• Home
  • Λαογραφία
  • Ήθη και έθιμα των μηνών του έτους στο Ελληνικό Μεταλλείο του Ακ Δαγ

Ήθη και έθιμα των μηνών του έτους στο Ελληνικό Μεταλλείο του Ακ Δαγ

Ακ Δαγ Ματέν, 1921. Ο μεγάλος με το φέσι είναι ο Γιάννης Κιουπτσίδης, αδερφός του παππού του δωρητή. Με τα αδέρφια του δωρητή πάνω ο Ισαάκ, κάτω ο Ιάκωβος, η Μαρία και η ΠολύμνιαΤον Σεπτέμβριο μήνα τον λέγαμε, όπως και στον Πόντο, «Σταυρέτες», γιατί μας φέρνει την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Την 1η Σεπτεμβρίου, αρχή του εκκλησιαστικού έτους, η είσοδος στα σπίτια απαγορευόταν. Θυμούμαι την μακαρίτισσα την μητέρα μου, στεκόταν στην αυλή και δεν άφηνε κανένα να μπει στο σπίτι. Αντίθετα αυτό το έθιμο κατά την 1η Ιανουαρίου δεν ετηρείτο.
Τον Νοέμβριο τον λέγαμε «Αργίτη», ίσως επειδή στις 3 Νοεμβρίου γιορτάζει η Εκκλησία μας την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Κατά τα μέσα του Αργίτη οπωσδήποτε χιόνιζε. Το χιόνι έφτανε ένα μέτρο και κρατούσε πέντε μήνες. Οι κρύσταλλοι ποτέ δεν έλειπαν από τα γεισώματα των οικιών. Στις 14 Νοεμβρίου είναι η Αποκριά της Νηστείας των Χριστουγέννων. Νομίζω, ότι εδώ χρειάζεται μιά παρένθεση. Από τις 15 Αυγούστου ως τις 14 Νοεμβρίου είναι η μεγαλυτέρα περίοδος καταλύσεως των πάντων. Εδώ πρέπει να απαριθμήσουμε, πόσες μέρες νηστεύαμε το χρόνο, γι' αυτούς που δεν το γνωρίζουν:
Τετάρτη και Παρασκευή: 70 μέρες.
Νηστεία των Χριστουγέννων: 40 μέρες.
Νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: 47 μέρες.
Δεκαπενταύγουστο της Παναγίας: 15 μέρες.
Παραμονή των Φώτων: 1 μέρα.
29 Αυγούστου, της αποκεφαλίσεως του Προδρόμου: 1 μέρα. Της Υψώσεως του Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου: 1 μέρα, σύνολον, 175 μέρες.
Η νηστεία των Δώδεκα Αποστόλων δεν είναι σταθερά. Εξαρτάται από το Πάσχα και αρχίζει την επομένη των Αγίων Πάντων. Αν υπολογίσουμε τη νηστεία αυτή, κατά μέσον όρο σε 15 μέρες, τότε το σύνολο των ημερών της νηστείας ανέρχεται σε 175+15=190 μέρες. Άρα μένουν ημέρες καταλύσεως 365-190=175 περίπου. Αυτήν την τάξη την τηρούσαμε αυστηρά. Στις 14 Νοεμβρίου, λοιπόν, γινόταν η αποκριά με γαλακτερά και προπάντων με βουτυρόπιττες που ψήνονταν στην πλάκα κάτω από ανθρακιά (τσιλίδα̤) μέσα στο τεράστιο τζάκι, όπου καίγονταν νύχτα-μέρα όγκοι από κούτσουρα βαλανιδιάς. Ακολουθούσε η σκληρά νηστεία των 40 ημερών. Το λάδι (ελαιόλαδο) δυστυχώς έλειπε- δεν έφτανε ως εκεί. Γινόταν προμήθεια μόνο για καντήλες αλλά και γι' αυτές πολλές φορές χρησιμοποιούσαμε σπορέλαια. Γι' αυτό, τα νερόβραστα φασόλια, οι πατάτες, τα λάχανα, το πλιγούρι, ήταν τα τρόφιμα που μας κρατούσαν στη ζωή ως τα Χριστούγεννα. Ήθη και Έθιμα Σεπτεμβρίου & Νοεμβρίου του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Ακ Δαγ
