• Home
  • Ιστορία
  • Η ξενιτειά παρά Ποντίοις (Ιστορική αναδρομή) Πότε άρχισαν να ξενητεύονται οι Έλληνες της Χαλδίας, του Παντελή Η. Μελανοφρίδη

Η ξενιτειά παρά Ποντίοις (Ιστορική αναδρομή) Πότε άρχισαν να ξενητεύονται οι Έλληνες της Χαλδίας, του Παντελή Η. Μελανοφρίδη

Γεωφυσικός χάρτης Πόντου με τα μεταλλείαΑν λάβουμε υπόψη μας ότι τα πλούσια μεταλεία της Αργυρούπολης (Κανίου), της Άργονης, του Καπάν, του Σὶμ και άλλα δευτερεύοντα απορροφούσαν τον περισσότερο εργατικό κόσμο του Πόντου, συμπεραίνουμε ότι κατά την ακμή των μεταλλείων αυτών οι κάτοικοι της περιφέρειας Κιουμουσχανὲ δεν γνώρισαν ξενιτιά.

Διότι οι εργάτες, οι περισσότεροι τουλάχιστον, έπαιρναν μαζί και τις οικογένειές τους και εγκαθίστανται στα μεταλλεία, όπου εργάζονταν, δημιουργώντας γύρω τους εργατικούς συνοικισμούς, που εξελίσσονταν συχνά σε κώμες και πόλεις. Ξενιτιά δε δεν μπορεί να ονομαστεί η απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία των αγωγιατών, οι οποίοι αποτελούσαν τον σπουδαίο και μόνο παράγοντα συγκοινωνίας, μεταφέροντας τον πλούτο, τον οποίον άλλοι εξόρυσσαν στα έγκατα της γης. Η απουσία τους δεν ήταν κανονική ούτε συνεχής, συχνά δε επέστρεφαν στα σπίτια τους. Η εργασία του αγωγιάτου ήταν φαίνεται επικερδής τότε, αφού πάρα πολλοί επιδίδονταν σε αυτήν, σε πολλά δε χωριά κατά δεκάδες αριθμούσαν ημίονοι και ίπποι, ενώ κατόπιν εξέλιπαν ολότελα τα φορτηγά ζώα στα χωριά αυτά, αφού έλειψε ο λόγος διατήρησής τους. Γνωστή είναι η φράση των γερόντων, που ακουγόταν ακόμη και κατά το τέλος του 19ου αιώνα:
«Ὀυντὰν ἐπέναμε σὴν Ἄργονη ἔμνες ἐξῆντα χαϊβάνια.
Μαῦρον καιρός! Ἀτότες ἡ τϊαβιὰ πὰ χουρμάδας ἔχεζεν !...».
Πόση νοσταλγία περικλείουν αυτές οι αφελείς φράσεις, νοσταλγία της ήρεμης ζωής του αγωγιάτου και της ευδαίμονος εκείνης εποχής, οπότε ο άργυρος αναδίδονταν αφθόνως από τους κόλπους της «γενέθλης του αργύρου». Μόλις όμως τα μεταλλεία παρήκμασαν και οι εργασίες περιορίστηκαν, άρχισε η ξενιτιά, δεδομένου ότι η πυκνοκατοικημένη Χαλδία δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό της. Πρώτος δε τόπος όπου ξενιτεύονταν εργάτες και οικόδομοι ήταν η Μαλάτεια και κατόπιν το Ποζοὺχ (περιφέρεια Άγκύρας). Εκεί πήγαιναν πεζοί, οδοιπορώντας επί έναν μήνα συνεχώς, διασχίζοντας όρη και πεδιάδες και ποταμούς. Αυτόν τον βαθύ Άλυ (Κιζίλ-ιρμάκ) ελλείψει γέφυρας τον διέρρεαν πεζοί, βρεχόμενοι μέχρι του λαιμού και φέροντας επί της κεφαλής τις αποσκευές τους.

Η ξενιτιά άρχιζε από την άνοιξη πριν ή μετά το Πάσχα. Η συνοδεία αποτελούνταν από όλους τους ξενιτεμένους του χωρίου ή πολλών χωριών. Η μόνη αποσκευή τους ήταν τα λίγα εργαλεία τους, ελάχιστα ενδύματα και λιγότερος άρτος... Αυτά μέσα σε σάκκο τα έφεραν όλοι στους ώμους τους και άρχιζαν καρτερικά την πολυήμερη οδοιπορία. «Άκουσα να βεβαιώνεται από γέροντες ότι, αναχωρώντας από το χωριό, συνεννοούνταν μεταξύ τους τι άφηνε ο καθένας ως ζωοτροφία της οικογένειάς του μέχρι την επάνοδό του. Και το κάτι αυτό ήταν συνήθως λίγες οκάδες αλεύρου, με τις οποίες η οικογένεια έμελλε να εξοικονομηθεί καθ’ όλο το καλοκαίρι, συμπληρώνοντας το υπόλοιπο της τροφής με χόρτα....».

