• Home
  • Ιστορία
  • Σύγχρονα μαρτυρολόγια από την τραγωδία των κρυπτοχριστιανών του Πόντου

Σύγχρονα μαρτυρολόγια από την τραγωδία των κρυπτοχριστιανών του Πόντου

Ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο σολέα του κατανυκτικού Ιερού Ναού Δημοσιεύουμε με εύλογη συγκίνηση το αφήγημα του σεβάσμιου συνεργάτου μας Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους, Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ, που αποκαλύπτει τη συνεχιζόμενη τραγωδία των συμπατριωτών μας κρυπτοχριστιανών του Πόντου για να γίνει γνωστή και αυτή η πτυχή του ανεξίθρησκου πολιτισμού των τούρκων, τους οποίους τόσο πολύ εκτιμά και περιποιείται η πολιτική των χριστιανών της Αμερικής και της Αγγλίας. Είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε και το βεβαιούμεν υπευθύνως και κατηγορηματικώς ότι πρόκειται περί πραγματικού γεγονότος του οποίου ο πρωταγωνιστής ήρωας, μας είναι γνωστός. «Η Ποντιακή Εστία».

Σε μια εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και οι ταξιδιώτες για να ανάψουν το κεράκι τους για τους δικούς τους και το καλό ταξίδι προς τις φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου και τού Μαρμαρά, εκεί τη μεγάλη Σαρακοστή του 195… πήγε να λειτουργήσει και να εξομολογήσει τους χριστιανούς κάποιος γέρων αγιορείτης πνευματικός, πρώτη φορά επισκεπτόμενος την Κωνσταντινούπολη.  Σύγχρονα μαρτυρολόγια απο την τραγωδία των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου. Ο τακτικός εφημέριος του Ναού εξυπηρετών και παρεκκλήσιο σε γειτονικό Αγίασμα, αφού τον κατατόπισε εις τα του ιερού βήματος του έδωσε και μερικές δεκάδες ονομάτων ζώντων και τεθνεώτων και τον οδήγησε έπειτα σε συνεχόμενο προς το ιερό σκοτεινό παρεκκλήσιο. Εκεί του έδειξε μικρά κλίμακα (σκάλα) ανερχόμενη ελικοειδώς προς τα κατηχούμενα του Ναού και του είπε εμπιστευτικώς ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και κοινωνήσουν έπειτα στη Θεία Λειτουργία διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίο της γραμμής ως ξένοι από πολύ μακριά. Ανέβαινε ο γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολο ζήτημα της συνεννοήσεως μαζί τους, εφόσον ήταν ξένοι από μακριά, αυτός δε πλην της ελληνικής δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Εκεί στο ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρών χωρικών μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι εις τον αντίκρισμα του έβαλαν όλοι μετάνοια και ο γεροντότερος του είπε στην ποντιακή διάλεκτο: «Είμες χριστιανοί εμείς πάτερ, ας σόν Πόντον και λελεύομε τα ποδάρι͜α σ’. Θέλομε να ξομολογάς και να κοινωνίεις μας οσήμερον, κι επεκεί θα λέομαι σην αγιοσύνη σ’ έναν κι άλλο ντο θέλομε». Ευτυχώς ο γέρων πνευματικός συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων στη Μακεδονία, ενθυμείτο αρκετά της απαρχαιωμένης αυτής ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι.
