξόρμησαν αιφνιδιαστικά το πρωί και στα υπόλοιπα χωριά και αφού συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους χωρίς να τους αφήσουν να παραλάβουν τίποτα από τα σπίτια τους, τους οδήγησαν υπό συνοδείας στου Πιστοφάντων. Την εκκένωση του κάθε χωριού ακολουθούσε όργιο διαρπαγής, άνδρες και γυναίκες από τα γύρω χωριά ειδοποιημένοι προφανώς για την απόφαση της εκτόπισης των Σανταίων εισορμούσαν κατά ομάδες στα σπίτια μόλις έβγαιναν οι στρατιώτες με τους απαγομένους ενοίκους και επιδίδονταν στη λεηλασία. Σε ορισμένα σπίτια, νέες και νέοι, κρυμμένοι πάνω στο νταβάνι με την αφελή σκέψη ότι μετά την έρευνα η ζωή θα επανέβρισκε το προηγούμενο ρυθμό της, παρακολουθούσαν αυτήν τη λεηλασία για ολόκληρο εικοσιτετράωρο χωρίς να ξέρουν τίποτα για την τύχη των σπιτικών τους και χωρίς να είναι σε θέση να πάρουν απόφαση για τον εαυτό τους. Είναι ευτύχημα ότι τα σπίτια της Σάντας είχαν αρκετό πλούτο και όσο να συμπληρωθεί η λεηλασία για να τα παραδώσουν στη φωτιά, οι οικείοι των κρυμμένων στα νταβάνια νέων, εκλέγοντας μεταξύ των δύο κακών το μικρότερο, ανέφεραν το γεγονός στο μέραρχο διοικητή του εκστρατευτικού σώματος και εκείνος διέταξε αμέσως να σταλούν στα εκκενωθέντα χωριά ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα για να παραλάβουν τους κινδυνεύοντας ή να ανακαλυφθούν από τον λεηλατούντα όχλο και να σκοτωθούν ή να καούν μαζί με τα σπίτια. Από όλο τον πληθυσμό της Σάντας 400 περίπου ψυχές είχαν κατορθώσει να διαφύγουν στα δάση και να τεθούν υπό την προστασία των ανταρτών. Πολλοί άνδρες και νέοι από επιπόλαια εκτίμηση της κατάστασης πιάστηκαν στην παγίδα όπως είπαμε παραπάνω και αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την τύχη των γυναικόπαιδων. Τα όπλα τους πήγαν και εκείνα χαμένα μέσα στις κρυψώνες τους. Στις 11 Σεπτεμβρίου το πρωί ξεκίνησε από το Πιστοφάντων η πρώτη αποστολή των εκτοπισμένων κατοίκων και την επομένη η δεύτερη. Δεν είναι δυνατόν να δώσει κανείς εικόνα του θλιβερού καραβανιού που άφηνε πίσω του για πάντα την αγαπημένη του γενέτειρα, την συμπυκνωμένη θλίψη όλων εξέφρασε με μια μόνο φράση, με μια φράση βιβλικής τραγικότητας ο υπέργηρος παπάς, όταν από το τελευταίο ύψωμα γύρισε και είδε για ύστατη φορά τον τόπο του, όπου έλπιζε να βρει την αιώνια γαλήνη κοντά στα πρόσωπα που τον είχαν αγαπήσει και τα είχε αγαπήσει. Είπε: Η εξορία του Αδάμ. Και ενώ τα δάκρυα της ματωμένης ψυχής του κυλούσαν στα κάτασπρα γένια του, συνέχισε τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά με γόνατα που έτρεμαν, σκυμμένος κάτω από το βάρος των 80 χρόνων του, αμίλητος όπως όλοι, και