Το ευαγγέλιο των Ισχανάντων - Από τη Σάντα του Πόντου στο Δασωτό Κάτω Νευροκοπίου
«Το Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον» του Iερού ναού της Αγίας Κυριακής Ισχανάντων της Σάντας του Πόντου, με ασημένια και επιχρυσωμένα εξώφυλλα, τυπώθηκε το 1889 στη Βενετία, στο ελληνικό τυπογραφείο «Ο ΦΟΙΝΙΞ».
Λέγεται ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1890 το εκόμισε στην εκκλησιαστική επιτροπή του Ιερού ναού της Αγίας Κυριακής ο Παντελής Λαμπριανίδης, Σανταίος κτηματίας, που διέμενε στην Τραπεζούντα. Ίσως και να το δώρισε ο ίδιος στο Ναό. Η επτάκωμος Σάντα στον Πόντο ήταν ορεινή και απρόσιτη περιοχή και απείχε 50 χιλιόμετρα περίπου νοτιοανατολικά από την Τραπεζούντα και 15 χιλιόμετρα βόρεια από το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Είχε επτά οικισμούς (επτά κώμες - ενορίες - θρησκευτικές κοινότητες), με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, που ανήκαν εκκλησιαστικά στην εξαρχία της Παναγίας Σουμελά και αργότερα, μετά από την κατάργησή της, στην Ιερά Μητρόπολη Ροδοπόλεως, με έδρα την Λιβερά. Το θρησκευτικό συναίσθημα των Σανταίων ήταν έντονο και γι’ αυτό η αγάπη και ο σεβασμός τους προς την Παναγία Σουμελά ήτο υπέρμετρος. Ο Επαμεινώνδας Κυριακίδης, στην «Ιστορία της Μονής Σουμελά» στη σελίδα 72 γράφει: «Οι Σανταίοι αγαπώσι δε καθ' υπερβολήν και σέβονται την Ιεράν Μονήν του Σουμελά, υπέρ ής πάντοτε είναι πρόθυμοι να χύσωσι και το αίμα των, ως πλειστάκις απέδειξαν καθ' όλας τας γενομένας αποπείρας προς κατάργησιν της Εξαρχίας της Μονής». Η Σάντα, τον Σεπτέμβριο του 1921, καταστράφηκε από τον τακτικό τουρκικό στρατό και τα γυναικόπαιδά της εξορίσθηκαν στο Ερζερούμ και το Χουνούζ. Το Ιερό Ευαγγέλιο του Ισχανάντων - Από τη Σάντα του Πόντου στο Δασωτό Κάτω Νευροκοπίου Μία ή δύο ημέρες πριν από τη δήωση και πυρπόλησή της από τους τσέτες, στις 11 ή 12 Σεπτεμβρίου, το Ιερό Ευαγγέλιο διασώθηκε από τους ηρωικούς αντάρτες της.
Μία ομάδα, με αρχηγό της τον Χορόζ' (Χαρ. Λαζαρίδη 1886-1958), εισέδυσε νύχτα στον Ιερό Ναό και το πήρε. Σε όλη δε τη διάρκεια του μετέπειτα ένοπλου αγώνα τους εναντίον των Τούρκων στα βουνά της Σάντας, από τον Σεπτέμβριο του 1921 μέχρι και τον Μάρτιο του 1924, οι Σανταίοι αντάρτες το διαφύλαξαν «ως κόρην οφθαλμού» και το προστάτευσαν με ευλάβεια και σεβασμό, αποκρύπτοντάς το, άλλοτε σε ασφαλή σπήλαια και σχισμές βράχων και άλλοτε παίρνοντάς του μαζί τους, ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις. Από τον Ιανουάριο του 1923, και μετά από τη Σύμβαση της Λωζάνης για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι Έλληνες του Πόντου υποχρεωτικά εγκατέλειπαν τον γενέθλιο τόπο τους και μετανάστευαν, ως ανταλλάξιμοι (!), με πλοία από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας για την Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1923 η