Καθ' οδόν φιλοξενούνταν συχνά σε χωριά Ελληνικά ή τουρκικά, ούτως ώστε σπανίως παρίστατο ανάγκη να αγοράσουν τροφές ή να διανυκτερεύσουν σε πανδοχεία (χάνια). Η εργασία τους διαρκούσε συνήθως περί τους έξι μήνες, κατά δε το φθινόπωρο συνέρχονταν όλοι και αποτελώντας πολυμελείς συνοδείας ξανάρχιζαν τον δρόμο γεμάτοι χαρά για την επάνοδο στην πατρίδα. Οι αποσκευές πάλι φορτώνονταν στους ώμους, προσετίθετο συχνά κανένα χάλκινο σκεύος, το οποίο αγόραζαν από τη Ζήλα ή την Τοκάτη και με εγκαρτέρηση οδοιπορώντας έβλεπαν πάλι τα βουνά της αγαπημένης πατρίδας τους. Φαντάζεται δε ο καθένας τη συγκίνηση ιδίως των νέων, οι οποίοι κερδίζοντας λίγα χρήματα επέστρεφαν για να «σουμαδεύκουνταν» ή να «γυναικίζνε». Η λαϊκή μούσα έψαλλε και τα αισθήματα των παρθένων, οι οποίες περίμεναν ανυπόμονα το καραβάνι των ξενιτεμένων, όπου βρισκόταν και ο εκλεκτός τους....
«Οὐλ’ περιμένν’ τὴν ἄνοιξιν, κ’ ἡ κόρ’ τὸ μοθοπῶρι !
«τ’ ἄθῖα ἄνθοῦν τὴν ἄνοιξιν, κ’ ἡ κόρ’ τὸ μοθοπῶρι !»

Οι ξενιτεμένοι, των οποίων οι περισσότεροι δεν έφεραν μαζί τους παρά 4 ή 5 λίρες, προϊόν εξαμήνου εργασίας, στις αποσκευές τους προσθέτοντας λίγα τόπια εγχώριου βαμβακερού υφάσματος (μάνουσας) για τα απαραίτητα δώρα, επέστρεφαν πεζοί, σπανίως δε κανείς εργολάβος ή στάπασης (κάλφας) έφερε ζώο για να ιππεύσει ή να φορτώσει τις αποσκευές του. Οποία χαρά και αγαλλίαση στο χωριό όπου επέστρεφαν οι ξενιτεμένοι (ἔρθαν οἱ ξενητιάρ !), και ποιες διασκεδάσεις ακολουθούσαν κατόπιν, εφόσον μάλιστα έφθανε ο Ιανουάριος, ο μήνας των γάμων, τον οποίον διήρχονταν με σουμαδέματα, γάμους και λαλέματα. Τα ταξίδια αυτά επαναλαμβάνοντο τακτικά, συν τῷ χρόνῳ δε, εφόσον συνήθιζαν τα ξένα, η διαμονή εκεί παρατεινόταν, από εξάμηνος γινόταν ετήσια και κατ’ ολίγον έφθασε τα δύο και τρία έτη συνήθως, ενίοτε δε και περισσότερα... Αυτή η ξενιτιά ήταν η πικρότερη, η φοβερότερη, εκείνη την οποία με τόσον πόνο έψαλλε η λαϊκή ψυχή:
«Χριστὲ μ’ οὐλῖα καλὰ ’ποῖκες, τρία καλὰ’κ’ ἐποῖκες !
«....ποῖκες τὴν ξένητειαν μακρά, κι’ἐκεῖ λαλιὰ ’κ’ ἐφτάνει !»
και βαρυαλγής η καρδία εξήμεσε την φοβερά κατάρα
«Ἀνάθεμα τὴν ξενητειάν !»

Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα.
Τα ταξίδια στο Ποζοὺχ συνεχίζονται. Οι εργάται βαθμιαία εξελίχθηκαν σε οικοδόμους (μαστόρους) και οι οικοδόμοι σε εργοδηγούς και πρακτικούς αρχιτέκτονες (καλφάδες). Αναλαμβάνουν ούτοι την οικοδομή οικιών λιθοκτίστων και κατ’ ολίγον οι εξυπνότεροι, καίτοι συνήθως στερούμενοι παιδείας, απόφοιτοι μόνο των σχολείων της πατρίδος των, όπου αρχίζοντες από το «Σταυρὲ βοήθει μοι. Ἄλφα, Βήτα κλπ.» έφθασαν την Οκτόηχο και τον Απόστολο, με την έμφυτη ιδιοφυΐα τους αναδείχθηκαν πρακτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες, οικοδομώντας κτίρια μεγάλα, εκκλησίες θολοσκεπείς, τζαμιά με υπερηψήλους μιναρέδες, λουτρῶνες, γέφυρες, υδραγωγεία κτλ. Αἱ Τουρκικαί αρχαί σε αυτούς ενεπιστεύοντο την ανέγερση σπουδαιοτάτων κτιρίων, των οποίων η στερότητα και ευρυθμία υπήρξαν απαράμιλλοι.

