Ιστορικόν Σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς (κ’) μετά παραρτήματος εν τέλει, του κ. Ιωάννου Π. Ελευθεριάδου Αριστοβαθμίου τελειοφοίτου του εν Τραπεζούντι Γυμνασίου – Έκδοση Πρώτη, Αθήναι 1903 - B’ ΜΕΡΟΣ
Από την ίδια χαλδαϊκή οικογένεια (του Γαβρά) κατάγονται και οι μετά τον Θεόδωρο αναδειχθέντες περίφημοι στρατηγοί και ηγεμόνες της Τραπεζούντας, ο Κωνσταντίνος Γαβράς και ο Μιχαήλ Γαβράς.
Ο ιδρυτής της Τραπεζουντιακής Αυτοκρατορίας και πρώτος που κόσμησε τον αυτοκρατορικό θρόνο, Αλέξιος Α΄ (1204–1232), φεύγοντας τη μήνι των Αγγέλων στην Κωνσταντινούπολη, εμφανίστηκε σε φρούριο της δικής μας Χαλδίας. Τα φρούρια της Τριπόλεως, της Κερασούντας, του Ιασωνίου (Πουλαντζάκη) και του Μεσοχαλδίου, χαιρέτησαν με χαρά τον νέο αρχηγέτη και ανοίγοντας πρόθυμα τις πύλες των φρουρίων τους, τον υποδέχθηκαν με μεγάλη φιλοστοργία. Κατά τους χρόνους του Αλεξίου, ο στρατός της Χαλδίας ήταν ο πιο περίφημος και επιφανής· λαμβάνοντας αυτόν ως βοηθό ο Αλέξιος Α΄, κατέλαβε τον θρόνο της Τραπεζουντιακής Αυτοκρατορίας, στήνοντας στέρεα θεμέλια με τη βοήθειά του.
Τον στρατό της Χαλδίας έλαβε επίσης βοηθό ο Ανδρόνικος Α΄ ο Γίδος ή Γίδων (1222–1235), όταν καταπολεμούσε τον Μελίκ, υιό του Σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν, που πολιορκούσε την Τραπεζούντα. Τα σχετικά με αυτόν τον πόλεμο του Ανδρονίκου με τον Μελίκ περιγράφει παραστατικά ο Λάζαρος ο Σκευοφύλαξ, υιός του Αλεξίου Γ΄. Το έργο του Λαζάρου επιγράφεται ως εξής: «του εν Τραπεζούντι σκευοφύλακος συνοπτικός λόγος περί των του Μεγάλου Ευγενείου θαυμάτων».
Το έργο του Λαζάρου εξέδωσε πρώτος ο Falmerayer στα «πρωτότυπα αποσπάσματα», χρονικά και επιγραφές του (σελ. 71–85). Στο έργο αυτό του Λαζάρου, το οποίο παραλείπουμε για να μην αυξήσουμε τον όγκο του βιβλίου περισσότερο από το δέον, βλέπουμε: «οι δε Χαλδαίοι και οι περί την Ματσούκαν, επειδή έμαθαν τις αντιπράξεις των Τραπεζουντίων προς τους βαρβάρους, γινόμενοι εύτολμοι και επιτιθέμενοι κατά τις νύχτες, άρπαζαν από το στρατόπεδο των πολεμίων ίππους, λεηλατούσαν, αιχμαλώτιζαν, κρατούσαν τις φυλάξεις και καταδίωκαν· στενοχωριόταν δε δεινά για αυτό ο Σουλτάνος...».
Επί Ιωάννου Β΄ (1280–1297), εξαιτίας των συνεχών πολέμων με τους Τουρκομάνους, ερημώθηκε η Χαλδία και οι περισσότεροι από τους κατοίκους έφυγαν, αφήνοντας τις πατρίδες τους σε εκείνους τους νομάδες.