ανταλλαγή ήταν στην κορύφωσή της και ο ελληνισμός στον Πόντο έπνεε τα λοίσθια! Ο Πόντος κάθε μέρα όλο και περισσότερο άδειαζε από το ελληνικό στοιχείο και οι αντάρτες της ηρωικής Σάντας, επικηρυγμένοι ήδη από την τουρκική κυβέρνηση «ως εγκληματίες», μόνοι και αβοήθητοι ψηλά στα λημέρια τους, ήταν αδύνατον να ανταλλαγούν με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προέβλεπαν οι σχετικές συμφωνίες. Στις δύσκολες και επικίνδυνες για τη ζωή τους εκείνες στιγμές αποφάσισαν, μετά από διαβουλεύσεις, να περισώσουν τουλάχιστον το Ιερό Ευαγγέλιο. Ο Νικόλαος (Νικολάκης) Τοπαλίδης (1890-1987), από την ενορία Κοσλαράντων, στις αρχές Οκτωβρίου του 1923, ανηφόρισε από την Τραπεζούντα προς την ερειπωμένη Σάντα, για να δει για τελευταία φορά το πατρικό του σπίτι και να αποχαιρετήσει τον γενέθλιο τόπο του. Εκεί, σε κάποιο λημέρι, συνάντησε τους αντάρτες με τον πρωτοκαπετάνιο τους Καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη (1887 1937) και έμεινε μαζί τους δύο ημέρες. Οι επικηρυγμένοι και «μη ανταλλάξιμοι αντάρτες» του εμπιστεύθηκαν το ευαγγέλιο και τον παρακάλεσαν να το παραδώσει, όταν φτάσει με το καλό στην Ελλάδα, σε εκείνη την κοινότητα ή τον οικισμό, όπου θα εγκαθίσταντο οι περισσότεροι Ισχανανταίοι πρόσφυγες. Ο Νικόλαος Τοπαλίδης, άνθρωπος ηθικός, έντιμος και απολύτου εμπιστοσύνης, ανέλαβε ευχαρίστως την υποχρέωση να φέρει σε πέρας την θεάρεστη αυτή πράξη. Την επομένη και μετά από δωδεκάωρη πορεία, με το ευαγγέλιο στις αποσκευές του, έφτασε στην Τραπεζούντα. Εκεί, κατά τις θλιβερές εκείνες ημέρες του τελευταίου Οκτωβρίου των Ελλήνων του Πόντου, είχαν συρρεύσει και περίμεναν να επιβιβαστούν στο ατμόπλοιο (Ωκεανός» όλα τα πλήθη των ανταλλάξιμων, τα τελευταία που απέμεναν στην περιοχή, τα περισσότερα από το εσωτερικό του Πόντου. Από το Ερζερούμ και το Χουνούζ, όπου είχαν εξοριστεί τα γυναικόπαιδα της Σάντας, έφτασαν και αυτά μετά από πολυήμερες πορείες και ταλαιπωρίες και, μαζί με όλους τους άλλους, περίμεναν στην παραλία της Δαφνούντας την ώρα της Μεγάλης Εξόδου. Μαζί τους και ο Νικολάκης Τοπαλίδης. Ανάμεσα στο πλήθος αυτό ήταν και η 26χρονη μητέρα μου Ουρανία Σοφιανού, με την πεντάχρονη κόρη της Δωροθέα (χωρίς τον σύζυγό της, που υπηρετούσε στα αμελέ ταμπουρού) και την 29χρονη αδελφή της Κυριακή με τον άνδρα της Κωνσταντίνο Γραμματικόπουλο (Γιαζιτσή) και την πεντάχρονη κόρη τους Ολυμπία, που, όλοι μαζί, έφτασαν στην Τραπεζούντα από το Ερζερούμ, μετά από πορεία δέκα ημερών. Τα όσα θα παραθέσω για το Ιερό Ευαγγέλιο των Ισχανάντων και για το πώς και πότε έφτασε και βρέθηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Δασωτού Κάτω Νευροκοπίου, είναι από δική της αφήγηση και από ιστόρηση στον υποφαινόμενο του Ιωάννη Ουρτίδη (Κύρτογλου), στο σπίτι του οποίου διέμενα (νοίκιαζα), όταν φοιτούσα στο γυμνάσιο αρρένων Δράμας, το 1948.