Ερζερούμ  (γη των Ρωμιών) - ΘεοδοσιούπολιςΩς τέτοιοι καλφάδες εφημίζοντο οι εξ Αδύσσης Μεντεσίδαι (Μεντὲς κάλφα), γλύπτες και αρχιτέκτονες, σχεδιάσαντες και εκτελέσαντες μεγάλα έργα στην Άγκυρα, Ουσὰκ κτλ., ο επίσης Αδυσσενὸς Σωτήριος Ἐφραιμίδης κατασκευάσας σὺν ἄλλοις καὶ τὸν μονόλιθον Ναὸν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου Κελωρίων, ὁ ἐκ Μαυρενᾶ Παρασκευᾶς Ἐλευθεριάδης, οἰκοδομήσας τοὺς στρατῶνας τοῦ Ἐρζιγγιαν καὶ ἄλλοι. Οι εργασίες του Ποζοὺχ βαθμιαία ολιγόστευαν, η δε κατασκευή των φρουρίων του Κάρς, τουρκικού ακόμη τότε, προσείλκυσε εκεί τους Ποντίους. Υπερδισχίλιοι εργάται, διακόψαντες την ξενιτιά προς τα ενδότερα της Μ. Ασίας, μετέβησαν υπερμεσοῦντος του 19ου αιώνος στο Κάρς και άρχισαν την κατασκευή των εκτενών οχυρωμάτων (τάπιας). Τότε δε διακρίθηκε ως κάλφας ο εκ Σάντας Λάμπρος Ξανθόπουλος στα οχυρωματικά έργα του Ερζερούμ. Η ξενιτιά στο Κάρς δεν διέφερε ουσιωδώς από την στο Ποζοὺχ τοιαύτη, με τη διαφορά ότι η πεζοπορία ήταν τώρα μικρότερη, τα δε κέρδη αναλόγως περισσότερα. Από το Κάρς πολλοί εργάται βαθμιαία εισήλθαν στον ρωσσικό Καύκασον και κατέληξαν στην Τιφλίδα και Κουταής, όπου η Ρωσσική Κυβέρνησις τότε έστρωνε σιδηροδρομικές γραμμές.

Είναι η πρώτη επαφή των Ποντίων προς τον Ρωσικό κολοσσό, όστις βραδύτερον έμελλε να προσελκύσει εκεί εκατοντάδες χιλιάδες εκ Πόντου. Οι όροι της ξενιτιάς ούτω μεταβάλλονταν άρδην. Τα άφθονα κέρδη τα οποία αποκόμιζαν από την εν Καυκάσω εργασία τούς επέτρεπαν να ζήσουν βίο ανετώτερο· έπαυσαν οι πεζοπορίες και χρησιμοποιούνταν πλέον η διὰ Τραπεζοῦντος ὁδός, το ατμόπλοιο και ο σιδηρόδρομος. Βρέθηκαν σε κλίτος καλύτερα οργανωμένο, σε κοινωνία μάλλον προηγμένη. Συνεπώς ο βίος τους αλλοιώθηκε και κάποια άνεση και χλιδή ὑπεισῆλθεν στη ζωή τους· τις ζίπκες και τα ποτούρια άρχισε να αντικαθιστά το παντελόνι (τα στενά, όπως λέγονταν τότε) και μαζί με τα άλλα αγαθά του πολιτισμού εισήλασε θριαμβευτικά στη Χαλδία η ουζοποσία (το ρακὶν ἢ ραούν).

Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ εἰς Ρωσσίαν ξενητεία εισήγαγε τη χρήση της ρακής, την οποία προηγουμένως στην M. Ασία μόνο γνώριζαν και σπανίως μεταχειρίζονταν, ενώ κατόπιν γινόταν φοβερή κατάχρηση αυτής. Από της εποχής αυτής χρονολογούνται δύο σπουδαιότατες μεταβολές στον κοινωνικό και ιδιωτικό βίο των Ποντίων. Αφ’ ενός αρχίζει οικοδομικός οργασμός και τα πρότερον χαμηλά ισόγεια, τα οποία κτίζονταν σύμφωνα προς το πνεύμα της εποχής επίτηδες χαμηλά για να μη προσελκύσουν τα βλέμματα των αρπάγων δυναστών, αρχίζουν να αντικαθιστώνται με άνετα και ευρύχωρα, διώροφα ως επί το πλείστον οικήματα, αφ’ ετέρου δε η σχετική ελευθερία η χορηγηθείσα διὰ τοῦ Χάττι—Χουμαγιούν., συντελούσης και της ελλείψεως πάσης εκ μέρους του κράτους επιβλέψεως στα καθαρώς ελληνικά ως επί το πλείστον χωριά της Χαλδίας, επέτρεψε να ανεγερθούν και στα μικρότερα χωριά σχολεία και να διαδοθεί ούτως η Παιδεία σε βαθμό τοιούτον, ώστε να μην υπάρχει αγράμματος Πόντιος. Περί μορφώσεως των γυναικών την εποχήν εκείνην ούτε λόγος γινόταν.