μόνο το ραβδί του με τα άρρυθμα χτυπήματα πάνω στις πέτρες, στο κατάξερο δρόμο ακούγονταν σαν να χτυπούσε μια μοναδική καρδιά για όλη εκείνη την συνοδεία των ανθρώπινων κουρελιών. Ήταν ο παπα Θόδωρος Δρεπανίδης, πατέρας του σημερινού εφημερίου Νεαπόλεως Αναστασίου Δρεπανίδη. Ας είναι ελαφρό το χρώμα που σκέπασε τα βασανισμένα γηρατειά του. Θα τραβούσε επι μακρόν η λεπτομερής περιγραφή όλης της πορείας ως το Ερζερούμ και το Χουνούζ όπου κατέληξαν τα γυναικόπαιδα της Σάντας. Ήταν μια πορεία γεμάτη επεισόδια και περιστατικά δραματικής υφής που συνθέτουν μαζί με τις ταλαιπωρίες στον τόπο της εξορίας, μια αληθινή τραγωδία. Στη λέξη αυτή περιορίζω τις συνέπειες της εκτόπισης του πληθυσμού της Σάντας. Προσθέτω μονάχα την όχι ασήμαντη πληροφορία ότι από τις 370 περίπου ψυχές που φτάσαμε στο Χούνουζ στις 13 Οκτωβρίου 1921, γυρίσαμε τον Ιανουάριο του 1923 λιγότερες από 200. Ανάλογη ήταν η φθορά από το κρύο, την πείνα και την αρρώστια που είχε το άλλο τμήμα του εξόριστου πληθυσμού που είχε μείνει στο Ερζερούμ. Τα νούμερα αυτά μπορούν να δώσουν το χρώμα στον χαρακτηρισμό της τραγωδίας που δόθηκε παραπάνω και αφήνουν τον αναγνώστη να μαντέψει τα αναρίθμητα μικρά δράματα που έχουν συνθέσει την τραγωδία αυτή. Στα 30 χρόνια που πέρασαν από τότε, τα μικρά αυτά δράματα, τα επεισόδια και τα λεπτομερειακά περιστατικά έχουν πια αποχρωματιστεί, έχουν μείνει στη μνήμη σαν ανέκδοτα που τα διηγούνται οι επιζήσαντες δίχως τον πόνο της ψυχής με τον οποίο τα είχαν ζήσει. Ο χρόνος είναι πραγματικά πανδαμάτωρ και αυτό δίχως αμφιβολία είναι από τα ωραιότερα δώρα του Θεού στην ανθρώπινη μηδαμινότητα. Σαν ανέκδοτα λοιπόν, ελπίζω να δώσω στους αναγνώστες της Ποντιακής Εστίας στα επόμενα τεύχη της μερικά από τα ενθυμήματα της περιπέτειας. Έχει όμως υποχρέωση να αναφέρει και κάτι άλλο ο γράφων. Μια υποχρέωση και προς τον εαυτό του και προς όλους εκείνους με τους οποίους μοιράστηκε τη μακρόχρονη δυστυχία. Πολλά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχαστεί στο διάστημα που πέρασε και πολλών εντυπώσεων έχει αμβλυνθεί η ζωηρότητα. Ένα πράγμα ωστόσο θα θυμόμαστε πάντα όλοι μας όσοι ζούμε ακόμα και στην κίνησή τους, θα νιώθουμε αμείωτη την αρχική συγκίνηση. Είναι η συμπόνια και η βοήθεια που βρήκαμε σε κάθε περίπτωση που έτυχε να ανταμώσουμε Έλληνες. Δύο σταθμοί βρίσκονταν στην πορεία μας προς την εξορία. Η Κρώμνη και η Αργυρούπολη. Όπου τόσο εδώ όσο και εκεί αμέριστη είχε εκδηλωθεί η συμπάθεια και η συμπαράσταση των κατοίκων προς εμάς κατά το πέρασμά μας από την Ίμερα, μια επιτροπή με τον Κωστή Φωστηρόπουλο επικεφαλής, μοίρασε