Ο Σέρα Χορός (Γ΄ Μέρος) κατά τους Π. Μουζενίδη & Παντελή Μελανοφρύδη
"Ο χορός Σέρα – Χορόδραμα»
Χαρακτηρίσαμε πιο πάνω τον επίδικο αυτό χορό ως χορόδραμα. Θα τολμήσουμε τώρα να αναλύσουμε την άποψή μας αυτή.
Τρεις είναι οι στροφές του. Στην πρώτη στροφή οι χορευτές που δεν είναι άλλοι παρά ο ίδιος ο λαός, πιασμένοι χέρι με χέρι με υψωμένα τα χέρια χορεύουν ομαλά με βήματα μικρά με κάποια ευφροσύνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο που μεταδίδεται και στις κινήσεις και σε όλο τους το σώμα. Χαίρονται τη ζωή, τη λευτεριά τους. Όσο ζυγώνει ο χορός στη δεύτερη στροφή η ατμόσφαιρα αλλάζει, η χαρά μεταβάλλεται σε ανησυχία σε αδημονία για κάτι το δυσάρεστο που πρόκειται να ακολουθήσει. Τα νεύρα τεντώνουν, το κορμί παίρνει την μεγαλύτερή του ένταση για να αντισταθεί στον κίνδυνο, στην απειλή. Κλονίζεται και λυγάει, όμως η ψυχή αντιδρά, δίνει εντολές, τα χέρια των χορευτών εκτελεστές των εντολών της ψυχής με ρυθμικές μπρος πίσω κινήσεις προσπαθούν να κρατήσουν σε ισορροπία το κορμί, να μην πέσει. Είναι η αναπαράσταση των προσπαθειών του πληγωμένου που πασχίζει να κρατηθεί, να νικήσει. Μα το πληγωμένο κορμί δεν μπορεί για πολύ διάστημα να κρατηθεί ορθό, γέρνει προς τη γη, διπλώνεται, κουλουριάζεται. Είναι οι φυσικές κινήσεις του πληγωμένου, είναι η συνισταμένη των προσπαθειών του να δώσει μικρότερο στόχο στον πόνο που σουβλάει το κορμί. Η ψυχή συνεχίζει την αντίδραση. Λέγει στο κορμί: Όχι, μη κλονίζεσαι, κράτει, αγκάλιασε τη ζωή, χόρευε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Θα ρθει η ώρα της απολύτρωσης. Και το κατορθώνει το σώμα. Εμψυχώνεται. Στο σημείο τούτο του χορού, καθώς είναι σκυμμένο το κορμί, τα μικρά, τα σημειωτά, τα ζωηρά, τα κοφτά βήματα είναι αυτή η ίδια η χαρακτηριστική υπέρτατη προσπάθεια που καταβάλλει ο πληγωμένος να κρατηθεί στη ζωή. Τρίτη στροφή: Φτάνει η ώρα της λύτρωσης. Ο μύθος του Ανταίου προβάλλει μπροστά μας ολοζώντανος με το λύγισμα – άγγιγμα προς τη γη, νέα δύναμη παροχετεύεται στο πληγωμένο σώμα. Ανεμοστρόβιλος οι χορευτές αφήνουν τη σκυμμένη, τη ζαρωμένη στάση, σηκώνονται, αναπηδούν και με τα σκέλη πλατιά ανοιγμένα ορθώνονται στητοί πάνω στη γη με περήφανο ψηλά το κεφάλι και συνεχίζουν τον χορό στην επανάληψη των στροφών του. Ο Σέρα Χορός των Ελλήνων του Πόντου Γ΄ μέρος (Π. Μουζενίδης & Π. Μελανοφρύδης)
