• Home
  • Ιστορία
  • Η πνευματική ανάπτυξη της υπαίθρου του Πόντου “Στη Σάντα”, του Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Η πνευματική ανάπτυξη της υπαίθρου του Πόντου “Στη Σάντα”, του Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Σανταίοι μαθητές του Γυμνασίου του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας 1910-1911Κατά τους πρώτους δυο (2) αιώνες από τη σύστασή της Σάντας (1469 – 1650), η πνευματική ανάπτυξη βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο, έλειπαν τα σχολεία ολότελα και εκείνοι που ήξεραν ανάγνωση έστω και «ξηράν», αποτελούσαν εξαίρεση.

Είχαν ένα μόνο ναό στην ενορία Τερζάντων χωρίς όμως ιερέα και τον περισσότερο καιρό έμεναν ανεκκλησίαστοι – αλειτούργητοι. Στο τέλος αυτής της περιόδου επισκέπτονταν την Σάντα μοναχοί και εφημέρευαν μερικούς μήνες. Οι μοναχοί αυτοί ήσαν κυρίως από τη μονή Σουμελά γι αυτό και ανέκαθεν οι Σανταίοι θεωρούσαν την Μονή ως το πνευματικό κέντρο από το οποίο έπρεπε να εξαρτηθούν. Η επιθυμία τους όμως αυτή μόνο μετά από ένα αιώνα πραγματοποιήθηκε όταν Μητροπολίτης Χαλδίας ήταν ο Διονύσιος Σουμελιώτης. Κατά πάσα πιθανότητα στην περίοδο αυτή ήταν εξαρτημένοι πνευματικώς από την Τραπεζούντα, από την οποία ήταν εξαρτημένοι και πολιτικώς. Κατά τους δυο (2) επόμενους αιώνες (1650 – 1863) η παιδεία ήταν σχεδόν άγνωστη γιατί οι κάτοικοι εκτεθειμένοι στις ληστρικές επιδρομές των τούρκων που τους περιστοίχιζαν από όλες τις μεριές και αναγκασμένοι για αυτό να ζουν μακριά από τα σπίτια τους, δεν είχαν το καιρό ούτε την διάθεση, ούτε την αναγκαία δύναμη να φροντίσουν και για την πνευματική τους ανάπτυξη, αφού αυτή η ζωή τους ήταν ακροσφαλής, μόνη ενασχόλησή τους ήταν η οπλασκία, και όχι μόνο των ανδρών, αλλά και των γυναικών και των παιδιών. Σχολείο δεν υπήρχε ούτε ένα, σε ατελέστατα γραμματο-διδασκαλεία διδάσκονταν από ιερείς ή καλόγριες τα κοινά λεγόμενα γράμματα δηλαδή Πινακίδι, Χτωήχι (Οκτάηχος), Ψαλτήρι κ.τ.λ. μόνον «ξηράν ανάγνωσιν» και τίποτε παραπάνω. Όσοι δε τα τελείωναν και αυτά θεωρούνταν λόγοι (ημψοί παπάδες – μισοί παπάδε), μερικοί από αυτούς πήγαιναν στην Μονή Σουμελά για να πάρουν ανώτερα μαθήματα, να χειροτονηθούν ιερείς και να γυρίσουν. Η πρώτη γραμματο-διδασκάλισσα στην ενορία Πιστοφάντων λεγόταν Χαριτωνή και δίδασκε τον χειμώνα σε κανένα έρημο στάβλο και την άνοιξη σε αχυρώνα. Για να μην αναγκαστεί η σεβαστή δασκάλα να σηκωθεί για να τιμωρήσει τους άτακτους και αμελείς, κρατούσε βέργα από λεπτοκαρυά σεβαστού μήκους. Οι μαθητές κάθονταν γύρω της σε κύκλο επάνω σε τομάρια προβάτων (π̌όστι͜α) και ξεσκόνιζαν κάθε Σάββατο απόγευμα κατά τη διήγηση ενός γέρου τόση σκόνη σήκωναν ώστε τα γειτονικά σπίτια έκλειναν τις πόρτες τους καθώς παράθυρα δεν είχαν. Την Χαριτωνή διαδέχθηκε ο μυλωνάς της ενορίας, όταν αυτός πήγαινε στο μύλο για να αλέσει τον ακολουθούσαν και οι μαθητές του εκεί έβρισκαν πρόχειρο νερό και άμμο για να καθαρίσουν τα πινακίδια τους. Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν η παιδεία ως το 1863 τότε βγήκε στη μέση το ζήτημα της αρχιεπισκοπής, από τότε φρόντισαν για την πνευματική τους ανάπτυξη και σε λίγο απόκτησαν για την εποχή εκείνη σχολεία οπωσδήποτε άρτια και τακτικά. Για την παιδεία του υπόδουλου ελληνισμού είχε μεγάλη σημασία η ύπαρξη μητροπολίτου και εξαιτίας αυτού του ζητήματος το εξετάσουμε αρκετά πλατιά.