Πριν συνεχίσουμε την περαιτέρω εξάπλωση της αποδημίας των Ποντίων στη Ρωσσία, σκόπιμο θεωρούμε να κάνουμε μία επισκόπηση της αποδημίας αυτών και σε άλλες χώρες εκτός του Ποζοὺχ και του Καυκάσου. Γράφοντες το παρόν άρθρο έχουμε υπόψη την περιφέρεια Κιουμουσχανὲ ή Χαλδία και συγκεκριμένα το Τοροὺλ ολόκληρο και μέρος των περί την Αργυρούπολη χωρίων. Συνεπώς ούτε περί Αμερικής θα μιλήσουμε, όπου δημιουργήθηκε ρεύμα μάλλον μεταναστευτικό από την περιφέρεια Κοτυώρων, ούτε περί Κωνσταντινουπόλεως, όπου συχνότατα γίνονταν αποδημίες γανωτών ιδίως εκ Ματσούκας και κυρίως εκ της κωμοπόλεως Λιβερᾶς. Αλλ’ ούτε θ’ αναφέρουμε τους λίγους εκλεκτούς, οι οποίοι ακολουθούσαν συγγενείς τους Μητροπολίτες ή Πατριάρχες του κλίματος Ἀντιοχείας και Ἱεροσολύμων.

Πράγματι επί μακρὸν διάστημα εκ Χαλδίας κυρίως καταγόντουσαν οι περισσότεροι Μητροπολίτες του Πατριαρχείου Ἀντιοχείας, καθώς οι Αρχιερείς Θεoδοσιουπόλεως (Ερζερούμ), Ἀμίδης (Διαρπεκήρ), Πατριάρχες Ἀντιοχείας και διάφοροι οφφικιάλοι του θρόνου Ἱεροσολύμων. Φυσικὸν δε ήταν τους Αρχιερείς τούτους (καταγομένους προ πάντων ἐκ Τσίτες, Φυτιάνων, Ἰμέρας, Μανδρίων, Ἀδύσσης και άλλων χωριών) να ακολουθήσουν ως γραμματείς, οικονόμοι, σωματοφύλακες (καβάσιδες) συγγενείς τους, πολλοί των οποίων βρήκαν την ευκαιρία να μορφωθούν οι ίδιοι και να μορφώσουν τα τέκνα τους, αναδειχθέντα είτε στην πατρίδα τους είτε στη χώρα που εγκαταστάθηκαν. Επίσης ξένον παντελῶς προς το θέμα ημών εἶναι το μεταναστευτικό ρεύμα, το οποίο εκ των μεταλλείων Κιουμουσχανὲ εξεχύθη είτε προς διαφόρους κατευθύνσεις της M. Ασίας και Μεσοποταμίας και συνέπηξε τους μεταλλουργικούς συνοικισμούς, είτε προς Καύκασον και Σταυρούπολιν, όπου οι ποθούντες ελευθερίαν Πόντιοι ζήτησαν την ησυχίαν και προ παντὸς εγκατάστασιν άνετον.

Δεν εἶναι δυνατόν όμως να μη αναφέρουμε ἕτερον ρεύμα αποδημητικόν των Ποντίων στη Βλαχία, όπου οι ηγεμόνες, ποντιακής καταγωγής οι περισσότεροι, προσείλκυσαν πολλούς πατριώτες τους. Το κεφάλαιο τοῦτο δυστυχῶς ελάχιστα εἶναι γνωστό και άγνωστα παραμένουν τα ονόματα πολλών Ποντίων διακριθέντων στα γράμματα και αναδειχθέντων σε υψηλές θέσεις. Ότι πολλοί αποδήμησαν στη Βλαχία κατά τον 14ον αιώνα και τις αρχές του 19ου, ότι πολλοί διέπρεψαν, το έχω ακούσει βεβαιούμενον από γέροντες της πατρίδος μου, οι οποίοι όμως δεν ενθυμούνταν ονόματα. Δύο μόνο συγκεκριμένα γεγονότα δύνανται να μας δώσουν μικρή ιδέα περί της στη Βλαχία ξενιτιάς. Εκ Τσίτες μεταξύ άλλων στη Βλαχία μετέβη και εγκαταστάθηκε ο Ἀνανίας Κουζάνος, ο οποίος ενθυμούμενος τη γενέτειρά του απέστειλε περί το 1800 στο Μοναστήριον Τσίτες, την Γουμεράν, έξι μεγάλας δεσποτικὰς εἰκόνας αρίστης τέχνης και μεγάλης αξίας, επί των οποίων σημειωνόταν η επιγραφή «δωρεὰ Ἀν. Κουζάνου». Αἱ εἰκόνες κατά την ανταλλαγή συνεμερίσθησαν την τύχη του ερειπωθέντος Μοναστηρίου. Δεν γνωρίζουμε αν ο ίδιος τα ζωγράφισε ή μόνο τα δώρισε. Πάντως αποδεικνύει το γεγονός ότι εἷς ξενιτεμμένος βρέθηκε σε θέση να κάμει τοιαύτην σπουδαία δωρεὰ στην πατρίδα του. Ἕτερον γεγονὸς χαρακτηριστικὸν εἶναι το του καθηγητοῦ Παναγιωτάκη, αγνώστου επωνύμου, καταγομένου εκ της οικογενείας Χαλκοτινάντων της Ἀδύσσης, όπερ μοι διηγήθη κατά το 1905 ο πολιὸς πρεσβύτης κάλφας Παναγ. Μέντης.

Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά στο χωρίον Τσίτε της Άρδασας του ΠόντουΤὸν λόγιον τοῦτον, τὸν διδάσκοντα στα σχολεία της Μολδοβλαχίας, μετεκάλεσαν οι τότε πανίσχυροι μεταλλουργοὶ τῆς Τσίτες για να οργανώσει τη σχολή του Κιουμουσχανὲ. Πράγματι δε ο Παναγιωτάκης έφθασε και ο μόνος όρος, τον οποίον οι αρχιμεταλλουργοὶ έθηκαν προς ανάληψη των καθηκόντων του ήταν «να πει ότι εἶναι Τσιτενὸς και όχι Ἀδυσσενός!». Ήταν η εποχή, καθ’ ἣν ἡ υπερήφανος Τσίτες βρισκόταν στον κολοφῶνα της ισχύος της, οπότε «ὁ Δεσπὸτς-Τσιτενός. ὁ Στάπασης —Τσιτενὸς καὶ ὁ Θεὸς πὰ-Τσιτενὸς ἔτονε!». Τον όρο όμως δεν αποδέχθηκε ο Παναγιωτάκης και επέστρεψε στη Βλαχία. Οὐχὶ δε άσχετον προς την στη Μολδοβλαχία αποδημία μου φαίνεται και το ότι εἴς τινα χωρία υπάρχει το επίθετο Μολδοβάνον. Ανέφερα τα λίγα ταῦτα για να δώσω αφορμή σε άλλους κατέχοντες τυχὸν περισσότερα στοιχεία για να διευκρινίσουν καλύτερα το ζήτημα της στη Βλαχία αποδημίας των Ποντίων.

Βρισκόμαστε στο τελευταίο τέταρτο του παρελθόντος αιώνος.
Πλήρεις ζωῆς και ακαταβλήτου δραστηριότητος οι ξενιτεμένοι Πόντιοι καταγίνονται στο στρώσιμο των σιδηροδρομικών γραμμών του Καυκάσου, υψώνουν ερείσματα και ζευγνύουν γέφυρες, τρυποῦν ὄρη και διανοίγουν σήραγγες. Πολλοὶ εἶναι τώρα οι εργολάβοι (ποτράτσικοι) και πολλοὶ οι αποκτήσαντες στις εργολαβίες εκείνες μεγάλες περιουσίες. Ο εύκολος πλουτισμός προσελκύει περισσότερους. Ήδη σημειώνονται τα πρώτα βήματα προς άλλα επαγγέλματα και μερικοί αφήνουν το πτύον και τη σφύρα και γίνονται εργάτες κατ’ αρχάς, αρτοποιοί σὺν τῷ χρόνῳ, άλλοι δε ιδρύουν καφενεία ή μικρά παραπήγματα, όπου πωλούν αναψυκτικά, οπωρικὰ και σιγάρα και ακολούθως παντοπωλεία.

Βαθμιαία οι τολμηρότεροι προχωρούν στα κυβερνεῖα Εὐξείνου και Σταυρουπόλεως, όπου οι εκ καπνοπαραγωγικών μερών καταγόμενοι επιδίδονται σε καπνοφυτεία και εμπόριο καπνού. Και προχωρούν αλματωδώς προς το εσωτερικό και καταλήγουν στην παλαιὰ γνώριμη της Τραπεζοῦντος και υποτελή άλλοτε αυτής, την Κριμαία, στις παραλίους πόλεις της οποίας εγκαθίστανται τρόπον τινὰ μονίμως και ιδρύουν σπουδαίας ελληνικὰς παροικίας. Το ωραῖο κλίμα της Κριμαίας, οι πολλές εργασίες και το γνώριμο τρόπον τινὰ περιβάλλον (Τάταροι ομιλούντες την τουρκική αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων) συνετέλεσαν να συρρέουν εκεί πολλοί Πόντιοι, των οποίων ο πληθυσμός κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς ανήρχετο κατά το 1914 σε 50 χιλιάδες.