Όταν εξημέρωσε τους είπε να μη φύγουν, να ησυχάσουν και την αύριο Παρασκευή θα κάνει πάλι Θεία Λειτουργία να μεταλάβουν και οι γυναίκες και τα μωρά. Τους άφησε και εισήλθε εις το Ιερόν βήμα για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του και να ανάνηψη από την αγρυπνία. Αυτοί ανέβηκαν επάνω και σε λίγο κατέβηκαν πάλι δυο γεροντότεροι και του είπαν: «Πάτερ κάτ’ κι άλλο θα παρακαλούμε σε. Σο χωρίον εμουν ποππάν κ̌’ έχομε. Εγέντον τριάντα χρόνι͜α Ανάσταση κ̌’ εποίκαμε και Χριστός Ανέστη κ̌’ έκσανε. Ντο ψ̌ήν θα δίγομε σον Θεόν; Τα παιδιά μου παντρέφκουνταν χωρίς ποππάν και χωρίς στέφανα. Αποθάνομε και θάφκουμες αλειτούργητοι. Ανάθεμα αγούτο την σκλαβίαν. Πάτερ, έγκαμε έναν σακίν χώμαν ας σα κοιμητήρια μουν, λελεύομε σε διάβασον ατο να σύρομ’ ατοαπάν’ ‘ς σα ταφία μουν. Δό μας και κοινωνία να δίγωμε ‘ς σα παιδία μουν. Ποίσο μας κι έναν Ανάσταση να ακούωμε το Χριστός Ανέστη κι ατότε ας αποθάνομε». Τους είπε να έρθουν πάλι το βράδυ όλοι τους, όπως και έγινε. Αφού κοιμήθηκαν τα μικρά τους είπε όσα μπορούσε περί της Αγίας θρησκείας μας, τους συμβούλευσε να είναι στερεοί στην πίστη του Χριστού και να έχουν σε Αυτόν την ελπίδα τους ότι μια μέρα θα τελειώσουν τα βάσανά τους. Τον διέκοπταν με ερωτήσεις, σπαρακτικές: Ντ’ εγένταν τ’ εμέτερον ανθρώπ’ Πάτερ σην πατρίδα μουν την Ελλάδα; Ντ’ εφτάει τ΄εμέτερον ο Βασιλέας ο Κωνσταντίνον; Του ξέφυγε ο λόγος και τους είπε με δάκρυα στους οφθαλμούς ότι ο Βασιλέας ο Κωνσταντίνος απέθανεν!. Όλοι τους άρχισαν τα κλάματα και περισσότερο οι γυναίκες λέγοντας: «Ο Κωνσταντίνον κ̌’ αποθάν’! ο Βασιλέας εμούν πάντα ζει. Ο Κωνσταντίνον θα παίρ’ μας να πάμε στην πατρίδαν. Κατ’ λάθος θα έμαθες πάτερ. Τους καθησύχασε λέγοντας ότι ο Θεός θα στείλει άλλον Κωνσταντίνο να τους ελευθερώσει, μόνο υπομονή και ελπίδα να έχουν και αγάπη μεταξύ τους. Μετά κατέβηκαν στην εκκλησία και ο πνευματικός ανέγνωσε τη νεκρώσιμη ακολουθία με τα ονόματα των τεθνεώτων επί του χώματος. Έπειτα τους έδωσε και το κλειδί του άλλου δωματίου όπου έμεινε αυτός και τους έστειλε να ξεκουραστούν. Όρθρου βαθέως ανέβηκε και τους ξύπνησε και έως ότου αυτοί ετοιμαστούν, έψαλλε τον κανόνα του μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης». Κατέβηκαν και αυτοί και από τα γράμματα κατάλαβαν ότι θα τους κάμει Ανάσταση. Κάλεσε τον γεροντότερο και του είπε να πάρει από το παγκάρι τόσα κεριά όσες ψυχές είναι στο χωριό του και να τα μοιράσει σε όλους από μια δέσμη. Εισελθών εις το Άγιο Βήμα και φορέσας λευκά άμφια εξήλθε εις την ωραία πύλη με αναμμένη λαμπάδα και με φωνή παλλόμενη είπε το «Δεύτε λάβετε φως – Δεύτε λάβετε φως - Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και Δοξάσατε Χριστόν τον Αναστάντα εκ νεκρών» και άναψαν όλοι τα κεριά τους. Ανέγνωσε έπειτα το δεύτερο εωθινό Ευαγγέλιο «Διαγενομένου του Σαββάτου» και μετά το «Δόξα τη Αγία και Ζωοποιό και αδιαίρετο Τριάδι» έψαλε το Χριστός Ανέστη εκ τρίτου. Και τότε έστρεψε προς αυτούς για να τους πει να ψάλλουν και αυτοί το ίδιο. Όλοι τους ήταν αγκαλιασμένοι, έκλαιγαν και καταφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Άρπαξε και αυτός στην αγκαλιά του τα μικρά νεοβάπτιστα και τα καταφιλούσε. Έπειτα τους είπε λόγους παρηγορητικούς ότι και το γένος μας θα αναστηθεί μια μέρα ολόκληρο και ενωμένο πλέον θα εορτάσει την Ανάστασιν Του Κυρίου ως μια οικογένεια.  Οι εξισλαμίσεις στον Πόντο και οι Κλωστοί - Μέρος Α'