Το ζήτημα της αρχιεπισκοπής Ροδοπόλεως
Στα 1862 μερικοί φιλοπρόοδοι από την επαρχία Ροδοπόλεως που ζούσαν στην Πόλη ζήτησαν από την Μεγάλη Εκκλησία (το Πατριαρχείο) να καταργηθεί ο θεσμός των Εξαρχιών (κάθε Μοναστήρι ήταν η πνευματική αρχή των χωριών που ήταν ολόγυρά του) και να συστηθεί Μητρόπολη, όπως έγινε σε άλλες επαρχίες. Ο πόθος τους πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο πριν από την άλωση της Πόλης κάποια επισκοπή της μητρόπολης Λαζίας έφερε το όνομα Ροδοπόλεως και το όνομα αυτό δόθηκε στην νέα Μητρόπολη χωρίς να υπάρχει καμία γεωγραφική σχέση της μιας με την άλλη. Πολλοί Τραπεζούντιοι έσπευσαν να παραστήσουν στη Μεγάλη Εκκλησία πως πιο συμφέρον θα ήταν να συγχωνευθούν με την Επαρχία τους, αλλά η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία (Μ.Χ.Ε.) για την καλύτερη πνευματική ανάπτυξη της επαρχίας θεώρησε προτιμότερη την ύπαρξη ιδιαίτερου Μητροπολίτη, κατήργησε λοιπόν τις τρείς (3) Εξαρχίες Σουμελά, Περιστερεώτα και Βαζελώνος και διόρισε Μητροπολίτη τον Γεννάδιο Μισαηλίδη από το χωρίον Μισαηλάντων της Γαλίανας. Αλλά τότε οι Επαρχίες ξεσπάθωσαν εναντίον της απόφασης του Πατριαρχείου, είτε αυθόρμητα είτε με την υποκίνηση των Μοναστηριών και με πολλές αναφορές ζήτησαν με επιμονή την κατάργηση της Αρχιεπισκοπής. Στον αγώνα εκείνο πρωτοστάτησαν οι Σανταίοι. Πράγμα βέβαια που δεν τιμά τους ανθρώπους της εποχής εκείνης και αυτοί προπάντων έγιναν αίτιοι να καταργηθεί η νέα Μητρόπολη. Αλλά και μεταξύ αυτών των Σανταίων υπήρχαν διχογνωμίες και οι μεν προοδευτικότερες ενορίες Πινατάντων, Τερζάντων, Κοσλαράντων, και μέρος της Ισχανάντων πήραν το μέρος του Μητροπολίτου, οι άλλες δε Πιστοφάντων Τσακαλάντων, Ζουρνατσάντων και μέρος της Ισχανάντων ετάχθησαν εναντίον. Έδρα του Μητροπολίτου ήταν η Λιβερά. Επειδή οι διαμαρτυρίες των επαρχιών δεν έπαψαν, γι αυτό η Μ.Χ.Ε Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία διάταξε το 1865 τον Μητροπολίτη Χαλδίας Γερβάσιο να εξετάσει και να την πληροφορήσει «όσα αμοιβαίως αιτιώνται κατά αλλήλων» ο Ροδοπόλεως και οι πατέρες της Μονής Βαζελώνος και πρόσθετε «Ενί λόγω θέλεις επιμεληθεί ίνα κατευνάσεις τας διατρεχούσας διενέξεις υπαγορεύων έκαστω τα ίδια καθήκοντα και αποτρέπων άρδην το να τολμώνται αυθάδη κινήματα και τρόποι υπεροπτικοί κατά του