ψωμί σε ολόκληρο το καραβάνι. Για τους περισσότερους αν όχι για όλους, ήταν η πρώτη μπουκιά όπου βάζαμε στο στόμα μας από δυο ημέρες πριν. Ψωμί βρεγμένο με πολλά δάκρυα, αλλά γλυκασμένο από την αγάπη και τη συμπόνια. Αλλά και στα χωριά της Αργυρούπολης βρήκαν πρόθυμη φιλοξενία μερικές οικογένειες οι οποίες κατόρθωσαν να διαφύγουν κατά την ολιγοήμερη παραμονή μας εκεί και τελικά κατέβηκαν στην Τραπεζούντα. Την ίδια αγάπη και συνδρομή βρήκανε τα απροστάτευτα γυναικόπαιδα των Σανταίων και στο Ερζερούμ και στο Χούνουζ από τους εξόριστους άνδρες της Τραπεζούντας που είχαν τη δυνατότητα να παίρνουν χρήματα από τις οικογένειές τους. Δίχως τη δική τους προστασία δεν θα γυρνούσαμε ζωντανοί, ούτε οι λίγοι εκείνοι που επιζήσαμε. Πολλοί και από εκείνους που αξιώθηκαν να ξαναδούν τους δικούς τους και να πατήσουν το φιλόξενο χώμα της ελεύθερης πατρίδας έμειναν στο Ερζερούμ και στο Χούνουζ όπου ξένοι και έρημοι άφησαν την τελευταία τους πνοή και κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο, αδελφωμένοι με τους δικούς μας νεκρούς στο κοινό νεκροταφείο των Ουρούμηδων. Όταν ξεκινούσαμε για την περιπέτεια της δεύτερης της μεγάλης προσφυγιάς μετά την συμφωνία της ανταλλαγής, όσοι βρισκόμασταν στο Χούνουζ γονατίσαμε ευλαβικά στα χιονισμένα τους μνήματα και τους αφιερώσαμε σιωπηλοί τις σκέψεις μας για λίγες στιγμές. Μέσα στη σιωπή του απέραντου κάμπου, τους έμεινε για συντροφιά ο απαλός φλοίσβος του μικρού ποταμιού του Χούνουζ. Στη μνήμη τους αφιερώνω και το σημείωμα αυτό.
Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1953.
Το τέλος . . .
Όμως, όταν ο αείμνηστος καθηγητής του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος, ο έξοχος διδάσκαλος και Έλληνας Φίλιππος Χειμωνίδης έγραφε την ιστορία της ιδιαίτερης του πατρίδας της ηρωϊκής Σάντας δεν μπορούσε βέβαια να φανταστεί πως ο μετέπειτα ιστορικός δεν θα είχε να προσθέσει πλέον τίποτα στο έργο του, παρά ένα στεναγμό, έναν επιτάφιο, ένα δάκρυ και μια λέξη: Τέλος!!! Υπάρχουν μερικές συμπτώσεις που μέσα από τη σύνθεσή τους ξεπετιέται η πιο χτυπητή και ανέλπιστη τραγωδία που η κρητική φρασεολογία της χαρίζει τον ορισμό: «Ειρωνεία της τύχης» γιατί ξεφεύγει από τη βούληση των ανθρώπων και μοιάζει σαν παιχνίδι και ιδιοτροπία κάποιας άσπλαχνης θεάς. Εδώ αυτή η ειρωνεία της τύχης έγκειται στο ακόλουθο: «Το τέλος» στην εργασία του Φίλιππου Χειμωνίδη θέλησε η μοίρα να το γράψει ο γιος εκείνου, ο συνεργάτης μας ο Ευρ. Φ. Χειμωνίδης.
Και ο επίλογος.
Ο Mουχτάρης της σημερινής Σάντας προς λίαν γνωστόν Σανταίο δικηγόρο Δράμας, κ. Θ. Λαζαρίδη. 25 Δεκεμβρίου 1952.