Συμπέρασμα
Θα περίττευε ίσως να προσθέσω πως η αληθινή αυτή ανάλυση και ερμηνεία του χορού (χοροδράματος) Σέρα είναι αυτή η ίδια η παραστατικότατη ιστορία του γένους των Ελλήνων στις διαδοχικές πτώσεις και ανορθώσεις του στο διάβα των αιώνων, με την συναφή τριλογία του διαλεκτισμού της. Νομίζω πως έτσι κατοχυρώνεται η πατρότητα του χορού. Ο χορός σέρα είναι δημιουργία του ποντιακού ελληνικού λαού και καλά θα κάνουν οι τούρκοι τώρα που πέταξαν το φέσι και το φερετζέ τώρα που δεν έχουν σουλτάνο και χαλίφη, παρά δημοκρατία και ελευθερία (έστω και επίπλαστη) να φροντίσουν να δημιουργήσουν δικούς τους χορούς. Ώσπου να το πετύχουν ας χορεύουν και τον σέρα χορό. Μόνο να το παρουσιάζουν ως δανεισμένο από τους Έλληνες του Πόντου και όχι ως δικό τους. Αυτό υπαγορεύει η καλή πίστη. Αυτό επιβάλλει η επιστήμη. Οι Έλληνες του Πόντου δεν μπορούσαν να λησμονήσουν στη νέα τους πατρίδα τον εθνικό τους χορό, τον χορεύουν εκείνοι που τον έφεραν μαζί τους, τον χορεύει και η νέα γενιά που είναι περήφανη για την ηρωική της καταγωγή. Ο χορός σέρα δεν χορεύεται μόνο ως κυκλικός ομαδικός χορός από πολλούς χορευτές μαζί. Υπήρχαν ειδικοί χορευτές του σέρα χορού και αυτοί ήταν οι «αριστείς» που τον χόρευαν μόνοι με ιδιαίτερες φιγούρες και με τη βασική διαφορά από τον ομαδικό χορό ότι τον χόρευαν με τη σπάθη «Καρακουλάκ» ή «πάλλα» ή «κάμα» με την οποία επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι εναντίον αοράτου αντιπάλου (όταν χόρευε μόνο ένας) ή πετώντας τη σπάθης στον αέρα και αρπάζοντας την με δεξιοτεχνία, εποίκιλλαν την θεαματικότητα των κινήσεων και έδιδαν το πολεμικό χρώμα στο χορό τους. Με τον ατομικό αυτό χορό που εχορεύετο πάντοτε συνοδεία λύρας επιδεικνύετο η χορευτική τέχνη ενός εκάστου, αλλά το είδος αυτό του χορού σέρας, δηλαδή το «πιτσ̌άκ οϊνι» εχορεύετο κανονικά από δυο χορευτάς με σπάθας. Ορισμένες φάσεις του χορού αυτού ήταν πραγματικές σκηνές μονομαχίες και εν τω συνόλω του αποτελούσε ούτος καθαρώς πολεμικόν χορόν. Ατσααπάτ & Σέρα τουλούμ καϊτεσί Γώγος Πετρίδης 1973
Π Δ. Μουζενίδης
"Λαογραφικά – Ο χορός Σέρα" του Παντελή Η. Μελανοφρύδη.
