• Home
  • Λαογραφία
  • Παιχνίδια της Σάντας του Στάθη Αθανασιάδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία Ιαν 1963

Παιχνίδια της Σάντας του Στάθη Αθανασιάδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία Ιαν 1963

Ζουρνατσάντων Σαντάς περίπου το 1910. Στη φωτογραφία η Μεμισίνα με τη κόρη και τα εγγόνια τηςΚόψιμον
Τα παιδιά χωρίζονται σε δυο ομάδες, ισόπαλες περίπου. Κρατούν τα χέρια σφιχτά στέκονται αντιμέτωπα σε απόσταση 8-10 μέτρων. Η πρώτη ομάδα φωνάζει το όνομα ενός παιδιού από την αντίθετη. Αυτό αποσπάται από την ομάδα του και τρέχει με φόρα να διασπάσει την αντίθετη στο αδύνατο σημείο της.

Αν το κατορθώσει παίρνει το ένα από τα δύο παιδιά από αυτά που έκοψε το σύνδεσμο των χεριών τους και γυρίζει στην ομάδα του. Αν αποτύχει τότε συντάσσεται με την εχθρική ομάδα και ανήκει πλέον σε αυτήν. Στη συνέχεια φωνάζει η δεύτερη ομάδα το όνομα ενός παιδιού από την αντίθετη ομάδα το οποίο τρέχει να διασπάσει την εχθρική κτλ. Η ομάδα που θα πάρει περισσότερα παιδιά από την αντίθετη ομάδα κερδίζει.

Aγέλαστοv
Ένας κάνει διάφορους γελοίους μορφασμούς για να αναγκάσει τους άλλους νά γελάσουν. Όποιος μπορεί νά κρατηθεί νά μή γελάσει κερδίζει.

Άνοιγμαν Μούστας
Ένα παιδί κρατά κλειστή την παλάμη του (σε σχήμα γροθιάς) και το άλλο προσπαθεί να την ανοίξει. Αν το κατόρθωνε, άλλαζαν θέση.

Καρύδια
H μάνα έβαζε για σημάδι ένα καρύδι. Ένας άλλος απο ορισμένο σημείο έσπρωχνε δυνατά με τον δείκτη το καρύδι του για να χτυπήσει το καρύδι της μάνας. Αν το πετύχαινε, το έπαιρνε, αν όχι ερχόταν τρίτος που προσπαθούσε να χτυπήσει το πιο κοντινό και αν το χτυπούσε το έπαιρνε και σημάδευε το άλλο, έτσι εξακολουθούσαν και οι άλλοι αν ήταν πολλοί. Παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού είναι να τραβά η μάνα το καρύδι της από ορισμένη γραμμή, ο δεύτερος να βάλει το καρύδι του επάνω στην γραμμή και να το σπρώχνει για να πετύχει το καρύδι της μάνας, κατά τ’ άλλα το παιχνίδι είναι όμοιο με το πρώτο.

B' παραλλαγή
Τοποθετεί καταγής ο ένας το καρύδι του, ο άλλος στέκεται από πάνω του όρθιος και κρατώντας το καρύδι του στο δεξί χέρι, σκοπεύει με το μάτι το καρύδι που είναι καταγής και αφήνει το καρύδι από το χέρι του να πέσει επάνω στο άλλο. Αν το πετύχει, το κερδίζει, αν όχι παίρνει ο πρώτος το καρύδι που αστόχησε. Έτσι παίζουν όσο τους αρέσει.

Φουρούν όΐv
Το έπαιζαν πολλά αγόρια τα οποία χωρίζονταν σε δυό ομάδες αφού πρώτα όριζαν την μάνα (τον φύλακα). Λάχνιζαν (έσυραν λαχνό) για το ποια ομάδα θα κείται (θά σκύψει). Τα παιδιά της ομάδας αυτής έκαναν κύκλο με τα πρόσωπα τους στο κέντρο και έσκυβαν λίγο. Τα παιδιά της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να καβαλλικέψουν τα σκυμμένα προσέχοντας όμως να μην τα χτυπήσει (να μην τα αγγίξει με το χέρι) ο φύλακας. Αν ο φύλακας πρόφταινε και άγγιζε κάποιο παιδί πριν αυτό καβαλικέψει, τότε έχανε η δεύτερη ομάδα και έσκυβε αυτή. Αν όμως δεν χτυπούσε κανένα παιδί και όλοι τους κατόρθωναν να καβαλικέψουν δεν απελπιζόταν γιατί αυτοί που ήταν καβάλα κουράζονταν και ξέσερναν και κάποιος άγγιζε την γη, οπότε τον χτυπούσε και οι ομάδες άλλαζαν θέσεις. Μερικοί παλληκαράδες πηδούσαν κάτι και ξανα-καβαλίκευαν και τότε έβρισκε ευκαιρία ο φύλακας να χτυπήσει κάποιο από αυτά.

Σαπάντασ̌η
Είναι η σφενδόνη. Κατασκευαζόταν απο σχοινί και από μερικά φυτά π.χ. ζαζέλας. Στη μέση έκαμναν μιά θηλιά για να στηριχθεί η πέτρα. Ο παίκτης βαστούσε και τις δυο άκρες του σχοινιού με την πέτρα στη θηλιά. Το περιέφερε μερικές φορές γύρω από το χέρι του για να αποκτήσει μεγάλη φυγόκεντρο δύναμη και άφηνε τη μια άκρη. Η πέτρα έφευγε μακριά. Όποιος έριχνε πιο μακριά την πέτρα ήταν και ο νικητής.

Το τζουμπόν
Κατασκευαζόταν απο καλάμι σιταριού ή άλλων χόρτων λίγο παρακάτω από το γόνατο (κόμπο) μέ προσοχή και με κοφτερό μαχαίρι έκοβαν και χρημάτιζαν τη γλώσσα/ Μερικοί έκαναν και τρύπα και έπαιζαν σαν φλογέρα.

Τη ποπά το μαξιλάρ’
Το έπαιζαν τρία παιδιά. Τα δυο βαστούσαν τα χέρια τους τεντωμένα και συνδεδεμένα. Το δεξί του ενός με το αριστερό του άλλου και αντίστοιχα το αριστερό του ενός με το δεξί του άλλου και εκεί επάνω ξαπλωνόταν το τρίτο παιδί. Το περιέφεραν τραγουδώντας: «Πθού, πθού τη ποπά το μαξιλάρ, είχ̌εν φτείρας και κονίδας και σαχταροκατενήν» και το ρωτούσαν από ποια πλευρά θέλει να το ρίξουν και έκαναν πώς τάχα ήθελαν να το ρίξουν κατακέφαλα.

Σαπουνόφουσκες
"Έβρεχαν τα χέρια τους, τα έτριβαν με το σαπούνι, τα ξαναέβρεχαν λίγο και έτριβαν ελαφρά, χαϊδευτά τις δυο παλάμες και τις άνοιγαν σιγά για να σχηματισθούν σαπουνόφουσκες. Τις φυσούσαν για να ανεβούν στην ατμόσφαιρα Οποιανού ανέβαινε πιο ψηλά, αυτός ήταν ο νικητής.

Παιχνίδια της Σάντας του Στάθη Αθανασιάδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία Ιαν 1963

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