Ιστορικά σημειώματα απο την ζωή των Γενιτσάρων του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη
Είναι σε όλους γνωστά από την ιστορία του υπόδουλου Ελληνισμού τα περίφημα τάγματα των Γενιτσάρων, που ιδρύθηκαν επί του σουλτάνου Ορχάν, το 1227.
Αποτελούνταν ως επί το πλείστον από εξισλαμισμένα Χριστιανόπουλα, για να χρησιμεύουν ως σωματοφυλακή της Αυλής του ηγεμόνα, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε την έδρα του στην Προύσα. Για πολύ καιρό οι γενίτσαροι ήταν ο τρόμος των Ευρωπαίων και ιδιαίτερα των Ελλήνων, κυρίως στις επαναστατημένες ελληνικές περιοχές. Παρόλα αυτά, πολλοί από αυτούς δεν ξέχασαν ποτέ την ελληνική καταγωγή τους και, όποτε δινόταν η ευκαιρία, γίνονταν χρήσιμοι στους ομογενείς τους. Ανάμεσα σε αυτούς πρέπει να συγκαταλέξουμε και τον αρχηγό της οικογένειας των Ζιλιφτάρηδων στην Αργυρούπολη, τον Σαμή-αγά. Αυτός καταγόταν από μία από τις πρώτες οικογένειες της Αργυρούπολης, την οικογένεια των Λογίζων, και ήταν ανιψιός του ηγουμένου της Μονής του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά, Σωφρονίου Λογίζωνος (που διετέλεσε ηγούμενος την περίοδο 1675-1700). Από παιδική ηλικία είχε μεγάλη κλίση προς την πολεμική ζωή. Επειδή όμως εκείνη την εποχή η οπλοφορία επιτρεπόταν μόνο στους τούρκους, ο ήρωάς μας συναναστρεφόταν μόνο με τούρκους. Οπλισμένος κι ο ίδιος όπως εκείνοι, έβγαινε μαζί τους για κυνήγι, πήγαινε σε πανηγύρια, συμμετείχε σε μικροληστείες, συνόδευε τα καραβάνια των λαθρεμπόρων καπνού και σπάνια έλειπε από τη λήστευση των καραβανιών των Περσών εμπόρων που κατέβαιναν στην Τραπεζούντα μέσα από τα βουνά του Κοροσίου και του Κουλάτ. Αυτή η συναναστροφή άμβλυνε τα χριστιανικά του αισθήματα και τον αφομοίωσε με τους συντρόφους του. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου
Οι γονείς του προσπάθησαν πολλές φορές να διορθώσουν τον χαρακτήρα του. Του έφερναν ως παράδειγμα τον θείο του, τον Σωφρόνιο, ο οποίος από παιδί ακόμα μπήκε στη Μονή Χουτουρά, απαρνήθηκε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός. Όμως ο ήρωάς μας ήταν αμετάπειστος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τους παρακάλεσε να του επιτρέψουν να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα. Οι γονείς του, βλέποντας πως δεν άλλαζε γνώμη και φοβούμενοι μήπως αλλαξοπιστήσει, υποχώρησαν τελικά και τον έστειλαν. Αφού πρώτα τον συμβούλεψαν κατάλληλα, του κρέμασαν στο στήθος ένα ασημένιο φυλακτό (χαϊμαλί) που περιείχε τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου και το «Χριστός Ανέστη», και τον όρκισαν να ανοίγει το ασημένιο φυλακτό κάθε μέρα του Πάσχα και να διαβάζει το περιεχόμενό του. Ο Λογίζος, όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη, κατατάχθηκε τότε στα πανίσχυρα τάγματα των Γενιτσάρων. Εκεί, χάρη στη γενναιότητα και τη δραστηριότητά του, προήχθη μέχρι τον ανώτατο βαθμό των Γενιτσάρων, αυτόν του Τσορπατσή (συνταγματάρχη), αλλά απαρνήθηκε την θρησκεία των πατέρων του, έγινε Μωαμεθανός και μάλιστα παντρεύτηκε την κόρη κάποιου αξιωματούχου. Δεν έχασε όμως την εθνική του συνείδηση. Κάθε Πάσχα άνοιγε το φυλακτό, διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου και ομολογούσε μέσα του ότι ήταν Χριστιανός και ότι, αφού είχε Χριστιανούς γονείς, όφειλε να βοηθήσει και τους ομόθρησκούς του. Ιστορία του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου
Γύρω στα 50 του χρόνια, επιστρέφοντας στην Αργυρούπολη, αναζήτησε τους γονείς και τους συγγενείς του, αλλά εκείνοι είχαν πεθάνει. Ο μόνος που βρέθηκε ήταν ο ηγούμενος της μονής Χουτουρά, ο Σωφρόνιος. Εκείνος, κινούμενος από θρησκευτικό ζήλο, για τη μνήμη των γονέων του Σαμή αγά αλλά και για τη σωτηρία της ψυχής του, τον υποχρέωσε να χτίσει με δικά του έξοδα ένα παρεκκλήσι στον περίβολο της Μονής. Και πράγματι, ο Σαμής έχτισε πάνω στα ερείπια ενός καταστραμμένου παρεκκλησίου τον ναό της Ζωοδόχου Πηγής, ο οποίος σωζόταν μέχρι τις μέρες μας και ήταν κοινώς γνωστός ως η Εκκλησία του Γενιτσάρου, όπως έμαθα από τους πατέρες της Μονής, Θεόφιλο και Αμβρόσιο Χουτουριώτη.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