Τον Δεκέμβριο τον λέγαμε «Χριστιανάρη», γιατί μας φέρνει τη γέννηση του Χριστού. Ο χειμώνας, όπως είπαμε, βαρύς. Με φτυάρια άνοιγαν δρόμο ως το Τσ̌άλ για να μπορέσουν τα ποίμνια, προπάντων τα γίδια, να φάνε λίγα βλαστάρια βαλανιδιάς ή χλωρά φύλλα από τα πεύκα. Την παραμονή των Χριστουγέννων βγάζαμε ένα-δύο κιούπια τυρί και τα ετοιμάζαμε για την επομένη. Με το ηλιοβασίλεμα ακούγονταν οι φωνές των παιδιών: «Καλήν εσπέραν άρχοντες...». Δεν χρειαζόταν να ρωτήσουν πρώτα «να τα πούμε;». Το έθιμο ήταν ιερό και υποχρεωτικό για κάθε οικοδεσπότη. Η αμοιβή ήταν ένα-δυό γρόσια, τυρί, ή και τα δυό. Σχεδόν συγχρόνως έφταναν και τα κοπάδια. Τα βελάσματα, η μουσική των κουδουνιών, αναμιγνύονταν με τις φωνούλες των παιδιών και έδιναν ένα ιδιαίτερο τόνο στη βραδιά, με το προμήνυμα της γεννήσεως του Σωτήρος. Γι' αυτό και η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη. Κατά τις 4 το πρωϊ, νύχτα ακόμη, ο παπα-Θωμάς, ο Θεός να τον συγχωρέσει, χτυπούσε το σήμαντρο. Από τους γύρω λόγκους οι κάτοικοι των άλλων συνοικισμών κατέβαιναν τυλιγμένοι σε πλεχτά μάλλινα, ενώ οι Γεντί Σεϊλήδες, από το ελληνοτουρκικό χωριό, ανέβαιναν τον ανήφορο πάνω στο κρυσταλλιασμένο χιόνι. Οι ευλαβείς χριστιανοί, αφού τίναζαν τα ρούχα, τα παπούτσια τους από τα χιόνια. έμπαιναν ασκεπείς στην εκκλησούλα, άναβαν το χεράκι κι ανέβαιναν στα στασίδια των και παρακολουθούσαν ευλαβικά την θεία λειτουργία. Στο τέλος της λειτουργίας όλοι κοινωνούσαν. Ξημέρωνε πια, ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα όταν γινόταν η απόλυση. Εγώ τουλάχιστον, γαλοπούλα είδα στην Άγκυρα. Μα και το κρέας ήταν λιγοστό, παρά τα πολλά ποίμνια που είχαμε. Τα φαγητά ήταν, ως επί το πλείστον, γαλακτερά. Πρώτα-πρώτα η τανωμένη σούπα (τανωμένον σ̌ουρβάν). Ήταν ένα ρόφημα κυρίως πρωϊνό. Παρασκευαζόταν με αποφλοιωμένο σιράρι χοντροκομμένο και καλοβρασμένο. Με το ζουμί του λειώνανε υλιστόν (το διϋλιστόν), δηλ. γιαούρτι σακούλας άπαχο και γινόταν ένα κάτασπρο ρευστό υπόξυνο. Μετά έκαιγαν βούτυρο νωπό, αγνό, ή και αλατισμένο (άλλου είδους μαγειρικό λίπος δεν γνωρίζαμε) με δυόσμο και το έριχναν στη σούπα. Η κνίσα του βουτύρου και δυόσμου αρωμάτιζε την ατμόσφαιρα. Κατά τον ίδιο τρόπο εξακολουθούν να την παρασκευάζουν και σήμερα. Ακολουθούσαν αυγά τηγανιτά, ξύγαλαν (γιαούρτι), τυρί και το πιλάφι από κατακίτρινο πλιγούρι, αρτυμένο με το ίδιο αγνό βούτυρο. Ήταν ελαφρά φαγητά, γι' αυτό και δεν ενοχλούσαν στο στομάχι έπειτα από 40 ημερών βαριά νηστεία. Η γιορτή ήταν τριήμερη. Άλλωστε όλο το χειμώνα δουλειές βαριές δεν υπήρχαν. Τις μέρες των Χριστουγέννων η ασχολία γινόταν μόνο τη μέρα. Τα βράδια του Δωδεκαήμερου ήταν «αργία».