Η Γιάλτα και τα περίχωρά της με τα βυζαντινά τους ονόματα απασχολούν πολλούς κτίστες και τα οικοδομούμενα τότε ανάκτορα του Τσάρου στη Μασσάνδρα και Λεβαδεια, τα πολυπληθή μέγαρα των Mεγάλων Δουκών και λοιπών μεγιστάνων κτίζονται υπό Ποντίων εργολάβων, κτιστών και εργατών. Πολλοὶ οι πλουτίσαντες εκ των εργασιών τούτων και αποκτήσαντες ακίνητη περιουσία στην Κριμαία. Γνωστότεροι δε εκ των εργολάβων υπήρξαν οι Κωνστ. Χ. Παπαδόπουλος, οι Δολίδαι, ο Κασάπωφ κτλ. Οι εξυπνότεροι έκαμαν τα πρώτα βήματα. Συνέστησαν παντοπωλεία, μαγειρεία, αρτοπωλεία, οπωροπωλεία, τούτους εμιμήθησαν πολλοὶ και περί το 1900 σε όλες τις παραλίους πόλεις του Ευξείνου και την αιγιαλίτιδα ζώνη γενικῶς σπουδαῖο ποσοστὸν των παντοπωλών, καφετζῆδων, μαγείρων, αρτοποιών, υποδηματοποιών, εμπόρων αποικιακών ἦσαν Πόντιοι που απέκτησαν μεγάλες περιουσίες και κατέλαβαν σπουδαία θέση στην οικονομική ζωή των μερών εκείνων.

Ταυτοχρόνως οι εκ των παραλίων του Πόντου καταγόμενοι εγκατασταθέντες σε Βατούμ, Κέρτς, Σεβαστούπολη και Εὐπατορία επιδόθηκαν στη ναυτιλία. Και δεν σταμάτησε εδώ η διείσδυση στην αχανή αυτοκρατορία της Ρωσίας αλλά κατ’ ολίγον άλλοι μὲν προχώρησαν προς τη Χερσώνα και την Οδησσό, άλλοι στο εσωτερικό (Κίεβο, Χάρκοβο, Μελιτούπσλιν κτλ.) και άλλοι τράπηκαν προς τη μακρινή Σιβηρία. Εκτιζόταν ο υπερσιβηριτικός σιδηρόδρομος και εργασίες υπήρχαν πολλές· ότε δε εξερράγη ο Ρωσσοϊαπωνικός πόλεμος, τότε πλέον πακτωλὸς χρυσοῦ έρρεεν στις παγωμένες εκτάσεις του Ιρκούτσκι, του Χαρμπὶν και Βλαδιβοστόκ, πολλοὶ δε οι αποκτήσαντες σε ελάχιστο διάστημα περιουσία κολοσσιαία.

Ἄξιον σημειώσεως εἶναι ὅτι οἱ εξ Ελλάδος ξενιτεμένοι στη Ρωσσία συγκεντρώνονταν προ παντὸς στους εμπορικούς λιμένες Οδησσό, Ταϊγάνιο, Ρωστώφ, Νοβορωσίσκη, Πετρούπολη, επιδιδόμενοι προ πάντος στα εξής επαγγέλματα: Κεφαλλῆνες: βυρσοδεψεία, σαπωνοποιεία, αλλαντοποιεία, εμπόριο σίτου, Χιῶτες: έμποροι γενικῶς, Καλύμνιοι: υποδηματοποιοί, Μυκωνιᾶται: κρεοπώλες, Σπαρτιᾶται: σιτέμποροι, ενώ οι Πόντιοι περιορίστηκαν στο πατροπαράδοτο επάγγελμα του οικοδόμου ή έγιναν ως, είπαμε ανωτέρω, παντοπώλες, καφετζῆδες, μάγειροι, αρτοποιοί, εργολάβοι, καπνοφυτευτές, έμποροι αποικιακών, ελάχιστοι επιδοθέντες στη γεωργία. Οι Πόντιοι συγκροτούντες τα 9/10 του ξενιτεμένου Ἑλληνισμοῦ της Ρωσσίας αποτέλεσαν σπουδαιότατο παράγοντα εμπορικό στις παραλίους ιδίως πόλεις, αι δε μεγάλες περιουσίες που απέκτησαν σε σχετικά ελάχιστο χρόνο, μαρτυρούν όχι μόνον περί του πλούτου της φιλοξενούσης αυτούς χώρας, αλλά και περί της ιδιοφυΐας του Ἕλληνος να προσαρμόζεται προς το περιβάλλον και της πατροπαραδότου τάσεως προς αποταμίευσιν.