Ο Ι. Κουρτίδης (1882-1969), πρωτοξάδελφος του οπλαρχηγού της Σάντας Καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη και επικηρυγμένος αντάρτης, επιβιβάσθηκε στο ατμόπλοιο «Ωκεανός» κρυφά, με ένα απλό και επικίνδυνο τόλμημα, που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραίο. Έφτασε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Δράμα, στον συνοικισμό Νέα Κρώμνη. «Για πολλές ημέρες, το μεγάλο καράβι φόρτωνε ασταμάτητα τους ανταλλάξιμους από την αποβάθρα, όπου γινόταν η καταμέτρηση και ο τελικός έλεγχος. Εννέα χιλιάδες ξεριζωμένες ψυχές ανεβήκαμε στο «Ωκεανός» και φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη (στην Καλαμαριά) στις 23 Οκτωβρίου 1923, μετά από έξι ημέρες. Στο λιμάνι της Τραπεζούντας ζήσαμε δύσκολες στιγμές μέχρι να ανεβούμε στο πλοίο. Οι Τούρκοι τσανταρμάδες, οι ναυτικοί υπάλληλοι και οι τελωνειακοί, με άγριο βλέμμα και βλοσυρό πρόσωπο, μας παρακολουθούσαν συνεχώς και μας οδηγούσαν στα σημεία ελέγχου, πάντοτε, όμως (και ευτυχώς) κάτω από τη συνεχή επίβλεψη και παρουσία της Διεθνούς Επιτροπής Ανταλλαγής Προσφύγων, για τη σωστή εφαρμογή και τήρηση των όρων της «υποχρεωτικής ανταλλαγής». Εμείς οι Σανταίοι, από την παραλία της Δαφνούντας όπου μέναμε, σχηματίσαμε μικρές οικογενειακές και συγγενικές ομάδες, με τις αποσκευές στα χέρια και την πλάτη μας και προχωρούσαμε αργά αργά, σαν αργοκίνητο φίδι προς την αποβάθρα για την καταμέτρηση, τον τελικό έλεγχο και την επιβίβασή μας στα ψαροκάικα που θα μας μετέφεραν στο «Ωκεανός» το οποίο αγκυροβολημένο στα ανοιχτά, μας περίμενε». Από σεβασμό προς τη μνήμη της μητέρας μου, η οποία πάντοτε μου μιλούσε στην ποντιακή διάλεκτο (αν και τα νεοελληνικά της ήταν θαυμάσια), αλλά και προς τη μνήμη όλων των Ποντίων της πρώτης γενιάς, μερικά, από όσα στη συνέχεια θα παραθέσω, θα τα γράψω στην ποντιακή διάλεκτο, έτσι όπως παμαστατικά μου τα αφηγήθηκε η ίδια, με την εκφραστική ομορφιά της ποντιακής διαλέκτου, με την ομορφιά της ψυχής της. «Με την αδελφή μ', την Κερέκην, με τον άντραν ατ'ς, τον Κώστην τον Γιαζιτζήν (Γραμματικόπουλο) και τα δύο κορτσόπα 'μουν, εσέβαμε ς' ση σειράν και φορτωμέν’ τα πράματα ‘μουν, πορπατούμε και στέρα στέρα σουμώνομε 'ς σο καΐκ' ντο θα παίρ' μας και πάει 'ς σο τρανόν το παπόρ'». Από τα δεξιά και τα αριστερά του παραλιακού δρόμου και σε μήκος πάνω από πεντακόσια μέτρα, περίεργοι Τούρκοι πολίτες και λιμενεργάτες, αλλά και τελωνειακοί υπάλληλοι και τσανταρμάδες μας κοίταζαν σιωπηλά και χαιρέκακα. Οι τσανταρμάδες μάς έριχναν άγριες ερευνητικές ματιές και ο φόβος μας, όσο πλησιάζαμε προς την αποβάθρα όλο και μεγάλωνε. «Εγώ η μάρ'σσα μαναχ̌έσσα, με τη Δωρίτσα μ' 'ς σο γιάν'-ιμ’ (ο