Επί Αλεξίου Γ΄ του Μεγάλου Κομνηνού (1349–1390), ο δούκας Χαλδίας Ιωάννης ο Καβασίτης εκστράτευσε στη Χαιροίανα, την κυρίευσε και την προσάρτησε στην Τραπεζούντα, όπως αναφέρει αυτό ο Τραπεζούντιος χρονογράφος Μιχαήλ ο Πανάρετος: «Περί δε τον ίδιο μήνα του ίδιου έτους (22 Μαρτίου του έτους 1355) εκστρατεύσας ο δούκας Χαλδίας, Ιωάννης ο Καβασίτης, έφυγε και κατέλαβε τη Χαιροίανα και την αιχμαλώτισε, οπότε ελευθερώθηκε και η Σορώγαινα και υπήχθη στη βασιλική εξουσία».
Ο Αλέξιος Γ΄, στις 27 Νοεμβρίου 1356, από διαβολική συνεργεία —για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Παναρέτου— εκστράτευσε κατά της Χαιροιανής. Και μέχρι ενός σημείου η νίκη του αυτοκράτορα ήταν εξασφαλισμένη, διότι την κυρίευσε και αιχμαλώτισε πολλούς από τους Τούρκους· αλλά στη συνέχεια, για άγνωστους λόγους, οι λίγοι Τούρκοι έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, από τους οποίους φονεύθηκαν 600 καθώς και πολλοί ίπποι, ενώ συνελήφθη αιχμάλωτος ο δούκας της Χαλδίας Ιωάννης ο Καβασίτης. Τα έσχατα δε έπαθε και ο αυτοκράτορας και ο ακολουθών αυτόν χρονογράφος των ανακτόρων Πανάρετος, οι οποίοι παρά λίγο να συλληφθούν από τους Τούρκους, αν δεν είχαν καλούς ίππους κατά τον Πανάρετο, αλλά και πάλι, αφού περιπλανήθηκαν, μόλις μετά από τρεις ημέρες έφθασαν στην Τραπεζούντα.
Ο Αλέξιος, κατά τον Νοέμβριο του 1357, εκστράτευσε εκ νέου προς τα μέρη της Χαιροιανής εναντίον κάποιων ευγενών που επιδίωκαν κυριαρχικά αξιώματα και προεβαίναν σε πλείστες λεηλασίες. Στην εκστρατεία αυτή ο στρατός υπέστη τα πάνδεινα από ασθένειες και λιμό, αλλά ευτυχώς οι διάφοροι αρχηγοί των Τουρκομάνων, όντας εμπλεκόμενοι σε εμφυλίους πολέμους, όχι μόνο δεν μπόρεσαν να πράξουν κάτι, αλλά και ακουσίως παρείχαν βοήθεια στους δικούς μας.
Ο Αλέξιος, για να μετριάσει τις επιτυχίες των Τουρκομάνων εναντίον του, συνήψε επιμιξία γάμου μαζί τους, έτσι ώστε τη μεν αδελφή του Δέσποινα Μαρία τη συνέζευξε με τον Αμινιώτη Τούρκο Χουτλούμπεη (Χουτλουπέκη), τη δε θυγατέρα του αυτοκράτορα Βασιλείου, Θεοδώρα, με τον Τούρκο Αμοιρά Χατζή Εμίρη, με νυμφοστόλο τον Σχολάριο Βασίλειο του Χούπακα. Αλλά σε τίποτα δεν πέτυχε και η επιμιξία αυτή, ούτε διόλου επράυνε το μένος των Τουρκομάνων.
Γι' αυτό, όταν ο αυτοκράτορας κατά τον Απρίλιο του 1360 πήγε στη Χαλδία για να χτίσει τον Κούκο, χαλδαϊκό φρούριο, επιπεσών με ικανούς ιππείς ο Χατζηλατίφης της Πάιπερτ τον εμπόδισε από την περαιτέρω εργασία και αποδίωξε τον φρούραρχό του Ιωάννη τον Καβασίτη. Το ίδιο διέπραξε ο Χατζηλατίφης και το επόμενο έτος, αλλά τότε συνελήφθη ο ίδιος μαζί με 90 Τούρκους από κάποιους Ματσουκάτες και οδηγήθηκε δέσμιος στην Τραπεζούντα.
