Αγωνιώδεις ημέρες στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά (1916) του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη
Λίγες ημέρες μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους την 16η Απριλίου 1916, τα ρωσικά στρατεύματα από την παραλία εισχώρησαν στο εσωτερικό και έφτασαν μέχρι της Λιβεράς και μερικά προκεχωρημένα τμήματα προέλασαν και περαιτέρω.
Ένα στρατιωτικό τμήμα με έναν αξιωματικό εισήλθε στη μονή Σουμελά όπου είχαν συσσωρευθεί άνω των 300 ομογενών, μοναχοί, έμποροι από την Τραπεζούντα, γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, φοβούμενοι την απέλαση στο εσωτερικό από τους τούρκους. Αγωνιώδεις ημέρες στην Παναγία Σουμελά (1916) του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη Προϊστάμενος της Μονής τότε ήτο ο ηγούμενος, ο πρώην αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Χαλδίας Οικονόμος Αθανάσιος. Φιλοξενούνταν εκεί και ο προηγούμενος της Μονής Βαζελώνος και Χουτουρά ο Σανταίος Άνθιμος Μασμανίδης. Ήτο παραμονή της 1ης Απριλίου ημέρα του Πάσχα και το Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής παρεκάλεσε τον Ρώσο αξιωματικό, ο οποίος έμενε στη Μονή Σουμελά να κάνει μια κατόπτευση στα παρά τα Καμένα μέρη, τα έρημα κατοίκων και τουρκικού στρατού. Ο αξιωματικός συμφώνησε και μετά από μια ανίχνευση επανήλθε και βεβαίωσε ότι πουθενά δεν φαίνεται ο εχθρός. Μετά το τριήμερο του Πάσχα, οι εν τη Μονή θεώρησαν τους εαυτούς τους τελούντες εν ασφαλεία και αποφάσισαν μια συνεστίαση κοντά στην Αγία Βαρβάρα έξωθεν της Μονής ως εις πανδαισία, επ’ ονόματι της Αναστάσεως του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και πράγματι στρώθηκαν τα τραπέζια, οι οβελίες ετοιμάστηκαν, ρακί και οίνος προσφέρθηκαν εκεί και ότι καλό είχε έκαστος σε τρόφιμα το προσέφερε προς μεγαλοπρεπέστερη διασκέδαση. Δυστυχώς δεν πέρασε πολλή ώρα και στα έναντι υψώματα εμφάνισαν κινούμενες σκιές και πάντες με απορία έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τα εκεί. Μετά από λίγο ανθρακείς (καρβουνιάρηδες) κατελθόντες εκ του πλησίον δάσους εβεβαίωσαν ότι ήτο ρωσικός στρατός. Η χαρά έλαμψε στα πρόσωπα όλων ότι επιτέλους ο ρωσικός στρατός μετά από πολύμηνη ανάπαυση κινήθηκε και προς απελευθέρωση της Ανωφερείας, δηλαδή της επαρχίας Χαλδίας. Τα πασχαλινά τροπάρια «Αναστάσεως ημέρα» και «Αύτη η ημέρα ήν εποίησεν ο Κύριος αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή» έφθασαν στη διαπασών ώστε μετά από λίγα λεπτά κατέφθασαν δυο ποιμένες και δήλωσαν ότι πολύς τουρκικός στρατός έφτασε στην πηγή της Χαντσούκας και κατέρχεται. Η χαρά τότε μεταβλήθηκε σε απελπισία και πάντες κατελήφθησαν απο πανικό και έσπευδαν προς το εσωτερικό της Μονής, αλλά ο Θεός των Ελλήνων είναι Μέγας και η Υπεραγία Θεοτόκος η Αθηναία υπέρμαχος. Όλοι οι διασκεδαστές θα εκατακρεουργούντο ίσως εάν ο τουρκικός στρατός δεν έδειχνε και στην