Εἶναι ἀδύνατον να αναφέρουμε ονόματα των πλουσίων Ποντίων στη Ρωσσία, δεν δυνάμεθα όμως να παρέλθουμε αδιάφοροι εμπρὸς από πολλά ονόματα ομογενών, διακριθέντων και κατεχόντων εξεχούσης θέσεις σε διαφόρους πόλεις. Τοιούτοι μεταξύ άλλων υπήρξαν ὁ ἐξ Ἱμέρας Μάραντος, κάτοχος σε Βλαδικαυκὰς περιουσίας άνω των 400.000 ρουβλίων, ὁ καπνέμπορος Ἀκρίτας μέγας ευεργέτης της Τραπεζοῦντος, όπου ίδρυσε το Ἀκριταῖον νοσοκομεῖο, με περιουσία εκατοντάδων χιλιάδων ρουβλίων, ὁ Νικόλ. Φόλτωφ, έμπορος αποικιακών στη Γιάλτα, με περιουσία περί το ήμισυ εκατομμύριο ρουβλίων, ὁ ευεργέτης της Ἑλλην. Κοινότητος Σεβαστουπόλεως, Θεολόγος, ιδρύσας εξ ιδίων την Εκκλησία και το Σχολείο και προικοδοτήσας διὰ προσοδοφόρων κτημάτων και πολλοὶ ἄλλοι. Περιουσίες 100 και 150 χιλιάδων ρουβλίων ήταν συνήθεις και δεν υπήρχαν ελληνικὰς παροικίες στις οποίες δεν αριθμούντο κάτοχοι τοιούτων ποσών. Χωρὶς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σπουδαία θέση, την οποίαν οι Πόντιοι ως έμποροι κατέλαβαν στη Ρωσσία, θεωρούμε καθήκον να εξάρουμε ιδιαίτερα το έργο των εργολάβων, οι οποίοι, αναλαμβάνοντας σπουδαιότατα έργα, προσέλκυαν πλήθος πατριωτών που πλούτιζαν κι εκείνοι αναλόγως. Μεταξύ εκείνων που διακρίθηκαν ήταν ο Κοσμάνωφ (από την Άτρα), ο Τεληγιασάνωφ (από την Τσολόχαινα), ο Σαχάρωφ (από την Άτρα), ο Δημ. Παπαδόπουλος (από τα Τσιμπρικά) και άλλοι. Σπουδαίοι καπνοφυτευτές υπήρξαν όσοι εγκαταστάθηκαν γύρω από το Αικατερινοδάρ, ενώ ως καπνέμποροι διακρίθηκαν οι Ακρίτας, Σαμουρίδης, Μελίδης, Ροδαφινός, Καγκελίδης κ.λπ.

Βατούμ χωριό Κομπουλέτ 1937 η φωτογραφία είναι μετά από την παράσταση "Tη τρίχας το γεφύρ" Δεν είναι όμως μόνο ο πλούτος των Ελλήνων της Ρωσίας που τους ανέδειξε. Άξια ιδιαίτερης μνείας υπήρξε η προσπάθεια όλων των παροικιών για την ίδρυση ελληνικών σχολείων, εκκλησιών, αγαθοεργών σωματείων και συλλόγων, καθώς και η στενή αλληλεγγύη μεταξύ των μελών τους. Από το Βατούμ μέχρι την Οδησσό, οι ελληνικές παροικίες με ποντιακό πληθυσμό από χίλιους μέχρι πέντε χιλιάδες αριθμούνταν κατά δεκάδες. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά ονόματα: Βατούμ, Γάγρα, Αρμαβίρ, Σοχούμ, Νοβοροσίσκη, Κρίμσκαγια, Αικατερινοδάρ, Βλαδικαφκάς, Πιατιγόρσκ, Σότσι, Ανάπα, Απίνσκαγια, Γρόζνι, Τσιατούρα, Τιφλίδα, Μπακού, Κουταής, Μπορζόμ, Γκόρι, Μιχαήλοβα, Αχαλτζίκ, Καρς, Ενζελί, Κρασνοβότσκ, Κερτς, Θεοδόσια, Γιάλτα, Στάρικ Κριμ, Συμφερόπολη, Σεβαστούπολη, Ευπατορία, Χερσώνα, Μελιτούπολη, Οδησσός, χωρίς να υπολογίζουμε τα μικρότερα κέντρα, ενώ προχωρούμε ακόμη πιο μακριά προς την Τασκένδη, τη Σαμορακάνδη, την Ασχαμπάτ, και ακόμα παραπέρα στο Ιρκούτσκ, το Χαρμπίν, το Βλαδιβοστόκ και τη Χαμπάροφση. Σε όλες αυτές τις πόλεις, ο ποντιακός πληθυσμός στις αρχές του Ευρωπαϊκού Πολέμου ανερχόταν σε περίπου 300 χιλιάδες. Σε αυτόν τον αριθμό δεν συμπεριλαμβάνονται:
α - Οι Έλληνες από την ελεύθερη Ελλάδα.
β - Οι Πόντιοι που είχαν εγκατασταθεί στον Καύκασο (οι λεγόμενοι «Καυκάσιοι»).
γ - Οι Έλληνες της Μαριούπολης, οι οποίοι είχαν εκρωσιστεί σε μεγάλο βαθμό, διατηρώντας όμως συνείδηση της καταγωγής τους.