Σεβαστέ μου, κύριε Θεόδωρε
Εν πρώτοις σε χαιρετώ και σφίγγω τα δυο σου χέρια. Να με συγχωρέσεις κύριε δικηγόρε διότι την επιστολή την οποία μου έστειλες στις 8 Αυγούστου μόλις την έλαβα στις 12 Δεκεμβρίου. Σε απάντηση της σας πληροφορώ τα παρακάτω. Την 25η Δεκεμβρίου 1952 σας απαντώ και να με συγχωρέσετε. Επ’ ευκαιρία πάντως στην επιστολή σας και μην με παρεξηγήσετε για την καθυστέρηση στο μέλλον θα απαντήσω στις επιστολές σου τις οποίες περιμένω να μου αποστείλεις συχνά. Σε όλα τα μέλη της οικογένειας σου παρακαλώ να προσφέρεις τους χαιρετισμούς μου. Για μένα αν ρωτάς, είναι ο μουχτάρης της Σάντας ονομαζόμενος Αχμέτ Πολάτ. Ο τόπος της καταγωγής μου είναι το Ισχάν. Εδώ και δώδεκα χρόνια είμαι μουχτάρης και κατοικώ στην οικία που Δολάν μπέη. Εσύ με ρωτάς για τους κατοικούντας στη Σάντα και εγώ λεπτομερώς σε απαντώ. Οι εκκλησίες τις οποίες ξέρεις στην ενορία των Τερζάντων παραμένουν. Στην ενορία Πινστάντων κατοικούν τα παιδιά του Mουεζίν από το χωριόν Σίμωνα. Εις το χωριό Ισχανάντων κατοικούν 63 οικογένειες από την για Γιάχωραν των Σουρμένων, οι οποίες επί 3 μήνες παραθερίζουν στο Ισχανάντων και μετά 3 μήνες φεύγουν. Κατά τους υπόλοιπους μήνες το χωριό παραμένει ακατοίκητο. Και εις τις άλλες ενορίες το ίδιο συμβαίνει κύριε δικηγόρε. Εάν σας τα γράψω λεπτομερώς θα σας πάρει κόπος. Όλοι μάθαν οι κάτοικοι της Σάντας ότι πήρα γράμμα από εσάς τον Σανταίο δικηγόρο. Σε όλες τις ενορίες από τους δικούς σας έρχονται γράμματα και ζητούν πληροφορίες για τη Σάντα. Για να μην μείνουν αναπάντητοι προς όλους στέλνω το χαιρετισμό μου και προς όλους γράφω τα περί των ενοριών τους. Στην ενορία Τσακαλάντων κατοικούν 12 οικογένειες από το χωριό Καρά-Κιοϊ της Γέμουρας. Στην ενορία Πιστοφάντων 35 οικογένειες από το χωριό Σιντζάν Μεσοχώρι. Στην ενορία Τουρνατσάντων κατοικούν 25 οικογένειες από την Άσα. Εις του Κογλαάντων κατοικούν 5 οικογένειες απ την Χάρουξαν. Από αυτές τις ενορίες μόνο εις τον Κοζλαράν παραμένουν καθόλο το έτος. Οι υπόλοιπες ενορίες είναι έρημοι. Εγώ παραμένω καθ’ όλο το έτος στη Σάντα. Επί τούτοις σε χαιρετώ, η διεύθυνσή μου είναι η εξής: Προς τον Αχμέτ Πολάτ, Μουχτάρην Σάντας. Δια χειρός του αρτοποιού Χουσεϊν Τερζίνογλου χωρίον Αραπλή Σούρμενα. (Επίσημη σφραγίς του Μουχτάρη). Υ.Γ. αφού τελείωσα την επιστολή μου, ο εκ της ενορίας Ισχανάντων Αμπάς υιός του Απτουλά Αλή ήρθε και μου είπε να γράψω τα παρακάτω: Ο Αμπάς αλή στέλνει χαιρετισμούς σε όλους τους Κουρτογλαίους. Ο Σαχίν χακή σε όλους σας στέλνει χαιρετισμούς και εκ μέρους του Χαμήτ. Παρακαλώ όπως επειγόντως γράψετε ποιοι από τους Κουρτογλαίους βρίσκονται στη ζωή. Επί τούτοις σας χαιρετώ. Σαντά (Σάντα Επαρχία Χαλδίας Πόντου - Playlist)
Όταν ψυχοραγούσε η Σάντα – Τα γεγονότα του 1917-1923 Πηγή: Ευρ. Χειμωνίδη - Ποντιακή Εστία τεύχος 37ον. Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1953.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