περίσταση εκείνη την χαρακτηριστική αυτού λαιμαργία και αταξία. Πάνω από το μετόχι της Αγίας Βαρβάρας υπήρχε σε μεγάλο και λαμπρό περιβόλι ο μελισσώνας της Μονής και οι τούρκοι στρατιώτες εισελθόντες σε αυτόν επιδόθηκαν λαίμαργα στην μελιτοφαγία και επειδή το μέλι εκείνο έχει περισσότερο συστατικό από το φυτό της αζαλέας (κοινώς τσιφίνι) οι στρατιώτες έπαθαν το πάθημα των Μυρίων του Ξενοφώντος και μαινόμενοι εν αρχή, έπεσαν μετά από λίγο πάντες ανεξαιρέτως σε πολύωρο ύπνο από τον οποίο επωφελήθηκαν οι της Μονής πάροικοι και κατέφυγαν και σώθηκαν σε αυτήν, ενώ οι ρώσοι στρατιώτες έφυγαν προτροπάδην και κατέφθασαν στη Λιβερά, όπου ήταν το γενικό στρατηγείο του ρωσικού στρατού. Οι τούρκοι αφού ξύπνησαν, δεν τόλμησαν να πλησιάσουν στη Μονή φοβούμενοι το οχυρόν αυτής ίσως δε και διότι εσεβάστηκαν τον οίκον της Μεϊράμανας. Εν τω μεταξύ, έγινε γνωστό ότι ο ρωσικός στρατός υποχώρησε για στρατηγικούς λόγους. Οσοι ήταν στη Μονή επί ένα και πλέον μήνα υπέφεραν τα πάνδεινα. Τα σιτηρέσια εδίδονταν μετά φειδούς. Από το νερό δεν υπέφεραν, διότι ούτε το υδραγωγείο της Μονής εβλάβη ούτε και το εκ του βράχου καταπίπτον αγίασμα εστέρεψε, λόγω όμως της παρατάσεως της καταστάσεως εκείνης, αποφασίστηκε ίνα διά παντός μέσου ειδοποιηθούν οι στρατιωτικές ρωσικές αρχές της Λιβεράς, καθώς και ο αρχιστράτηγος του μετώπου του Καυκάσου Μέγας Δούκας Νικόλαος Νικολάεβιτς, θείος του τελευταίου Τσάρου, ο οποίος έμεινε στην Τραπεζούντα ώστε να λάβει μέριμνα δια τους εν τη Μονή αποκλεισθέντες. Ποιος όμως θα ήταν ο τολμηρός εκείνος ο οποίος θα έφερνε την είδηση αυτήν εκεί, αφού η θύρα περιεπολείτο από τούρκους στρατιώτες και το ύψος της 12 όροφης Μονής ήταν δυσθεώρητο; Στην περίσταση εκείνη παρουσιάστηκαν δυο τολμηροί ιερομόναχοι ο εκ Σουρμένων Αμβρόσιος Καζαντζίδης, ο μετέπειτα εφημέριος της ενορίας Κάτω Τούμπας Θεσσαλονίκης αυτός είναι ο οποίος το 1931, μετέβη στη Μονή Σουμελά όπου ανέσκαψε στο Παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας και ανέλαβε τα τιμαλφή αποκρυβέντα κειμήλια: την Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου της Αθηναίας, το μεμβράνινο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον μετά του Τιμίου Ξύλου Σταυρόν του Αυτοκράτορος Μανουήλ του Κομνηνού, και ο εκ της επαρχίας Νικοπόλεως Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Τσανοσίδης ήδη αρχιερατικός Επίτροπος Φερρών του Νομού Έβρου. Αυτοί λοιπόν μια νύχτα έδεσαν με σχοινιά τους εαυτούς τους και κατέβηκαν από τις υπώρειες της Μονής και έφεραν στο στήθος τους το Σταυρό του μαρτυρίου και ανά χείρας τα όπλα. Κατόρθωσαν με πολλές διακινδυνεύσεις της ζωής τους οδεύοντες, ενίοτε και στο ποτάμι βρεχόμενοι μέχρι του στήθους να διαπεράσουν την οροθετική ζώνη και να καταφύγουν στη Λιβερά και από εκεί στην Τραπεζούντα, η οποία εν τω μεταξύ είχε καταληφθεί και ανέφεραν την οικτρά θέση των εν τη Μονή.