Ο Χατζή Εμίρης όμως δεν έπαυσε να προκαλεί προβλήματα στον Αλέξιο, και γι' αυτό ο τελευταίος διέτρεχε τα διάφορα σημεία της επικράτειάς του πολεμώντας κατά των απειράριθμων εχθρών του Κράτους, από τους οποίους πολλούς κατετρόπωσε, ιδιαίτερα τον Χατζή Εμίρη, ο οποίος αναγκάστηκε μαζί με τους γύρω από αυτόν να ακολουθήσει δουλοπρεπώς τον αυτοκράτορα από τη Χαλδία μέχρι την Κερασούντα κατά τον Σεπτέμβριο του 1361. Σημειωτέον ότι το επόμενο έτος, 1362, ο Αλέξιος πήγε κατά τον Μάρτιο στη Μεσοχαλδία από φόβο του Βουβώνος, ο οποίος λυμαινόταν την Τραπεζούντα, τη Ματσούκα, την Τρικομία και μέρος των Σουρμένων μέχρι τον Δρύωνα· διήρκεσε δε επί επτά μήνες, δηλαδή μέχρι τον Ιανουάριο του 1383.
Ετέρα αιτία για την οποία πήγε ο Αλέξιος στη Μεσοχαλδία ήταν η παρουσία του Κομνηνού Ιωάννου, ο οποίος, όντας εξόριστος στην Αδριανούπολη, δραπέτευσε και ήρθε στη Σινώπη, όπου πέθανε, ίσως δηλητηριασθείς. Μετά τον θάνατο αυτού και την κόπαση του Βουβώνος, τον μήνα Ιούνιο κατήλθε ο Αλέξιος από τη Μεσοχαλδία στην Τραπεζούντα, αλλά εισήλθε στην πόλη με φόβο του Βουβώνος και παραθέρισε στη Μονή Αγίου Ιωάννου του Αγιαστού παρά το όρος Μίνθρον.
Το 1369 ο Αλέξιος αντεπεξήλθε στη Χαλδία επί τετράμηνο, για να κυριεύσει τη Γόλαχα, την οποία, όπως λέει ο χρονογράφος Πανάρετος, πήραν κλοπιμαίως οι περί τον Κιλίτς Ασλάν. Αλλά χωρίς να πετύχει τίποτα σε αυτή την εκστρατεία, επέστρεψε στην Τραπεζούντα. Το 1373, κατά τον Ιανουάριο, ο Αλέξιος εκστράτευσε κατά φρουρίου της Χαιροιανής, αλλά από κακή μοίρα ενέσκηψε βαρύς χειμώνας, και οι Τούρκοι, επωφεληθέντες από αυτό, επιτέθηκαν κατά των δικών μας, φονεύοντας πάνω από 140, με τους περισσότερους να πεθαίνουν από το ψύχος.
Επί Μανουήλ Γ΄ (1390–1417), δούκας Χαλδίας και Χαιροιανής ήταν ο Λέων ο Καβασίτης, αρχηγός ισχυράς οικογένειας που κατείχε τις προς τη μεσημβρία χώρες. Κατείχε πλείστα φρούρια, δια των οποίων καθίστατο κύριος της προς μεσημβρία λεωφόρου των καραβανιών της πρωτεύουσας, τα οποία του επέτρεπαν να εισπράττει φόρους από όλους τους οδοιπόρους που, διερχόμενοι από τη χώρα του, κατευθύνονταν προς την Περσία και την Αρμενία.
Ο Ισπανός περιηγητής Ρούι Γκονθάλεθ δε Κλαβίχο (Ruy González de Clavijo), αποσταλείς από τον Ερρίκο Γ΄, βασιλέα της Καστίλλης (1390–1406), ως πρεσβευτής παρά τω Ταμερλάνο, κατέλιπε σε εμάς περίεργη αφήγηση περί της ισχύος του Καβασίτου Λέοντος και περί του τρόπου με τον οποίο ασκούσε τη δικαιοδοσία του ο δούκας Χαλδίας.