Αρχιερατικού χαρακτήρος της θεοφιλίας του, όντινα ως γνήσιον και κανονικόν κατά τόπον αρχιερέα οφείλουσιν οίτε μοναστηριακοί και οι λαϊκοί χριστιανοί ίνα σέβονται και απομένοντες την ανήκουσαν τιμήν και ευλάβειαν». Κατά τα δυο (2) πρώτα χρόνια ο Γεννάδιος δεν τόλμησε να επισκεφθεί τη Σάντα. Τον τρίτο χρόνο όμως μετά τα μέσα Αυγούστου, παρακινούμενος από τους θιασώτες της αρχιεπισκοπής, ήρθε στη Σάντα, αλλά αναγκάστηκε να φύγει αφορίζοντας τον αθεόφοβο λαό. Οι θιασώτες όμως δεν απελπίστηκαν, αλλά φρόντισαν να διαφωτίσουν το λαό για τα αληθινά συμφέροντά του. Και όταν νόμισαν πως το κόμμα τους ήταν αρκετά ισχυρό, προσκάλεσαν τον αρχιερέα τον ερχόμενο χρόνο. Αυτός ήρθε στο Τασ̌κιοπρού και από εκεί έγραψε στη Σάντα ειδοποιώντας για τον ερχομό του. Τότε εξαγριώνονται οι κομματάρχες και εκστρατεύουν εναντίον του και τον διώχνουν ενώ εκείνος ευλογούσε αυτήν την φορά τον αμαθή λαό γιατί δεν ήξερε τι κακό προξενούσε στον εαυτό του. Από εκεί ο Μητροπολίτης πήγε στην Αργυρούπολη και κατήγγειλε τους Σανταίους, εκείνοι όμως πρόφτασαν να δωροδοκήσουν τον πασά και αθωώθηκαν. Από την στάση αυτή της Σάντας πήραν θάρρος και άλλοι και κράτησαν στάση απειλητική. Αναγκάστηκε λοιπόν η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία να στείλει εξάρχους που παράστησαν πως η ύπαρξη της Αρχιεπισκοπής δεν συμφέρει (Ω!!! της αναιδείας των πρακτόρων!!!) και έτσι στα 1867 καταργήθηκε.
Μετά από 9 χρόνια ανακίνησε το ζήτημα πάλι ο ίδιος Μητροπολίτης αλλά ακολούθησαν νέες διαμαρτυρίες. Τότε η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία έστειλε εξάρχους τον Μητροπολίτη Χαριουπόλεως και τον διάκονο των Πατριαρχείων που με σαφήνεια και ειλικρίνεια στην έκθεσή τους έγραψαν: «Ότι καθ’ όλην την περιοδείαν ημών ηδυνήθημεν να συμπεράνωμε είνε ότι άπαντες και οι χριστιανοί επιθυμούσαν Αρχιερέα, αλλ’ οι μεν διότι νομίζουσιν ότι θα δυσαρεστήσουσιν τους συγγενείς αυτών πατέρας των Ιερών Μονών, οι δε διότι την πενίαν αυτών αναλογιζόμενοι και ανεπαρκή τα προς τον Αρχιερέα παρ’ αυτών δικαιούμενα νομίζοντες φοβούνται μη εις αδικίαν περιπέσει ο Αρχιερεύς, άλλοι δε διότι πτωχοί όντες και εις πάσαν αυτών ανάγκην καταφεύγοντες εις τας Ιεράς Μονάς ως εις άσυλα περιθάλπονται και τρέφονται παρ’ αυτών και διά τούτο φοβούνται μη στερηθώσι της τοιαύτης βοηθείας