άντρας-ιμ’ έξ χρόνα̤ σ' εργατικά τάγματα, σ' εξορίας και 'ς ση χαμονήν, νά̤ γράμμαν νά̤ χαπάρ' ντο εέντον, ζει, 'κ̌ι ζει, κανείς 'κ̌' εξέρ', κρατώ ατέν ας σο χ̌ερόπον ατ’ς και φορτωμέντσα, έναν πάω κι έναν στέκω. Η αδελφή μ' με το κορτσόπον ατ'ς και με τον άντραν ατ'ς, φορτωμέν' πορπατούν έμπρα μ'. Κι άλλ' έμπρα 'τουν o Νικολάκης ο Τοπαλίδης, φορτωμένος, με τοι Ζουρνατσέτες εντάμαν. Σίτα εστάθα ένα ξάϊ v' αλλάζω το φορτίο μ' ας σ' έναν τ' ωμί' μ' σ' άλλο, μω τη μάνας! Τη δουλείαν ντο θ' επαθάνα! Καν δέκα μέτρα ώσνα σουμώνω με το μωρό μ' ση καϊκί' το γιάν' και θα έβγαινα απάν', είνας άγουρος, ψηλός, τεληκαλής, εσούμωσε με, έσυρεν αλήγορα και αναχάπαρα τη Δωρίτσα μ' ας σα Χέρα μ', έσ'κωσεν κ' εθέκεν ατεν απάν' σ' ωμία τ', τ' έναν το ποδαρόπον ατ'ς σα δεξά και τ' άλλο σ' αριστερά και με το φουστανόπον ατ'ς αμάν ετσ̌ίλαξεν το κατσίν και το πρόσωπον ατ', να μη φαίνεται και εγνωρίεται. Εστάθεν 'ς σο γιάν-ιμ' και άγρα είπε με:
«Ξάϊ μη καλατσ̌εύ'ς, πορπάτ' σο γιάνι μ'».
»Εχπαράγα όντας εγροίξα ποίος έτον!
«Γιάννε», είπα κ' εκόπεν η λαλία μ'. Ο ήρωας της Σάντας Ιωάννης Ευστ. Κουρτίδης 1880-1961 του Γεωργίου Π. Στυλίδη
»Έτον ο Κύρτογλης ο Γιάννες! Ο επικηρυγμένον αντάρτες τη Σαντάς, o πρωτεξάδελφον τη Καπετάν Ευκλείδη Κουρτίδη! Ναϊλί εμέν! είπα απέσ'-ιμ’, ντο θα 'ίνουμαι αν νοΐζ'να 'τον οι Τουρκάντ'. Θα σπάζ'νε το μωρό μ'. Παναΐα! είπα κι άλλο λαλίαν ας σο φόβο μ' 'κ̌' εξέγκα. «Πορπάτ' σο γιάνι μ'», είπε μίαν κι άλλο. 'Σ σο γιάν' ατ' επορπάτεσα και ως να έβγαιναμε απάν' 'ς σο παπόρ', εθαρρώ η ψ̌ή μ' δέκα φοράς εξέβεν». Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν κατάλαβαν τίποτε. Νόμισαν πως ήταν ο άνδρας μου. Όταν επιβιβαστήκαμε στο «Ωκεανός» και ηρέμησα λίγο, του είπα: «Γιάννε, ατό πώς εποίκες ατο; Θα έσπαζανε μας οι Τουρκάντ'! Οι δυο καϊκτσήδες (πατέρας και γιος) ήσαν Έλληνες (κλωστοί) μουσουλμάνοι, φίλοι από παλιά με τον Γιάννη Κουρτίδη (ίσως να ήσαν και προσυνεννοημένοι). Με τον καϊκτσή (πατέρα) ο Γ. Κουρτίδης το 1907 μετανάστευσε στην Αμερική και φαίνεται πως η φιλία των δύο ανδρών στάθηκε σωτήρια για τον δεύτερο. Ο Γιάννης Κουρτίδης (Ισχανανταίος) έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και αποδοχής στη Σάντα για τη σωφροσύνη και νοικοκυροσύνη του. Ήταν τολμηρός, λιγομίλητος και αποφασιστικός. Επάνω στο «Ωκεανός», όταν τον είδαν και τον αναγνώρισαν οι συμπατριώτες του Σανταίοι, έμειναν έκπληκτοι. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτός, ο επικηρυγμένος αντάρτης της Σάντας, ο καταζητούμενος από τις τουρκικές αρχές Κύρτογλης, κατόρθωσε να διαφύγει της προσοχής των τούρκων και να επιβιβαστεί ασφαλής στο τελευταίο πλοίο, με τους τελευταίους ανταλλάξιμους Έλληνες, από το λιμάνι της Τραπεζούντας! Το «Ωκεανός» επί ημέρες πολλές φόρτωνε ασταμάτητα τους πρόσφυγες, που με τη ράχη διπλωμένη στα δύο μετέφεραν ό,τι πολυτιμότερο είχαν και ό,τι τους ήταν δυνατόν να πάρουν μαζί τους. Κυρίως, όμως, φόρτωσαν και πήραν μέσα στην ψυχή τους την τρισχιλιόχρονη ζώσα ιστορία των Ελλήνων του Πόντου, τη μυθολογία του Φρίξου και της Έλλης, του Ιάσονα και των Αργοναυτών, του Προμηθέα και των Αμαζόνων, του Ορέστη και του Ηρακλή, αλλά και όλων των άλλων ηρώων και ημιθέων του Ελληνισμού. Το πλοίο με τις εννέα χιλιάδες ψυχές των τελευταίων Ελλήνων του Πόντου, κιβωτός πολιτισμού 3.000 χρόνων. Οι Ισχανανταίοι της δεύτερης γενιάς των προσφύγων στο Δασωτό το προσέχουν και το διαφυλάσσουν με ευλάβεια και πατριωτικό ενδιαφέρον, αλλά μέχρι πότε; Με το πέρασμα των ετών, σίγουρα θα αμβλυνθεί το ενδιαφέρον, ίσως και η ευαισθησία των επομένων γενεών, με κίνδυνο κάποτε να χαθεί! Οι επιτήδειοι ιερόσυλοι, δυστυχώς, πάντοτε υπάρχουν και πάντοτε καραδοκούν. Εκτιμώ ότι «T’ Ευαγγέλιον τ’ Ισ̌χανάντων» - έτσι το έλεγαν οι πρόσφυγες γονείς και παππούδες μας «θρησκευτικό και ιστορικό σημείο αναφοράς της ιδιαίτερης πατρίδας μας», της Επτάκωμης Σάντας του Πόντου, αξίζει και πρέπει να βρει τη θέση που του αρμόζει, ανάμεσα στα άλλα Ιερά κειμήλια και σκεύη από τον Πόντο, που φυλάσσονται στο Κειμηλιοφυλάκειο του Ιστορικού και Θρησκευτικού Μουσείου του Ιερού Ιδρύματος της Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά Ημαθίας, τα οποία με θρησκευτική ευλάβεια και πατριωτικό ζήλο συγκεντρώνει, ταξινομεί, εκθέτει και προβάλλει στη θρησκευτική αυτή Αμφικτιονία των όπου γης Ποντίων, ο ακάματος λειτουργός του Υψίστου πανοσιολογιώτατος ηγούμενός της π. Παύλος Αποστολίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Δράμας). Άλλωστε, μόνον στον χώρο αυτόν, όπου (κατ' ευτυχή συγκυρία) ο ομώνυμος οικισμός, στο σύνολό του κατοικείται αμιγώς από Σανταίους πρόσφυγες, μπορεί να βρει και να έχει, όχι μόνον ιερή ασφάλεια και προστασία εις το διηνεκές, αλλά και δυνατότητα να «διαλαλεί», μέσα από κατάλληλη προθήκη, προς όλους τους φιλίστορες και φιλόθρησκους επισκέπτες του μουσείου, το. έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των Σανταίων και την ελληνική ψυχή της Σάντας του Πόντου, η οποία, στο βωμό των αγώνων του έθνους μας, έγινε ολοκαύτωμα τον Σεπτέμβριο του 1921.
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2005
Για τους Σανταίους Παντελής Θ. Σοφιανός (Ισχανανταίος).
Το Ιερό Ευαγγέλιο των Ισχανάντων - Από τη Σάντα του Πόντου στο Δασωτό Κάτω Νευροκοπίου (του Σανταίου κ. Παντελή Θ. Σοφιανού ας σου Ισχανάντων).
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