Αλλά δυστυχώς από παντού δόθηκε η απάντηση ότι καμία προστασία δεν μπορούσε να δοθεί. Ενόσω δε δεν εδίδετο η διαταγή της προελάσεως του στρατού και αυτή καθυστερούσε, όπως γνωρίζουμε, μέχρι των αρχών του Ιουλίου μηνός, το μόνο σωτήριο μέσο ήταν να διασχίσουν τη ζώνη και να κατέλθουν στη Λιβερά και αυτό δεν ήταν εύκολο, διότι δεν ήταν επί δάκτυλων αριθμημένοι αλλά 300 στον αριθμό γέροντες και γυναικόπαιδα ασθενικά και λιπόσαρκα εξαιτίας της ασιτίας και των κακουχιών. Από την Τραπεζούντα συνιστούσαν στους δυο Ιερομονάχους να μην τολμήσουν να επιστρέψουν στη Μονή, καθώς διακινδύνευαν τη ζωή τους. Οι μοναχοί όμως πιστοί στην υποχρέωσή τους και στο ιερό τους σχήμα, το οποίο πάντοτε εθνικώς και θρησκευτικώς τίμησαν, επέστρεψαν. Οπότε διερχόμενοι άλλοτε δια μέσου των δασών, άλλοτε δια πυκνών δενδρυλλίων και θαμνοειδών φυτών, άλλοτε δε χωρούντες δια μέσου του ποταμού Πυξίτου και άλλοτε δια γεφυρών κατόρθωσαν να φτάσουν στους πρόποδες της Μονής και δια συνθημάτων ειδοποίησαν τους εν τη Μονή, οι οποίοι τους ανέλκυσαν, οπότε και ανέφεραν τα της αποστολής τους. Θρήνος και οδυρμός κατέλαβε τους εν τη Μονή. Πώς τόσοι τον αριθμό να διασχίσουν τη γραμμή; αλλά και η περαιτέρω διαμονή τους εκεί ήταν αδύνατη καθώς οι τροφές εξαντλήθηκαν και η μόνη σωστική εκείνη κιβωτός επρόκειτο να γίνει ο τάφος τους. Μια βροχερή νύχτα μεταλαβόντες των αχράντων Μυστηρίων και επικαλείσθεντες την προστάτιδα πάντων Θεοτόκο την Αθηναία να τους οδηγήσει με ασφάλεια, ακολουθούντες των δυο ένοπλων μοναχών και των λοιπών των δυναμένων να φέρουν όπλα και εν μέσω έχοντες τα γυναικόπαιδα, βγήκαν από το καταφύγιο της Μονής. Ευτυχώς οι τούρκοι σκοποί λόγω της ραγδαίας βροχής είχαν αποσυρθεί στις καλύβες τους εις τας θέσεις Χαντσούκα και Καμένα, ενώ οι δικοί μας ολονυκτίως οδεύοντες και οδηγούμενοι και εμψυχωμένοι υπό των μοναχών διαπέρασαν απαρατήρητοι την γραμμή και διασώθηκαν μέχρις ενός, άλλοι στην Τραπεζούντα και άλλοι εις τα πέριξ απελευθερωθέντα χωρία. Αλλά εδώ δεν μπορώ να λησμονήσω το έργο των νεαρών πατέρων της Μονής. Τίποτε πολύτιμο αντικείμενο ή και κειμήλιο δεν αποκόμισαν ή περιέσωσαν ή μη το όπλο και φορτωθέντες τα μικρά τέκνα στους ώμους και τις αγκαλιές, έδειξαν εμπράκτως την υψηλή αυτών και φιλάνθρωπον αποστολή και όμως εν Ελλάδι κατελθόντες οι πλείστοι αντί να εισαχθώσι εις Φιλανθρωπικόν κάποιον οίκημα και γηροκομείο, τήδε κακείσε καταπονούμενοι κατέρχονται εις τον τάφον αφανώς. Ο τουρκικός στρατός επί ενάμιση μήνα από το φόβο μήπως οι εν τη Μονή τους στήσουν ενέδρα δεν τόλμησαν να εισέλθουν εις αυτήν. Μόλις δε εισελθόντες περί τις αρχές του μηνός Ιουλίου δεν επρόφθασαν να καταστρέψουν το θείον τούτο σκήνωμα διότι άρχισε η προέλασις του ρωσικού στρατού και απομακρύνθηκαν εσπευσμένως και έτσι ελευθερώθηκε η Μονή και επανήλθον εις αυτήν ο ηγούμενος οικονόμος Αθανάσιος και οι πατέρες και η Μονή διήνυσε τον βίον της μέχρι του 1923 οπότε με την ανταλλαγή απορφανισθείσα αυτή μέν νυν διατελεί ενδιαίτημα ποιμένων και κοράκων η δε αγία Εικόνα αυτής Σουμελιώτισσα κατασκήνωσε στα υψώματα του χωριού Καστανιά της Βεροίας.
Γεώργιος Θεοδώρου Κανδηλάπτης.
Αγωνιώδεις ημέρες στην Παναγία Σουμελά (1916) του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη – Πηγή: Ποντιακή Εστία Αυγ-Σεπτ 1961
Δείτε περισσότερα για την Ιερά Αυτοκρατορική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Όρους Μελά (Σουμελά) στους ακόλουθους σύνδεσμους: Το Ευαγγέλιον του Οσίου Χριστοφόρου & ο Σταυρός του Μανουήλ Κομνηνού. Ιερά Μονή Σουμελά / Τό Ιερόν Ευαγγέλιον του Οσίου Χριστοφόρου της Μονής της Παναγίας Σουμελά του Πόντου / Ιστορικά Τραπεζούντας περί των ελληνικών ονομάτων Τραπεζούς & Σουμελά / Μία σπάνια Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά Πόντου / Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας Σουμελά / Χαζηβασιλειάδης Νικόλαος / Καπίκιοϊ Τραπεζούντας / Ένα σπάνιο εύρημα (Υπόμνημα) Εις την άχραντον εικόνα της Παναγίας Σουμελά
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