και αντιλήψεως, δια ταύτα πάντα προτιμώσι να μένωσι όπως έχουν και δεν γνωμοδοτούσιν υπέρ της ανασυστάσεως της Αρχιεπισκοπής». Οι φιλοπρόοδοι όμως και φιλόμουσοι δεν έπαψαν τις ενέργειες τους και έτσι στα 1902 τα διαβήματα τους έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους το Πατριαρχείο ανασύστησε την Μητρόπολη Ροδοπόλεως. Πρώτος Μητροπολίτης διορίστηκε ο Τιτουλάριος Επίσκοπος Ναζιανζού Γερβάσιος Σαρασίτης. Μεγάλη ήταν η χαρά των επαρχιωτών από το ευχάριστο αυτό γεγονός. Για την υποδοχή των Σανταίων ο ίδιος ο Γερβάσιος γράφει «ίδια έκτακτος παρασκευάσθη η υποδοχή Σανταίων παραλαβόντων ημάς επί τούτο από της Ιεράς Μονής του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και δια παρατάξεως ολοκλήρου και συνοδείας ενόπλων παλικαριών οδήγησαν το πρώτον εις την μεγαλυτέραν ενορία Πιστοφάντων. Ουχ ήττον αλησμόνητος παραμένε η των Σανταίων προπομπή και συνοδεία προς προσκύνησιν εις την Ιεράν Μονήν Παναγίας Σουμελά, συνοδεία πολυάριθμων ανδρών γυναικών και παιδίων». Στην επαρχία αυτή έμεινε τέσσερα (4) χρόνια και με υπομονή και επιμονή υπέμεινε τις αντιδράσεις των μοναχών και μερικών συγγενικών χωρίων, διότι οι μοναχοί είχον την ιδέα πως το Πατριαρχείο δεν έπρεπε να τους στερήσει του εξαρχικού συστήματος που το είχανε από της εποχής των Κομνηνών ακόμα. Οι χριστιανοί πάλι και μάλιστα της Παναγίας Σουμελά επιθυμούσαν να έχουν αρχιερέα για να οργανώσει ταχύτερα τα κοινοτικά και σχολικά τους πράγματα. Δυο (2) φορές ζήτησαν να φοβερίσουν τον Μητροπολίτη με τουφεκισμούς και με ροπαλοφόρους, αλλά απέτυχαν. Ο Μητροπολίτης σαν ανώτερος επόπτης στο σχολείο διόρισε επόπτες για τα σχολεία. Ο ίδιος παρευρισκόταν στις εξετάσεις ώστε να παροτρύνει τους αδιάφορους, να επαινεί τους άξιους και να βοηθάει τους δραστήριους. Με τις παροτρύνσεις του ψηφίστηκε ο κανονισμός που έμελλε να κατευθύνει τις ενέργειες και των επτά (7) ενοριών και αυτή η ιδέα της κεντρικής σχολής γεννήθηκε στον καιρό του. Κατά δυστυχία δεν χάρηκαν πολύ τον αληθινό αυτό και αφυλάργυρος λευίτη που μόνο ελάττωμα είχε τη φιλοδοξία. Μετά από τέσσερα (4) χρόνια μετατέθηκε στην Κορυτσά και από εκεί στην Άγκυρα, αλλά και από τόσο μακριά δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τη Σάντα, στην Φιλόπτωχο Αδελφότητα στην οποία έστειλε είκοσι (20) λίρες.