Τον Ιανουάριο τον λέγαμε «Καλαντάρη». Την παραμονή της πρωτο χρονιάς με το ηλιοβασίλεμα πάλι ακούγονταν τα παιδιά, ψάλλανε τα κάλαντα. Εκτός από τα συνηθισμένα κάλαντα ψάλλανε και το παρακάτω εξάστιχο: «Δώρα δίδει η βασιλεία δώρα δίδει ή ευτυχία. Δώρα δότε, δώρα πάρτε καί Βασίλειον τιμάτε. Ζήτε, ζήτε κι ευτυχείτε καί τό έτος νά χαρήτε». Στο τέλος πρόσθεταν: «Κάλαντα καλούς καιρούς πάντα και τη χρονίας». Η πίττα ψηνόταν πάλι στην ανθρακιά, την κόβαμε και τρώγαμε νωρίς το βράδυ και πέφταμε για ύπνο. Δεν περιμέναμε την 12ην, γιατί για μας η Νέα Χρονιά άρχιζε το πρωί με τη σήμανση του σήμαντρου του Ιερού Ναού. Το πρωί κατά τη θεία λειτουργία το εκκλησίασμα ενθουσιαζόταν και συν-έψαλλε, όταν άρχιζε ο ψάλτης το ειδικό Μεγαλυνάριο του Αγίου Βασιλείου: «Τόν Ούρανοφάντορα του Χριστού, μύστην του Δεσπότου» (Άλλωστε η περιοχή συνορεύει με τα ακραία σημεία της Καππαδοκίας). Ήθη και Έθιμα Δεκεμβρίου & Ιανουαρίου του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Ακ Δαγ. Τυχερά παιγνίδια δεν παίζονταν, εγώ τουλάχιστον στο χωριό μου το Άταλαν δεν είδα, ούτε άκουσα. Αλλ' εκείνο που έδινε ιδιαίτερο τόνο στην βραδιά της πρωτοχρονιάς και μου άρεζε σαν παιδί, ήταν το καρναβάλι. Κάτι τέτοιο γίνεται σε πολλές πόλεις και χωριά της Μακεδονίας. Αυτό το καρναβάλι είχε ένα μόνιμο τύπο, η νύφη, ο αράπης με τα κουδούνια και τις προβιές, η ακολουθία του με όργανα και τύμπανα. Μεσάνυχτα γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και εκτελούσαν το πρόγραμμα, δηλ. χόρευαν, έκαμναν κωμικές κινήσεις, πείραζαν ο ένας τον άλλον ή και τους νοικοκυραίους του σπιτιού. Στο τέλος «σκότωναν» τον αράπη, που έπεφτε στη μέση ανάσκελα βροντώντας τα κουδούνια και βγάζοντας κραυγή πόνου. Η νύφη πήγαινε, σήκωνε το ένα χέρι, το άφηνε κι έπεφτε ξερό. Το ίδιο και τ' άλλο, και τα πόδια. Τότε γύριζε την λεκάνη της στο πρόσωπό του και του άφηνε μια ομοβροντία και τότε ζωντάνευε κι ανασηκωνόταν υπό τα ζωηρά χειροκροτήματα και γέλια. Κι εδώ υπήρχε φιλοδώρημα ή σε χρήμα ή σε είδος. Το καρναβάλι αυτό είναι «Τα Μωμοέρια» του Πόντου. Κατά την παραμονή των Φώτων δεν είχαμε καμμιά εκδήλωση, εκτός από τον συνηθισμένο Αγιασμό και την αυστηρή νηστεία. Ανήμερα των Φώτων γινόταν ο καθιερωμένος αγιασμός μετά τη θεία λειτουργία. Μιλούμε για το μικρό χωριό Άταλαν. Ιδιαίτερα δεξαμενή ή σιντριβάνι δεν υπήρχε. Ο ιερεύς έριχνε τον Σταυρό μέσα σ' ένα μεγάλο δίλαβο χάλκινο λέβητα και σχεδόν όλοι μαζί o νέοι, με επίσης χάλκινα δοχεία, βουτούσαν ποιος να πάρει πρώτος Αγιασμό. Γινόταν τόσος θόρυβος από την σύγκρουση των χαλκωμάτων, ώστε