Το παρχάρι της Τζώς των Σουρμένων του Πόντου

Παρχαρομάνες του Πόντου (Χωρικές στα παρχάρια του Πόντου) 1920Τώρα που εδώ στην Αθήνα με τα κύματα της αφόρητης ζέστης τσιτσιριζόμαστε σαν τα σαλιγκάρια στη φωτιά και μας βγαίνει το λάδι ανάποδα κολυμπώντας όλη την ημέρα μέσα στον ιδρώτα μας, που και τα βράδια ακόμα εξακολουθούμε να αναπνέουμε τη ζεστή μπόχα που βγάζει το μάρμαρο και η άσφαλτος, ας θυμηθούμε λιγάκι τα όμορφα παρχάρια μας, όπου περάσαμε τα καλύτερα καλοκαίρια της νιότης μας. Ίσως η ανάμνηση της δροσιάς του κλίματος και των παγωμένων νερών τους μας δροσίσει λιγάκι έστω και νοερά.

Το παρχάρι της Τζώς των Σουρμένων του Πόντου. Εγώ θα γράψω μόνο για τα Σουρμενίτικα Παρχάρια και πιο πολύ για της Τζώς όπου πηγαίναμε σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Για τα υπόλοιπα παρχάρια που βρίσκονταν αλλού ας γράψουν όσοι τα γνώριζαν και τα έζησαν. Και βέβαια, όσοι παραθέριζαν στα αποθανατισθέντα στα λαϊκά τραγούδια του Πόντου περίφημα παρχάρια της Κρώμνης και της Σάντας με τα κρυστάλλινα νερά τους θα σπεύσουν να κάνουν το καθήκον τους. Στα Σούρμενα το ξεκίνημα για τα παρχάρια άρχιζε πριν ακόμα τελειώσουν οι εξετάσεις της Κεντρικής Σχολής και γενικεύονταν ύστερα από αυτές. Πολλές μέρες πριν άρχιζε η σχετική προετοιμασία των παιδιών αλλά και των μεγάλων. Τα παιδιά εφοδιάζονταν με διάφορες χρωματιστές κόλλες και χοντρά ράμματα για να κάνουν πεταλίχτρας (αετούς) και με στουράκια (ραβδιά) και τσόλτικας (ξυλίκια) για το περίφημο παιχνίδι την τσόλτικα. Οι μεγάλοι φρόντιζαν να εφοδιαστούν με διάφορα τρόφιμα για αρκετό χρονικό διάστημα. Το ταξίδι ήταν ευχάριστο, διαρκούσε 8 ώρες και γινόταν σχεδόν πάντα με τα πόδια εκτός πια αν ήταν κανένα εξαιρετικά σπουδαίο πρόσωπο ή άρρωστος, οπότε πήγαινε καβάλα. Περνούσαμε πρώτα από την Κύλιμα, το Αγουλέτ, τα Χαρμάνια, τη Γραίας τον ανήφορο, περνούσαμε τα Κιορβάνια και φτάναμε στο Αγάτσ-πασή. Από εκεί στο Τσελίκ τιζί και τέλος φτάναμε στην Τζώς στο παρχάρι όπου μέναμε. Τραβώντας ακόμα πιο πάνω αφού περνούσαμε την Τασλί έφτανε κανένας στην Πογαλού το άλλο παρχάρι που ήταν μικρότερο από την Τζώς. Αν αποφάσιζα να αποπειραθώ να περιγράψω τις διαρκώς εναλλασσόμενες ομορφιές της φύσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, θα μου έπρεπε ξύλο. Για ένα τέτοιο πράγμα θα εχρειάζετο η πένα ενός μεγάλου τεχνίτη που εγώ δυστυχώς στερούμαι. Άλλωστε εγώ απλώς θέλω να περιγράψω τη ζωή μας όπως κυλούσε όμορφα και αμέριμνα στα παρχάρια μας και όχι να κάνω καλλιτεχνικές περιγραφές. Να λοιπόν που φτάνουμε στην Τζώς, αλλά φτάνουμε με το σούρουπο και όπως είμαστε κουρασμένοι από τη μεγάλη πεζοπορία, πρέπει να πάμε να κοιμηθούμε. Το πρωί