• Home
  • Ιστορία
  • Αμελέ Ταμπουρού. Θλιβερές αναμνήσεις της τουρκικής βίας και η Ελληνικής ευστροφίας του Ανανία Νικολαϊδη (1961)

Αμελέ Ταμπουρού. Θλιβερές αναμνήσεις της τουρκικής βίας και η Ελληνικής ευστροφίας του Ανανία Νικολαϊδη (1961)

Έλληνες στρατιώτες των εργατικών ταγμάτων Αμελέ Ταμπουρού τον καιρού του Α' Παγκοσμίου πολέμου στο εσωτερικό του ΠόντουΌταν κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι τούρκοι δημιούργησαν τα τάγματα εργασίας Αμελέ Ταμπουρού, τα οποία δικαίως ονομάστηκαν αργότερα Τάγματα Θανάτου, οι επιστρατευθέντες Έλληνες, όσοι δεν κατόρθωναν να πληρώσουν το πετέλ (το αντισήκωμα της στρατιωτικής θητείας), προσέρχονταν στις τάξεις του ιδιόρρυθμου αυτού στρατού χωρίς να σημειώνονται ανυποταξίες σε σοβαρό βαθμό.

Δεν παρήλθαν όμως πολλοί μήνες από την επιστράτευση και διαπιστώθηκε ότι ο απώτερος σκοπός της συστάσεως των ταγμάτων αυτών ήταν η εξόντωση με τις απερίγραπτες ταλαιπωρίες, την πείνα και την εξάντληση και την άνευ ιατρικής περιθάλψεως ασθένεια των Ελλήνων. Η πραγματικότητα αυτή είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν την λιποταξία σε μεγάλη κλίμακα των επιστρατευμένων και αφετέρου την με κάθε τρόπο αποφυγή της προσελεύσεως των καλουμένων Ελλήνων στις τάξεις του στρατού. Παράλληλα, εντάθηκε η αναζήτηση και δίωξη των λιποτακτών, καθώς και των ανυπότακτων και τα χωριά. Αμελέ Ταμπουρού - Η τουρκική βία και η Ελληνική ευστροφία, του Ανανία Νικολαϊδη 1961 Προπαντός και ειδικότερα οι μουχτάρηδες και οι δημογέροντες υπέφεραν τα πάνδεινα από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα, τους χωροφύλακες, το στρατό και τους διάφορους κρατικούς εκπροσώπους και έπρεπε να επινοηθούν και να επιστρατευθούν κάθε είδους μέσα και τεχνάσματα για να αποβούν ηπιότερες οι πιέσεις και προπαντός να μην συλληφθούν οι καταζητούμενοι. Θα αναφέρω μια από τις περιπτώσεις η οποία συνέβη στην ιδιαίτερή μου πατρίδα κατά την οποία χάρις στην οξύνοια ενός προύχοντα αποσοβήθηκαν σοβαρότερα δεινά. Με την έκταση που έλαβαν οι λιποταξίες κατά την άνοιξη του 1915, ανησύχησε ο καϊμακάμης του Καζά Δορούλ - Αρδάσης και επέδραμε στα χωριά της επαρχίας του με δύναμη χωροφυλακής υπό τη διοίκηση αξιωματικού και έκανε έλεγχο των μητρώων για την εξακρίβωση του αριθμού των στρατευσίμων και τη σύλληψη των ανυπότακτων και φυγόστρατων. Κατά την περιοδεία του εκείνη φτάσανε και στο χωριό της καταγωγής μου την Κορόνιξα. Ο τότε Μικτάρης (μουχτάρης) της Κορόνιξας δεν είχε τις διπλωματικές ικανότητες που χρειάζονταν και τόσο θάρρος για να αντιμετωπίσει τη σοβαρή εκείνη κατάσταση και ειδοποίησε μόλις έφτασε ο καϊμακάμης στο χωριό τον συγχωριανό μας αείμνηστο Κωνσταντίνο Γ. Ορφανίδη τον επονομαζόμενο Κώστη αφέντη ο οποίος ήταν γνωστός για το κύρος, την εξυπνάδα και το θάρρος του και κατέβηκε στο σπίτι του Μικτάρη. Ο Κώστη αφέντης ύστερα από τους συνηθισμένους τουρκοπρεπείς χαιρετισμούς (τεμενάδες), έπιασε συζήτηση με τον καϊμακάμη γύρω από την παγκόσμια κατάσταση. Όσο προχωρούσε η συζήτηση, τόση εμπιστοσύνη ενέπνεε στον καϊμακάμη που ήταν νέος και για πρώτη φορά γνωριστήκανε. Δεν μπόρεσε όμως αμέριμνα να παρατείνει τη συζήτηση στο κλειστό κύκλο του δωματίου γιατί του φύσηξαν στο αυτί πως ο αξιωματικός της χωροφυλακής ενεργούσε αυτόβουλο έλεγχο και θα έπρεπε να προλάβει εξουδετέρωση των ενεργειών του. Σε κάποιο σημείο ο Κώστη αφέντης πρότεινε στον καϊμακάμη να βγούνε για βολτάρισμα. «Αυτό θα σας έλεγα και εγώ» είπε ο καϊμακάμης και βγήκαν στο δώμα. Όπως περιεργάζονταν τα γύρω βολταρίζοντας στο δώμα αντίκρυσαν να περνάει ένα κοπαδάκι από αρνιά με το βοσκό τους για να μπουν στο μαχαλά γιατί ήτανε βραδάκι. Ο καϊμακάμης χωρίς να ξέρει πως τα αρνιά ανήκανε στον Κώστη αφέντη λέγει με διάχυση: «Ξέρεις Κώστη αφέντη τι ωραίο σουβλιστό μπορεί να παρουσιάσει εκείνο το αρνί που σέρνει μπροστά το κοπαδάκι;». Απαντώντας καταφατικά ο Κώστης αφέντης, χωρίς να αντιληφθεί τίποτα ο Καϊμακάμης έκανε ένα νόημα στον βοσκό και σε λίγο έφτασε στο δώμα ο τσοπάνος με το αρνί. Ξαφνιασμένος ο Καιμακάμης σαν είδε πως τραβάει ο Κώστης αφέντης το μαχαίρι να σφάξει το αρνί, πιάνει είναι το χέρι του και λέγει: «’Ααφ ιτέρσιν» (με συγχωρείς) Κώστη αφέντη. Πώς το πήρες το αστείο μου; Τι είναι αυτά που κάνεις;». Με τον αγκώνα στο χέρι του Καϊμακάμη ο Κώστης αφέντης ατενίζοντας του λέει ζωηρά: «Οϊλέϊσα Καϊμακάμ τεϊλσινίζ (άμα είναι έτσι, Καϊμακάμης δεν είστε», Με την κάπως χολωμένη ερώτηση του Καϊμακάμη: «Για ποιο λόγο;» προβάλλεται το έξυπνο: «Εμπρινίζ ιτζρά ολματουκτάν σορα» (αφού δεν εκτελείται η διαταγή σας…) και με την ετοιμόλογη εκείνη απάντηση βρήκε την ευκαιρία να αποκεφαλίσει το αρνί και να το δώσει στον τσοπάνη να ετοιμάζεται ο οβελίας. «Μου τα κατάφερες Κώστη αφέντη», είπε τότε σιγανά ο Καϊμακάμης και γύρισε στον αξιωματικό της χωροφυλακής που έφθασε στο μεταξύ εκεί και του λέει: «Πού κιοϊ, πού ιστιχκιουμτάν μααφ-τίρ» (αυτό το χωριό είναι απαλλαγμένο από την παρούσα καταδίκη) και κατέβηκαν, γύρισαν με διαχύσεις στο στρωμένο τραπέζι όλοι μαζί για να περάσουν καλά τη βραδιά με ρακί και το σουβλιστό αρνί. Και έτσι περάσαμε και εμείς οι τότε ανυπότακτοι την μπόρα της επιστράτευσης. Ανανίας Νικολαϊδης, Πτολεμαϊδα, 10 Απριλίου 1961. Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (playlist)

Θλιβερές αναμνήσεις – Αμελέ Ταμπουρού - Η τουρκική βία και η Ελληνική ευστροφία του Ανανία Νικολαϊδη, Πτολεμαϊδα 1961- Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