τα μικρά παιδιά τρόμαζαν. Μετά το φαγητό, άνδρες και παιδιά, έπαιρναν τα χάλκινα δοχεία γεμάτα αγιασμό και ξεχύνονταν στα συνήθως σκεπασμένα από χιόνια τις ημέρες εκείνες αγροκτήματα. Τα ράντιζαν ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε...». Μια μικρή παρένθεση: Είπαμε παραπάνω «μετά το φαγητό». Λόγω του μεγάλου υψομέτρου, όλα τα γεύματα ήταν πλήρη. Δεν υπήρχε ρόφημα πρωϊνό, αλλά πλήρες γεύμα. Η κατσαρόλα τρεις φορές στηνόταν στην πυροστιά, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Από τη μέρα των Χριστουγέννων ως την Κυριακή της Τυρινής ήταν περίοδος καταλύσεως. Μέσα στον Ιανουάριο (Καλαντάρ') άλλη εκδήλωση δεν είχαμε παρά μόνο στην εορτή των Τριών Ιεραρχών. Η τριακοστή Ιανουαρίου ήταν για τον αλύτρωτο Ελληνισμό όχι μόνο χριστιανική, σχολική γιορτή, αλλά και εθνική. Το πρωί μετά την θεία λειτουργία ξεκινούσε το εκκλησίασμα με επί κεφαλής τον παπά, τους ψάλτες και τους μαθητές του σχολείου. Εδώ οι ψάλτες παραχωρούσαν τη θέση τους στους μαθητές που έψαλλαν τα απόστιχα του Εσπερινού: «Τά τής χάριτος όργανα, τάς κιθάρας του πνεύματος...» σε Τέταρτο ήχο. Μεγάλα παιδιά, έφηβοι, κρατούσαν την εικόνα των Τριών Ιεραρχών, τους άρτους, τα κόλλυβα. Η πομπή κατευθυνόταν στο σχολείο. Εκεί μετά το Τρισάγιο και τον πανηγυρικό της ημέρας γίνονταν εξετάσεις των μαθητών μπροστά στη Σχολική Εφορεία από λογίους, εγγραμμάτους, τον ιερέα ή κι από άλλους δασκάλους. Ακολουθούσε η απαγγελία ποιημάτων και σχολικών ασμάτων. Στο τέλος έψαλλαν το Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών. Στη διανομή των κολλύβων και άρτων περιφερόταν και δίσκος υπέρ του σχολικού ταμείου. Στα σχολεία του Καράπιρ και του Μαδέν έπεφταν όχι μόνο γρόσια και μετζήτια, αλλά και χρυσές λίρες και φλουριά.
 Ακ Δαγ Μαδέν 21 Απριλίου 1924. Η αυλή του σπιτιού της οικογένειας Κιουπτσίδη (Κιουπτσόγλου). Στο βάθος φαίνεται η βρύσηΤον Φεβρουάριο τον λέγαμε «Κούντουρο», ίσως επειδή είναι μήνας λειψός (με κοντή ουρά). Μέσα στον Κούντουρο ανοίγει οπωσδήποτε το Τριώδιο. Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου άρχιζε η κατανυκτική περίοδος. Καρναβάλια δεν γίνονταν. Νομίζω, ότι η εβδομάδα της Απόκρεω λε γόταν «της σειράς», γιατί επιτρεπόταν η κατάλυση και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Μετά την Κυριακή της Απόκρεω η κρεοφαγία απαγορευόταν. Την Κυριακή της Τυρινής γινόταν η αποκριά, όπως ακριβώς και κατά την Ι4ην Νοεμβρίου, μόνο με γαλακτερά. Την επομένη, Καθαρά Δευτέρα, άρχιζε η αυστηρή νηστεία. Έπλυναν τα οικιακά σκεύη, για να μη μείνη ούτε υπόνοια λίγδας, και