Ο Ισπανός περιηγητής είχε μαζί του και κάποιον απεσταλμένο προς τον οποίο ο Τιμούρ, αναλαμβάνοντας την οδό της Σαμαρκάνδης, είχε αναθέσει αποστολή παρά τω Ερρίκω της Καστίλλης. Μόλις εισήλθαν στην επικράτεια του Λέοντος του Καβασίτου, εκείνος τους συνέλαβε, απαιτώντας πληρωμή τελωνειακών δικαιωμάτων ή την εξαγορά τους δια δώρων. Ο απεσταλμένος Μογγόλος διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ο πρεσβευτής του Μεγάλου Τιμούρ δεν όφειλε να υποβληθεί σε πληρωμή τελωνειακών δικαιωμάτων ως ένας έμπορος, και υποστήριζε ότι είχε το δικαίωμα να διέρχεται ελεύθερα τόπο που τελούσε φόρο υποτέλειας στον Μεγάλο Μογγόλο, και ότι ο Λέων, όντας υποχείριος στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, δεν είχε λόγο ούτε αφορμή οποιαδήποτε για να φορολογήσει τον αντιπρόσωπό του, ο οποίος είχε κυριαρχία επί του ιδίου του ηγεμόνα του.
Σε όλα αυτά ο Λέων απεκρίθη ότι σε αυτόν είχε ανατεθεί και ήταν σε βάρος του η διατήρηση και η ασφάλεια της οδού, η υπηρεσία δε αυτή του έδινε το δικαίωμα να λαμβάνει διόδια από όλους τους οδοιπόρους· αν, έλεγε, δεν διατηρούσε με μισθό στρατιωτικό σώμα, τα στενά των ορέων σε λίγο θα γίνονταν αδιάβατα, και τέλος πάντων η επαρχία του ήταν τόσο φτωχή, ώστε πολλές φορές αναγκαζόταν να εισβάλει στις γονιμότερες επαρχίες του κράτους για να προμηθευτεί τρόφιμα και χρήματα όταν υπήρχε σπάνη οδοιπόρων.
Έτσι, ο μεν Κλαβίχο του προσέφερε ερυθρό ύφασμα και αργυρή συσκευή, ο δε Μογγόλος πρεσβευτής έδωσε ωραίες οθόνες (υφάσματα) και ερυθρά ενδύματα. Αλλά ο Λέων δεν αρκέστηκε σε αυτά, γι' αυτό οι δύο απεσταλμένοι αναγκάσθηκαν να αγοράσουν διάφορα δέματα εμπορευμάτων από κάποιο καραβάνι για να τα προσθέσουν στα ανωτέρω δώρα. Τότε ο Λέων τους περιποιήθηκε ως ιδίους ξένους.
Υποσημειώσεις του κειμένου:
1. Η επωνυμία Γαβρά επιχωριάζει σήμερα σε κάποιο χαλδαϊκό χωριό ονομαζόμενο Άτρα. Αναφέρεται δε ο Θεόδωρος Γαβράς γενόμενος Μάρτυς (Ζωναράς 4, 240, 30 έκδ. Dindorf).
2. Σημειωτέον ότι τη νίκη του Ανδρονίκου κατά του Μελίκ απέδωσαν οι πλείστοι στον πολιούχο της Τραπεζούντος Αγ. Ευγένιο.
3. Το έργο του Λαζάρου όπως εξέδωκεν αυτό ο Falmerayer όρα εν Ιστορία Τραπεζούντος Τριφ. Ευαγγελίδου (61–69).
4. Εν τω εκδοθέντι δρομολογίω αυτού.
Συνεχίζεται . . .
Ιστορικόν Σχεδίασμα περί της επαρχίας Χαλδίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς (κ’) μετά παραρτήματος εν τέλει, του κ. Ιωάννου Π. Ελευθεριάδου Αριστοβαθμίου τελειοφοίτου του εν Τραπεζούντι Γυμνασίου – Έκδοση Πρώτη, Αθήναι 1903 - B’ ΜΕΡΟΣ
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