Το ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως Έμαθε λοιπόν από αυτούς ότι ολόκληρο το χωριό τους είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλά χρόνια πριν και ότι στην ανταλλαγή δεν τους επιτράπηκε να φύγουν στην Ελλάδα διότι τα νέφουζια (οι ταυτότητες) τους ήταν με τούρκικα ονόματα, ότι στο φανερό είναι οθωμανοί και τούρκοι και στα κρυφά είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώσει ο Θεός από τη σκλαβιά. Στα φανερά λέγονται Χασάν και Μεμέτ κ.τ.λ. και τα πραγματικά τους ονόματα είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.ά. Έχουν έναν δικό τους δήθεν χότζα αλλά ούτε περιτομή κάνουν ούτε ραμαζάνι, ούτε μπαϊράμι. Απεναντίας, μυστικά σε υπόγειες εκκλησίες εορτάζουν χριστιανικά το Πάσχα τα Χριστούγεννα της Παναγίας μόνοι τους χωρίς παπά. Πριν την ανταλλαγή έπαιρναν παπά από γειτονικά χριστιανικά χωριά και τους βάφτιζε τους στεφάνωνε και τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μεταλάμβαναν, αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά παπάς και αναγκαστικά έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής για δουλειές δήθεν και εκτελούν τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Ο πνευματικός τα άκουγε σαστισμένος, του φαινόταν ότι διαβάζει συναξάρι της εποχής του Διοκλητιανού και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα από τη συγκίνηση. Εξομολογήθηκαν βιαστικά και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα στο σκοτεινό παρεκκλήσι, απ όπου θα άκουγαν τη Λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων χωρίς κανείς να τους βλέπει. Και όταν μετά τη λήξη μετάλαβαν οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, έγινε η απόλυση και έφυγε και ο κανδηλανάπτης. Έμεινε δε μόνος ο πνευματικός με το πρόσχημα της εξομολογήσεως, τότε έκλεισε εσωτερικά την θύρα και λαβών τα Άγια εισήλθε εις το βήμα του παρεκκλησίου και κάλεσε τους μαρτυρικούς κρυπτοχριστιανούς ίνα «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθωσιν» Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Γεώργιος το Τίμιον και Πανάσπιλον και Ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εις ίασιν σώματος και ψυχής εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον, Αμήν. Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Αναστάσης…...Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…. Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…. Μετά την ευχαριστία και την απόλυση είπαν στον πνευματικό: «Πάτερ να έχωμε την ευχ̌ή σ’, θα ευτάς μας έναν καλό κι άλλο. Έχομε μετ’ εμάς αδά στην Πόλ’ και τοι γαρήδες (γυναίκες) εμουν και τέσσερα παιδία αβάφτιστα. Ο ποππάς τ’ εγκλησίας φογάται να φωτίζ’ ατα. Κουρπάν’ τσ να γίνουμες. Αύριον απο πουρνού βάφτισον ατα. Ποίσον ατα Χριστιανούς. Ας έν’ για το όνομα τη Χριστού και τη Παναγίας τη Σουμελάς, Ντο να εφτάμε; Σ’ εμέτερον την Ελλάδα κ̌ αφίνε μας να πάμε, ποίσον μας αδά ατό το καλόν, παιδία σ’ είμες. Σον ποππάν είπαμε ψέμματα, ο Θεόν να σχωρά μας, ντο θα διαβαίνομεν πλάν με το παπόρ. Ποδεδίζομε σε, ποίσο μας κι ατό το καλόν.