Στο τεύχος του Απριλίου ενεστώτος έτους (1956) της Ποντιακής Εστίας δημοσιεύτηκε μια μελέτη περί του χορού Σέρα του κ Μουζενίδη με εισαγωγή του γνωστού λαογράφου και μελετητού της ιστορίας του Πόντου κ. Ξενοφώντος Άκογλου, όπου με δεδομένα ιστορικά και ολογραφικά τονίζεται ότι ο χορός αυτός έχει Ελληνική προέλευση. Δεν είμαι χορευτής (χορευτά̤νος όπως λέγαμε στην πατρίδα), έζησα όμως σε χωριό και περιφέρεια όπου χορευόταν καλά ο χορός αυτός και συνεπώς μου είναι γνώριμος. Εξάλλου, συνήθισα να καταπιάνομαι με κάθε λαογραφικό θέμα του αξέχαστου Πόντου, γιατί έχω την γνώμη ότι η συζήτηση και ανάλυση ενός λαογραφικού θέματος από πολλούς ανθρώπους μπορεί να προσφέρει πολλά στην ορθή τοποθέτηση του. Εν πρώτοις παρατηρούμε το εξής άξιο προσοχής, ότι οι τούρκοι του Πόντου και ειδικά των περιφερειών Τραπεζούντας, Μεσοχαλδίου – Τορούλ, Γκιουμουσ̌χανέ και Όφεως τους χορούς τους οποίους δανείστηκαν από τους Έλληνες ή άλλους λαούς τους ονόμαζαν με την ελληνική ονομασία Χορόν (η Χορόμ) ενώ τους δικούς τους χορούς τους έλεγαν οϊν δηλαδή (παιχνίδι) κι έτσι έχουμε Κιοτσ̌άκ οϊνί, Πιτζάκ οϊνί, Ζεϊμπέκ οϊνί κ.ο.κ. Έπειτα τον χορό σέρα τον έλεγαν Σέρα Χορονί και πιο συνηθισμένη ήταν η ονομασία Λάζ χορονί, εξ ου και στην Χαλδία λεγόταν συνήθως «Λάζικον». Ώστε έχουμε προφανή την μαρτυρία των τούρκων ότι ο χορός δεν είναι τουρκικός και το όνομα του Σέρα, δηλώνει δηλαδή την προέλευση του από το χωρίον Σέρα της περιφέρειας Ακτζαπάτ (Akcaabat – Πλάτανα στην ελληνική) ή από το Λαζιστάν (Λάζικον) και οι δύο προελεύσεις είναι σωστές και εξηγούν τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο χορευόταν ο χορός αυτός όπως θα εξηγήσω παρακάτω. Σημειωτέον δε ότι στα Σούρμενα και τον Όφι ο χορός και από τους Έλληνες και από τους τούρκους λεγόταν «Σάρα». Σε αυτό το σημείο αξίζει να ακούσετε την καταγραφή του Σίμου Λιανίδη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας όπου για λογαριασμό της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών κατέγραψε Οφίτες (Οφλήδες) πρώτης γενιάς οι οποίοι στην απαρίθμηση των τοπικών ιδιαίτερων χορών του Όφι αναφέρουν τον Σέρα χορό ως Σάρα. Πόθεν η λέξις Σάρα; άγνωστον, ίσως κάποια αρχαία ονομασία και κατόπιν οι τούρκοι είτε διότι χορευόταν καλά στο χωρίον Σέρα, είτε για να αποφύγουν την συνωνυμία με την Σάραν (που σημαίνει επιληψία) τον μετονόμασαν σε Σέρα. Ο χορός Σέρα δεν ήτανε ένας κοινός χορός τον οποίο μπορούσαν να χορεύουν όλοι, όπως και τους λοιπούς χορούς. Ήταν όπως λίαν προσφυώς παρατηρεί ο φίλος κ. Άκογλου χορός τον οποίο χόρευαν οι πιο ευγενείς και καλύτεροι σε κάθε πόλη, δηλαδή σαν να λέμε σήμερα αριστοκρατικός