νωρίς πριν ακόμα ξημερώσει ξυπνούσαμε από το ποροζάν (τηλεβόα) του τσοπάνου που καλούσε όλες τις νοικοκυρές να στείλουν τα ζά τους στο ναχίρ (βοσκοτόπι) ορίζοντας το μέρος της εκκίνησης ανάλογα κατά το προς τα που θα τραβούσε το κοπάδι. Ξυπνούσαμε λοιπόν και αφού παίρναμε στο γάλα μας, μαζί με τα άλλα παιδιά τραβούσαμε στον κάμπο όπου παίζαμε διάφορα παιχνίδια και γυρίζαμε το μεσημέρι στο καλύβι μας. Η Τζώς ήταν ξαπλωμένη πάνω σε ένα οροπέδιο. Όλη η γύρω έκταση σε μεγάλη κλίμακα ήταν γυμνή από κάθε δέντρο και θάμνο και μόνο η πρασινάδα σκέπαζε όλη αυτή την έκταση. Ήταν μια παράξενη βελονοειδής πυκνοφυτρωμένη και ομοιόμορφη χλόη ύψους 4 έως 5 εκατοστών του μέτρου που φάνταζε σαν ένα απέραντο πράσινο σκληρό χαλί. Τα καλύβια της ήταν πολύ απλά με ντουβάρια χωρίς λάσπη, χωρίς ταβάνια. Είχαν για κεραμίδια λεπτά και στενά σανίδια που ονομάζονταν χαρτώματα. Χωρίζονταν δε σε τρία μέρη στο κυρίως σπίτι, στην κουζίνα που λεγότανε χανέκα και στο κατώι. Μόνο τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να φτιάχνουμε σπίτια όπως είχαν και στα Σούρμενα και έκαναν την εμφάνισή τους και τα κεραμίδια. Τα νερά της Τζως ήταν ολοκάθαρα και παγωμένα που δεν μπορούσες να πιεις μονορούφι ένα ποτήρι γεμάτο. Είχε δε δυο βρύσες το Μεϊτάν-σουή και το Ποπαγιορδάν-σουή. Τα κυριότερα παιχνίδια των παιδιών αλλά και των μεγάλων (που κι αυτοί γινόντουσαν παιδιά όσο διαμέναμε στο παρχάρι) ήταν οι Πεταλίχτρες (αετοί), η Τσόλτικα (το ξυλίκι) που χωριζόταν σε διάφορα είδη με διαφορετικά ονόματα: Η Τικμέ, Η Σίφτιρη, η Τενεβίρα και άλλα. Επίσης άλλο παιχνίδι ήταν η Μάγια, το Πίρτουλουμ και όταν κάνανε εκδρομές στο βουνό και στο Τσελίκ τιζή το Σουρτάρισμα. Εκδρομές γίνονταν στο Ραχ̌ή (δάσος) όπου είχανε και ποτάμι και ψαρεύανε και στο Ματούρ την ψηλότερη κορφή των γύρω βουνών, απ όπου φαίνεται η θάλασσα. Οι Σουρμενίτες υπερηφανεύονταν ότι από το Ματούρ οι Μύριοι του Ξενοφώντος αντικρίζοντας τη θάλασσα φώναξαν το περίφημο εκείνο Θάλαττα -Θάλαττα. Γενικά οι τρεις μήνες που περνούσαμε σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο μας αναζωογονούσαν, μας έδιναν καινούργιες δυνάμεις για να ριχτούμε και πάλι το χειμώνα στη βιοπάλη της ζωής. Τι όμορφα που ήταν τα μέρη μας. Τι όμορφα που ήταν τα παρχάρια μας τότε ίσως να μην καταλαβαίναμε τι διαμάντια είχαμε σήμερα όμως αφού γυρίσαμε και είδαμε τόσα μέρη, η σύγκριση όλων αυτών με τα μέρη μας, μας κάνει να διαπιστώνουμε την αξία τους. Ας σόν παρχάρ’ εχ’ κι έρχεται εγάπην γάλ̤α-γάλ̤α, Δημώδες άσμα Τραπεζούντας Πόντου

Θεμ. Μουρούζης - Η Τζώς των Σουρμένων του Πόντου - Πηγή: Ποντιακά Φύλλα Μάρτιος του 1935

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