Έμειναν σύμφωνοι λοιπόν να έρθουν το βράδυ με τις γυναίκες και τα μωρά να μείνουν στο δωμάτιο του παπά, ο οποίος υπό μια πρόφαση θα έλειπε και τη νύχτα μυστικά θα γινόταν η βάπτιση των παιδιών. Ήρθαν τμηματικά και με προφυλάξεις. Προς το σούρουπο εξομολογήθηκαν και οι γυναίκες και προ του Μεσονυκτίου έγινε η Βάπτισις, το μύρωμα και ο εκκλησιασμός του Νεοφώτιστων στο Παρεκκλήσιο. Μετά τα μικρά κοιμήθηκαν επάνω υπό τη φύλαξη μιας γυναικός. Οι δε άλλοι ξημερώθηκαν στον ναό. Ο γέρων πνευματικός τους έκαμε Ευχέλαιο και παράκληση στην Παναγία και ενόσω αυτός διάβαζε και έψελνε εκείνοι όλοι γονατιστοί ψιθύριζαν το Κύριε Ελέησον και Παναγία Θεοτόκε Σώσον ημάς. Τους συνέστησε έπειτα να σβήσουν τα κεριά και όταν υπάγουν στο χωριό τους την ημέρα του Πάσχα να τα μοιράσουν σε όλους να τα ανάψουν βαπτισμένοι και αβάπτιστοι να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και όσοι είναι βαπτισμένοι και στεφανωμένοι να μεταλάβουν από την Αγία Κοινωνία που θα τους δώσει αύριο να πάρουν μαζί τους. Έως ότου ξημερώσει καλά διάβασε εις επήκοον πάντων την ακολουθία της μεταλήψεως, έπειτα και τη συγχωρητική ευχή. Όλοι τους εισήλθαν στο παρεκκλήσιο από όπου άκουγαν και πάλι την Θεία Λειτουργία. Στο τέλος ως και πρωτύτερα αφού άδειασε η εκκλησία, μετέδωσε πρώτα τα άχραντα μυστήρια στα νεοφώτιστα, έπειτα στις γυναίκες και κατόπι στους άνδρες. Εκείνοι εδίσταζαν: γίνεται πάτερ έναν κι άλλο κοινωνία; γίνεται τους είπε: Σώμα Χριστού μεταλάβετε πηγής αθανάτου γεύσασθε. Όλα έγιναν εν τάξει. Όταν μετά από λίγο ανέβηκε και αυτός επάνω και επρόκειτο να χωριστούν ίνα προς το εσπέρας φύγουν με το πλοίο της γραμμής θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς, αλλά σιωπηλός κατέκλυσε το δωμάτιο. Αυτοί δεν ήθελαν να τον αφήσουν και αυτός δεν μπορούσε να τους ξεπροβοδίσει πέρα από την εκκλησία διότι φορούσε ράσα, τα οποία δεν επιτρέπει η «πολιτισμένη» αυτή χώρα. «Λελεύομε σε πάτερ να μνημονεύς μας πάτερ, την ευχ̌ή σας να έχουμε πάτερ». Να ειπήτε τας ευχάς μου στους χριστιανούς μας, να είναι καλοί, να πιστεύουν στο Χριστό και στην Ελλάδα μας. Ο Θεός θα τους ευλογεί. Η πατρίδα μας θα τους σκέπτεται πάντοτε και εγώ δεν θα σας λησμονήσω ποτέ. Και πώς να λησμονήσει τα δάκρυά του που κατέβρεξαν τα χέρια του; Πως να μην ενθυμείται την άκρα ευλάβεια τους και την τραγωδία τους, τραγωδία όμοια προς εκείνες των πρώτων χριστιανικών χρόνων; Πώς να ξεχάσει την κατακόμβη του Παρεκκλησίου της Γοργοϋπηκόου στο Ναό του Σωτήρος Χριστού; Πάντοτε τους ενθυμείται και ήδη εν γήρη πίονι εύχεται εντονώτερον «Μνήσθητι Κύριε της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων. Κύριε επίφανον το πρόσωπό σου και σωθησόμεθα». Πώς να λησμονήσει και τα βάσανα της εκλεκτής αυτής φυλής που βρέθηκε γεωγραφικώς μεταξύ λαών βαρβάρων ανεπίδεκτων πολιτισμού, εθνών με θηριώδη ένστικτα;   Μια μικρή ιστορία από τη ζωή των Κλωστών της Τραπεζούντας του Πόντου

Σύγχρονα μαρτυρολόγια από την τραγωδία των κρυπτοχριστιανών του Πόντου του Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ, Καθηγουμένου της μονής των Κομνηνών Αγίου Διονυσίου Άθω.  

Ποντιακή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