άρχιζαν πάλι τα νερόβραστα. Αλλά το παράδοξο είναι τούτο: Κι αυτά τα νερόβραστα, το ξερό ψωμί ακόμα και το νερό τα στερούμασταν, ώσπου να διαβαστεί το Μέγα Απόδειπνον, την πρώτη εβδομάδα. Από το πρωϊ άρχιζε η αποχή από κάθε φαγώσιμο, δηλαδή γινόταν τρόπο την άσκηση στην πείνα. Μόλις κατά το δειλινό χτυπούσε το Σήμαντρο, οπότε όλοι σταματούσαν τις εργασίες τους. Ο ζευγάς ξέζευε τα βόδια του, άφηνε επιτόπου όλα τα εργαλεία εκτός από το ζυγοδεσίδι, μην το φάει καμιά αλεπού, ο κηπουρός άφηνε την σκαπάνη, η υφάντρα τον αργαλειό, η νοικοκυρά το σπίτι και έτρεχαν όλοι στην εκκλησία για να ακούσουν το Απόδειπνο. Άκουαν το «Κύριε των δυνάμεων», το «Άσπιλε Αμόλυντε», το «Πάντων προστατεύεις Αγαθή», Δευτέρα και Τετάρτη το «Σφαγή σου την άδικον Χριστέ», Τρίτη και Πέμπτη, και το «Την Ωραιότητα» στους χαιρετισμούς της Παρασκευής. Έπαιρναν αντίδωρο και έτρεχαν ανάμεσα στα σπίτι για το στρωμένο τραπέζι με τα νερόβραστα φασόλια, τις πατάτες, σούπες, την τρίμαν ή το Μαλέζ. Το βράδυ πριν από τον ύπνο έτρωγαν πάλι λίγο για να αντέξουν ως το δειλινό της επομένης. Με αγωνία περιμέναμε το Σαββατοκύριακο που ήταν εξαιρετέο και τρώγαμε όλη μέρα. Είναι απορίας άξιον, πώς αυτός ο καρτερικός χριστιανικός λαός με τη διπλή νηστεία και άσκηση κατόρθωνε να φτάσει ζωντανός ως το Πάσχα! Ήθη και Έθιμα Φεβρουαρίου του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Ακ Δαγ. Μερικοί λιποθυμούσαν και μάλιστα κατά την ώρα της εργασίας των. Πολλές φορές εμείς οι μικροί δεν αντέχαμε στον πειρασμό μπροστά στην σκάφη με τα αχνιστά καρβέλια και κρυφά κόβαμε καμμιά βουκιά χωρίς να φαίνεται σημάδι. Πολλοί θοδώριζαν, δηλαδή ενήστευαν τρεις μέρες συνέχεια, από το πρωί της Δευτέρας ως το βράδυ της Τετάρτης. Στον ύπνο τους έβλεπαν αχνιστά καρβέλια, αυγά τηγανιτά, νερά γάργαρα και νόμιζαν ότι αμαρτάνουν. Μετά το Απόδειπνο της Τετάρτης έτρωγαν και από το πρωί της Πέμπτης συνέχιζαν τη νηστεία ως το πρωί του Σαββάτου του Αγίου Θεοδώρου. Μετά τη Θεία Λειτουργία ολόκληρο το εκκλησίασμα κατευθυνόταν για το σπίτι του «Θοδωρίζοντος». Εκείνος παρέθετε πλήρες γεύμα από καθαρά νηστήσιμα φαγητά, λαγάνες και κομπόστες. Ο παπάς απηύθυνε πρώτα δέηση υπέρ υγείας, σωτηρίας του οικοδεσπότου και των συνδαιτυμόνων. Κατά τα μέσα Μαρτίου τα χιόνια πια έλειωναν κι οι γεωργοί άρχιζαν να οργώνουν και να σπέρνουν τα καλοκαιρινά τους. Τα κοπάδια κατελάμβαναν τις μεσημβρινές πλαγιές και ο κούκος στο Τσ̌αλ κι απέναντι στις κορυφές της Σαμάλας έσπαζε τη χειμωνιάτικη παγερή και άγρια σιωπή και το λάλημά του ήταν ένα προάγγελμα του ερχομού της άνοιξης.