Η Παιδεία από του 1863 ως το 1900
Και ενώ ακόμα διαρκούσε το ζήτημα της αρχιεπισκοπής οι Σανταίοι άρχισαν την ανέγερσιν σχολείων και σε λίγα χρόνια όλα τα χωριά είχα μεγάλα και διόροφα κτίρια. Το πρώτο σχολείο ιδρύθηκε στην ενορία Κοζλαράντων με τις ενέργειες του εφημέριου Γεράσιμου Μωυσιάδη, κατόπιν ιδρύθηκαν σχολεία και στις ενορίες Τερζάντων, Ισχανάντων, Πινατάντων, Ζουρνατσάντων και τελευταία στην ενορία Πιστοφάντων. Η ενορία Τσακαλάντων επέκτησε σχολείο μόνο στα 1913, ως τότε δε τα παιδιά της φοιτούσαν στην ενορία Πιστοφάντων. Τότε δίδασκαν οι παπα-Γεώργιος Μωυσιάδης, Σπυρίδων Μαντίδης, Χαράλαμπος Τσαντεκίδης, Κωνσταντίνος Νυμφόπουλος και Κωνστανίνος Ροδόπουλος. Ας μη νομίσει κανείς πως εύκολα ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τα σχολεία αυτά. Οι γέροι πάντα παρενέβαλαν εμπόδια γιατί και τότε και αργότερα ακόμα θεωρούσαν «τα πολλά γράμματα του διαβόλ’». «Ο κόσμον ασ’ σοι δεβασμέντς θα δα̤βαίν» και οι γρηές τραγουδούσαν τα μικρά «Τα γράμματα φαντάσματα υιέ μ’ την λύρα σ’ παίξον». Τότε είχε συσταθεί και συμβούλιο από τους πιο μορφωμένους που κατάρτισε κανονισμούς σύμφωνα προς τους οποίους έπρεπε να ρυθμίζονται τα κοινά κάθε ενορίας και ολόκληρης της Σάντας. Το συμβούλιο αυτό επειδή είχε αναμειχθεί σε πράγματα ξένα προς την διαδικασία του δεν μπόρεσε να διατηρηθεί πολύ και διαλύθηκε στο μικρό όμως διάστημα της λειτουργίας του ενέβαλε τον πόθο προς τα γράμματα και έφερε τέτοια βελτίωση στα σχολεία, ώστε τα αλληλοδιδακτικά Σάντας, κατά την μαρτυρία του Γ. Κυριακίδη ήσαν από τα άριστα. Αν όμως κρίνει κανείς αμερόληπτα και άσχετα προς τα άλλα σχολεία, η παιδεία στην Σάντα δεν βρίσκονταν σε ευχάριστο σημείο και αυτό για τους παρακάτω λόγους:
1. Το σχολείο κάθε ενορίας εξηρτάτο από μερικούς προύχοντες και δημογέροντες που πολλές φορές ήσαν αγράμματοι και κατάλληλοι για κάθε άλλο, όχι όμως για το σχολείο και που κανόνιζαν την πορεία των εκπαιδευτικών ζητημάτων σύμφωνα με την θέλησή τους.
2. Κάθε ενορία δεν έβλεπε πιο πέρα από το στενό συμφέρον αυτής, διατηρούσε ένα σχολείο με έξι (6) και επτά (7) τάξεις, επειδή οι πόροι της ήσαν περιορισμένοι μόνο έναν (1) δάσκαλο μίσθωνε με ευτελή μισθό (οι ενορίες Ισχανάντων και Πιστοφάντων από δύο (2) που ήταν υποχρεωμένος να μαθαίνει 60 με 80 παιδιά. Τι καλό μπορούσε να προκύψει από ένα τέτοιο σύστημα; Τις πιο πολλές φορές ανάθετε την διδασκαλία των κατώτερων τάξεων στους καλύτερους μαθητές των ανωτέρων τάξεων, αν προσθέσουμε την ανεξήγητη αδιαφορία των προυχόντων προς το σχολείο και προς τον δάσκαλο, την αδιαφορία των δασκάλων ένεκα του ευτελούς μισθού τους και τέλος την μέθοδο που δεν ήταν μήτε παλαιά, μήτε νέα χωρίς πρόγραμμα, ανεξέλεγκτα με κανόνα την κρίση και οδηγό το νου τους, θα σχηματίσωμεν κάποια ιδέα και την κατάσταση των σχολείων της εποχής εκείνης. Το σύστημα που ίσχυε τότε ήταν το αλληλοδιδακτικό, δια το οποίο θα μιλήσωμεν σε επόμενο τεύχος. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.

Η πνευματική ανάπτυξη της υπαίθρου του Πόντου “Στη Σάντα”, του Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη). Πηγή: Ποντιακή Εστία, Φεβρουάριος 1953

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