χορός, όπου για να συμμετάσχει κανείς έπρεπε να έχει ορισμένα προσόντα. Ναι ‘ναι ευσταλής, ευκίνητος, ντυμένος καλά με την επιχώριο ζίπκαν, (σαγιάκι ή λίπεσχαν), σελάχι, τουλάχιστον ένα μαχαίρι λαζικής κατασκευής, πιστόλι ή ρεβόλβερ, ασημένιο χαϊμαλί κρεμασμένο από το λαιμό και αλυσίδα ασημένια ωρολογίου, ελαφρά παπούτσια τσ̌αμπούλας ή γεμενία, κουκούλα με τα απαραίτητα ασημόχροα σιρίτια. Δεν εννοείτο χορευτής του Σέρα με σαλβάρια ή τις πάνινες ζίπκες που φορούσε ο φτωχόκοσμος ή με παλιά φορεσιά. Αυτοί θα άκουγαν το ποντιακό σατιρικό γνωμικό: «Αλούπες εχόρευαν και ο κόλος ατ’ εφαίν’τον». Μόνο λοιπόν ευγενείς, μπέηδες, διαλεχτά παλικάρια και γυμνασμένα καλά μπορούσαν να τον χορέψουν στους χορούς των πανηγύρεων της περιφέρειας μας (Τορούλ), στην Γουμεράν τον Δεκαπενταύγουστον, στην Ανάληψη της Άδυσσας, στην Αεμαρίναν του Κορκοτά, του Αγίου Γεωργίου, στα Καταφύγια του Παλαιοχωρίου κ.τ.λ. λάμβαναν μέρος μόνο παιδιά μπέηδων της Άρδασσας, της Ζερμούδας και Έλληνες όλοι καλοντυμένοι και λεβέντες, διαλεχτοί γιοσμάδες όπως ήταν στην εποχή μας ο Παύλος Προκοπίδης και Πανίκας Προκοπίδης από την Πιβεράν, Ο Πάρτον απ΄του Κορκοτά, Ο Τζίναβραμς από του Βαρτάντον, ο Μήτον τη Κεχαγιά από του Τσιμπρικά, ο Μίλτων, ο Θόδωρον τη Τεμιρτζή, ο Κυριάκος Φωτιάδης από την Άδυσσα και άλλοι. Ήταν δηλαδή ο χορός Σέρα επίδειξη ευκινησίας, τέχνης, λεβεντιάς, πλούτου και αντοχής. Αλλά και σε άλλες περιφέρειες όπου χορευόταν ο χορός η επιλογή ήταν απαραίτητος και πάντοτε τα πρωτεία τα είχαν οι Έλληνες. Ο γνωστός στους Έλληνες εκ Πόντου γενικός διοικητής (Βαλής) Τραπεζούντος, Καδρή μπέης, του οποίου η συνετή και δίκαιη διοίκηση, η στιβαρά χείρ και η αμερόληπτη δράση του απέναντι των διαφόρων εθνοτήτων, απεκατέστησαν την ασφάλεια της τήρησης του νόμου και τον ανέδειξαν ως ένα των καλύτερων λειτουργών της οθωμανικής αυτοκρατορίας στο τέλος του 19ου και στις αρχάς του 20ου αιώνα για να διοργανώσει χορούς Σέρα στις διάφορες εθνικές εορτές των τούρκων. Προσέφευγαν όχι μόνο στους Έλληνες οργανοπαίκτες λύρας, ζουρνά και νταουλιού, αλλά και από ελληνικά εκλεκτά παλικάρια της περιφερείας Τραπεζούντος, κυρίως στρατολογούσε τους χορευτές για τους δημόσιους αυτούς χορούς Αχτζαπάτ, Ματζούκα, Μούντα, Αγρίδ΄, Ματσούκα, Κρώμνη, τους οποίους πολλάκις φιλοδωρούσε πλουσιοπάροχα. Η αριστοκρατική αυτή μορφή του χορού συνηγορεί υπέρ της ιδέας ότι ο χορός Σέρα είναι ελληνικός, κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων τον οποίον εξακολούθησαν να χορεύουν και μετά την άλωση της Τραπεζούντας οι εξισλαμισθέντες Έλληνες και ιδιαίτερα τα τέκνα των εξισλαμισμένων ευγενών (μπέηδες), δεδομένου ότι οι δούλοι Έλληνες ως μη οπλοφορούντες πλέον και κύπτοντες από τον βαρύ ζυγό των δυναστών, δεν μπορούσαν πλέον να χορεύουν το χορό αυτόν της ανδρείας, που συμβόλιζε την ελευθερία και ανεξαρτησία και περιορίστηκαν στους άλλους οικογενειακούς χορούς. Είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι εφόσον οι τούρκοι δεν είχαν χορούς ενώ οι υπόδουλοι Έλληνες κάθε άλλο παρά ξεφαντώματα εσκέπτοντο, ο χορός Σέρα διατηρήθηκε στην εξισλαμισμένη περιοχή της Θοανίας (Τόνγιας) της οποίας οι κάτοικοι και τώρα είναι ελληνόφωνοι και από εκεί επεκτάθηκε με το όνομα Τονγιαλίδικος χορός η Σέρα, καθώς και στους Λαζούς, οι οποίοι τον πήραν από τους γείτονές τους Οφίτες (Οφλήδες). Ο Σέρα Χορός των Ελλήνων του Πόντου Β' μέρος (Ποιός ο χορός και γιατί είναι ελληνικός)
Ποια όμως είναι η αρχική προέλευση; Στον Πόντο χορευόταν το Τρομαχτόν από Έλληνες. τους εξισλαμισθέντες ελληνόφωνους της Θοανίας και του Όφεως και τους Κούρδους του εσωτερικού, ώστε πρόκειται περί επιχωρίου Ποντιακού χορού. Το τραγούδι του ήταν το πασίγνωστο περιπαθές και παιχνιδίστικο:
«Έταιρον κι η λιγερή πάν’ ούλεν τον ποταμόν
Έταιρον επέρασεν η κόρη ‘κ̌’ επόρεσεν…»
Οι εξ Αργυρουπόλεως καταγόμενοι γέροντες θα ενθυμούνται βέβαια τον ωραίο, ήσυχο και ξεκούραστο αυτό χορό που χόρευαν με τη συνοδεία του ως άνω άσματος, όπου για να προσδώσουν τόνο ευθυμίας οι λυράρηδες αντικαθιστούσαν τα ονόματα με το όνομα του γνωστού Αργυρουπολίτου Τσορτανά:
«Τσορτανάς κι η Κερεκή πάν’ ούλεν τον ποτανόν…».
Υπήρχαν και άλλα τραγούδια του ίδιου ρυθμού που τραγουδούσαν και μέχρι το 1900, όπως άκουσα πολλάκις τον ξακουστό λυράρη της εποχής τον Φώτ τον Τσορκονέτες (εκ του χωρίου Τσορκόν της Άδυσσας) να τραγουδά:
«Τη Σιαμάλας τ’ αγελάδι͜α δεύτερον γεννούν τον χρόνο
Και μίαν το καλοκαίρι και μίαν το μοθοπώρι.
Έκαψε μ’ ακείν η πέραν τη Γιασάρ η θεγατέρα
α σά μάκρα̤ κι α σα πλάτα̤ κι α σο γουναλήν την τσ̌άμα̤ν.
Η κόρη το φίλεμαν πως σπογγίζ’ και χάν’ α̤το ..»
Ο χορός ήταν μικτός. Οι χορευτές χόρευαν κρατούμενοι από τα χέρια, μάλλον υψωμένα λίγο. Οι υψηλότεροι κρατούσαν τους χαμηλότερους από τους ώμους κάτω απ τις μασχάλες σφιχτά με τα χέρια προς το στήθος και έτσι όλος ο κύκλος των χορευτών φαινόταν σαν ένας σφιχτοδεμένος κλοιός κινούμενος ησύχως και ρυθμικώς. Το Τρομαχτόν λοιπόν ήτο μέρος του Σέρα χορού, μικτού χορού όπως είπαμε. Απο αυτόν προήλθε η Σέρα με προσθήκες διαφόρων τσακισμάτων ή από την Σέρα απομονώθηκε αυτός ο χορός για να χορευτεί από άνδρες και γυναίκες μαζί; Πιστεύω μάλλον το δεύτερο. Το Τρομαχτόν έμεινε ως χορός σοβαρός, ξεκουραστικός και χορευόταν κατ’ αυτή τη σειρά: Πρώτον: Έναρξη κάθε χορού με το Ομάλ’. Δεύτερον: Τίκ Λαγκευτόν, Μονόν, Διπλόν, και Τρίτον: Τρομαχτόν. Έτσι κατά τη σειρά αυτή επαναλαμβάνονται οι βασικοί αυτοί χοροί κοδεσποινιακοί – νοικοκυρικοί. Μετά τα μεσάνυχτα πάντως προς το τέλος του χορού χορεύονταν ως συμπλήρωμα ή και ποικιλία και οι λοιποί χοροί Τη Λάγκοης, Τη Τρυγόνας, Τη Τάμζαρας, Τ’ Εμπρ’ Οπίσ’ Τη Σαρίκουζης, Τη Μητερίτσας και τελευταίον το Κοτσαγκέλ. Ερχόμεθα τώρα στη, Σέρα (Λάζικον). Είπαμε ότι το πρώτο μέρος του χορού αυτού ήτο όπως το Τρομαχτόν με τη διαφορά ότι εδώ οι χορευτές είχαν τα χέρια ψηλά και χόρευαν ζωηρότερα με απότομες κινήσεις των χεριών και κατά το μέρος τούτο του χορού οι λυράρηδες τραγουδούσαν συνήθως τούρκικα τραγούδια. Έτσι ο χορός ολοκλήρωνε έναν ή δύο κύκλους. Κατόπιν με ένα σύνθημα του ζωηρότερου που φώναζε: «άλ ασ̌αγά – έπαρ’ το κά» άρχισαν έντονες και σπασμωδικές συσπάσεις των βραχιόνων, κάμψη της σπονδυλικής στήλης και κρούσεις των ποδιών επί του εδάφους, στροφές προς τα δεξιά και αριστερά και διάφορα τσακίσματα, αναλόγως της επιδεξιότητας των χορευτών. Αυτό το «πάρσιμο κά» ο Π. Μουζενίδης το περιγράφει καλά και ίσως έχει δίκιο στα συμπεράσματά του. Είναι άξιον σημειώσεως ότι σε μερικά μέρη οι φιγούρες του «παρσίματος κά» γίνονταν με κινήσεις τις οποίες αποδίδει το τραγούδι:
«Σύρον αν’, σύρον κά’
Το φιστάν ‘ς σο γιάν’ απάν’
Ο Θεόν την ψ̌ή μ’ να παίρ’
ατού ‘ς σο κερτάν απάν’».
Τώρα να μη φανεί παράδοξο ότι οι καμπάνες των εκκλησιών κατά τις εορτές χτυπούσαν χαρμόσυνα με τον ίδιο ρυθμό:
«Τον Αδάμ, τον Αδάμ,
τον Αμήν Αμήν Αδάμ»
Έχουν καμία σχέση οι ομοιότητες αυτές ή είναι απλές συμπτώσεις; Ας απαντήσουν άλλοι. Ο Σέρα Χορός των Ελλήνων του Πόντου (Α μέρος) Π. Μουζενίδης & Ξ. Άκογλους - Χοροί των Ελλήνων του Πόντου.
Ο κ Άλκης Ράπτης στο έργο του "Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού" αναφέρει σχετικώ για τον Σέρα χορό τα ακόλουθα. Αλ' ασσιαγιά, τσαλίμι στο Κάρς του Πόντου. Αναφέρει ως πηγή του τον Γρηγοριάδη 1973 περί των χορών του Κάρς. Χορεύουν το Τρανταχτόν το Κότσαρι κι ευθύς το ηρωϊκόν Λάζικον με τσαλίμια, τελίμια και φιγούρες δύσκολες καθώς "Ωμουζά, ατσίλιν, αλ' ασσιαγιά, μπίρ ταά, γιαλάν όλμασιν, χαμπέρ βερ και δώστου κι άλλη μία.
Συνέχεια στο επόμενο αφιέρωμα - Και μια σημείωση πολύ απαραίτητη: Στα αφιερώματα αυτά μεταφέρω επακριβώς τα γραφόμενα των γραπτών πηγών με σαφή αναφορά στις χρονολογίες, τους συντάκτες (με ονοματεπώνυμα) και τα έντυπα περιοδικών εκδόσεων. Δεν κρίνω τα γραφόμενα, δεν λογοκρίνω τους συγγραφείς, δεν εκφέρω προσωπική άποψη εδώ. Όπου έκρινα σκόπιμο για την καλύτερη κατανόηση των γραφομένων προέβην σε μεταφορά από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