Είναι γνωστό ότι ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων της Ρωσσίας ξεπερνούσε το 1 εκατομμύριο. Οι μεγαλύτερες παροικίες απέκτησαν ελληνικά γυμνάσια (Οδησσός, ΤαΙγάνιον) και μουσικοφιλολογικούς συλλόγους (Βατούμ, Γιάλτα, Σεβαστούπολη, Οδησσός). Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1919, όταν ο ελληνικός στόλος έφτασε στη Σεβαστούπολη, οι αξιωματικοί του ναυτικού μας έμειναν έκθαμβοι βλέποντας το ελληνικό σχολείο και την εκκλησία, και έμειναν πραγματικά κατάπληκτοι όταν μπήκαν στο αναγνωστήριο του Συλλόγου «Απόλλων» και διαπίστωσαν την πολυσχιδή δράση του — με έναν εξ αυτών να ομολογεί δημόσια ότι στην Ελλάδα, εξαιρέσει του «Παρνασσού» των Αθηνών, δεν υπήρχε παρόμοιος σύλλογος. Αν κάποτε καταγραφόταν η ακίνητη και κινητή περιουσία των Ελλήνων της Ρωσσίας που αφήθηκε εκεί, θα βρισκόμασταν μπροστά σε εκπληκτικούς αριθμούς. Δεν θεωρούμε περιττό να αναφέρουμε ότι τη βιομηχανία των λινών υποδημάτων στην Ελλάδα την εισήγαγαν το 1919 Πόντιοι από τη Ρωσσία (οι Αδελφοί Πολάτωφ), γινόμενοι πρωτοπόροι μιας βιομηχανίας που αναπτύχθηκε τεράστια στη συνέχεια.

Οι ξενιτεμένοι Πόντιοι δεν λησμόνησαν ποτέ την πατρίδα τους, στην οποία επέστρεφαν τακτικά μετά από απουσία δύο-τριών ετών, δίνοντας εμπορική κίνηση στον τόπο και συμβάλλοντας στην πρόοδό του. Δεν είναι σπάνια τα παραδείγματα πλούσιων ομογενών που ίδρυαν σχολεία και εκκλησίες, προσφέροντας τον πλούτο τους για το κοινό καλό. Εκκλησίες πλουτίζονται, βιβλιοθήκες ιδρύονται, γέφυρες χτίζονται, υδραγωγεία και κοινωφελή έργα δημιουργούνται, όλα χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία των ξενιτεμένων στη Ρωσσία. Η Χαλδία αναγεννιέται και γίνεται αγνώριστη: κάθε χωριό έχει το σχολείο και τους δασκάλους του, πολλοί πλούσιοι σπουδάζουν τα παιδιά τους σε ανώτερες σχολές της Ελλάδας και της Ευρώπης, ενώ άλλοι μεταφέρουν τον πλούτο τους στην Τραπεζούντα και άλλες πόλεις ιδρύοντας σημαντικούς εμπορικούς οίκους.Τα πρώτα πολυτάξια σχολεία που ιδρύθηκαν στην Ιμέρα, την Άτρα και την Άδυσσα τα ακολούθησαν άλλα, όπως το Γυμνάσιο της Τραπεζούντας, τα ημιγυμνάσια της Αργυρούπολης και της Αμισού, και τα σχολεία των Κοτυώρων, της Κερασούντας και των Σουρμένων. Αυτά αποτέλεσαν τα φυτώρια από τα οποία ξεπήδησαν οι πολυπληθείς δάσκαλοι τόσο για τα σχολεία του Πόντου όσο και για τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσσίας.

Παντελής Ηλία Μελανοφρύδης ο διδάσκαλος εξ Αδύσσης Πόντου Αυτήν την ωραία πρόοδο την ανέκοψε ξαφνικά το μοιραίο έτος 1914, οπότε διακόπηκε απότομα η ξενιτιά και η αναλαμπή ενός λαμπρού πολιτισμού που άνθιζε στον ελληνικότατο Πόντο. Με τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο έπαψε η ξενιτιά και η Ανταλλαγή Πληθυσμών που ακολούθησε ξερίζωσε τον ανθούντα ελληνισμό του Πόντου μαζί με όλο τον πολιτισμό του, τις παραδόσεις του και την υπερτρισχιλιετή ιστορία του, πετώντας τον συντετριμμένο και εκμηδενισμένο στους κόλπους της Ελλάδας. Εδώ, ας το ομολογήσουμε, ο ποντιακός λαός (για πολλούς λόγους) δεν έχει ακόμη αποδώσει όσα άξιζε να αποδώσει στην ανάπτυξη και τον πολιτισμό. Η ξενιτιά έπαυσε. Μαζί της χάθηκαν ο πλούτος, η άνεση και η ευημερία, και οι Πόντιοι θα νοσταλγούν πάντα την όμορφη εποχή που ξενιτεύονταν, καθώς και τα θλιβερά τραγούδια της ξενιτιάς:
«Ἡ ξενητειὰ κι’ ὁ θάνατος τὰ δύο ἕναν εἶνε !
ἐξύαξαν κ’ ἐτέρεσαν: ἡ ξενητειὰ βαρὺν ἕν !».
Ανάθεμα μίαν τὴν Πόλ’ δεύτερον τὴν Ρουσσίαν !
ἀτὰ τὰ δύο τ’ ἔρημα ποῖκαν τὴν ξενητείαν !

Πτολεμαΐς - Παντελής Η. Μελανοφρίδης

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