Τον Απρίλιο το πράσινο σκέπαζε τα πάντα. Ο καιρός γλύκαινε πιά. Χιόνι φαινόταν μόνο στην κορυφή του Προφήτη Ηλία. Η Σαρακοστή βρισκόταν στο τέλος της. Στους κήπους τα κρεμμύδια, τα χορταρικά άγρια και ήμερα, τα καρδώματα (κάρδαμος) είχαν τιναχτεί αρκετά και μ' αυτά και με τσουκνίδες έκαμναν χορτόσουπες με αλεύρι και σκόρδο και πλούτιζαν κάπως τα γεύματά τους. Οι μέρες και οι δουλειές μεγάλωναν και η νηστεία γινόταν πιο δύσκολη. Κι όμως και οι ασθενείς ακόμα νήστευαν. Μία θεία μου είχε πυρετό και με την άδεια του παπά της έδωσαν να πιεί δροσιστικό αριάνι. Έκλεισε το στόμα της και δεν το δεχόταν. Τέλος άρπαξε το κύπελλο και το έριξε στο στήθος της. Το Σάββατο του Λαζάρου, παραμονή των Βαΐων, o παπάς έστελνε τα παιδιά στις ρεματιές και μάζευαν βάϊα. Έκοβαν τα λεπτά κλαδιά ενός είδους δέντρου σαν την ιτιά που μόλις είχε βγάλει τα μακρουλά κυλινδρικά σταχτιά λουλούδια σε διάταξη ιούλου. Ανήμερα των Βαϊων παιδιά 5-10 ετών κρατώντας καλάθια «βάιευαν», δηλαδή γύριζαν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν τα «Βάια» και μάζευαν αυγά, βρασμένο σιτάρι με βίκο και κουλούρια νηστήσιμα από εγχώριο αλεύρι. Ήταν ξεροψημένα και τα περνούσαν σε σπάγκο, σχημάτιζαν αρμαθιές και τα φορούσαν χιαστί σαν φυσεκλίκια και καμάρωναν. Πολλές φορές πήγαιναν και στα γειτονικά χωριά. Στο δρόμο έψαλλαν το «Η Ζωή εν τάφω». Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης έφερναν στην εκκλησία παξιμάδια από εγχώριο διπλοκοσκινισμένο αλεύρι. Ήταν μικρά φραντζολάκια με δυο χαρακιές, στη μέση, ώστε εύκολα κοβόταν σε τρία τεμάχια. Στο τέλος της λειτουργίας τα μοίραζαν. Έκαμναν κι ένα πρόσφορο με Σταυρό. Αυτό το ξήραιναν και την Πρωτομαγιά έριχναν στο γάλα κι έδιναν και στα ζώα. Στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ο παπάς ράντιζε τον Επιτάφιο με μανουσάκια δηλαδή μικρά κίτρινα υδροχαρή λουλούδια της οικογενείας των ιριδών, που ανθίζουν κοντά στα ευήλια ρυάκια. Η περιφορά του Επιταφίου γινόταν γύρω από την εκκλησία, άλλωστε o ναός ήταν σχεδόν στη μέση του χωριού και με τις λαμπάδες φωτίζονταν όλα γύρω. Μόλις η πομπή έμπαινε μέσα στο ναό, πάλι απλωνόταν γύρω το άγριο σκοτάδι και μόνο λίγο φώς από τα μικρά παράθυρα του ναού φώτιζε το γύρω γρασίδι, ενώ ακουγόταν η φωνή του παπα-Θωμά, που διάβαζε το Ευαγγέλιο: «Τή επαύριον, ήτις εστί μετά τήν Παρασκευήν...» και γινόταν απόλυση. Πολλοί έπρεπε να βαδίσουν δύο και τρία χιλιόμετρα για να φτάσουν στα σπίτια τους στα γύρο χωριά Αβραμάντων, Γετερέντων και Παράγλαν. Η πίστη και η αφοσίωση των απλοϊκών ανθρώπων στα ήθη και έθιμα και στις παραδόσεις τους όπλιζε με δύναμη, να υφίστανται την ταλαιπωρία, για να παρακολουθήσουν τις Ακολουθίες των Νυμφίων και των Παθών του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού. Το Μεγάλο Σάββατο γίνονταν οι προετοιμασίες. Δεν γνωρίζω γιατί επικράτησε η συνήθεια να βάφομε τα αυγά το Μεγάλο Σάββατο, και μάλιστα τα βάφαμε με πολλά χρώματα, κόκκινα, κίτρινα, γαλάζια, πράσινα και πλουμιστά με σχέδια. