Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου. Παντελή Η. Μελανοφρύδη με λήμμα το Κηφάλ (κεφάλι) - Μέρος Πρώτο
Κρούω κηφάλ’ = (χτυπώ κεφάλι) κάνω μίαν έρευνα, ρίχνω ματιά να δω τι γίνεται. «Επήγεν εντώκεν έναν κηφάλ’ ‘ς σήν αγοράν κι έσ’».
Το κηφάλ’τ ατ’ έξ’ έν’ = λέγεται για άνθρωπο που δεν είναι προσηλωμένος στη δουλειά του / για παντρεμένο άντρα ή γυναίκα που επιζητεί έρωτες εκτός της συζυγικής εστίας.
Κλίθω κηφάλ’ = κλίνω την κεφαλή, υποτάσσομαι, υπακούω.

Γνωστοί είναι οι Μωμόγεροι, οι μίμοι που επαίζοντο κατά την παραμονή των Χριστουγέννων και του νέου έτους εν Πόντω. Περί αυτών εγράφησαν αρκετά εις τα λαογραφικά περιοδικά μας (
Χίλιοι άρχοντες “χίλοι προσκυνητάδες” όπως λέει επί λέξη το Ποντιακό Δημοτικό Τραγούδι εκ της περιφερείας Χαλδίας, απεφάσισαν εν μέσω του Χειμώνος να πραγματοποιήσουν ένα αρκετά μακρύ και επικίνδυνο για την εποχή εκείνη ταξίδι, να κατεβούν στην Τραπεζούντα για να υποβάλουν τα σέβη τους στο νέο Αυτοκράτορα.
Τη αυτή ημέρα, Μνήμη των από της Συγκλήτου Αγίων Μαρτύρων των έξω της πυράς απολειφθέντων και με διαφόρους τρόπους βασανισθέντων και τελειωθέντων.
«Έκτην συνάπτω ταις φρονίμοις Παρθένοις, 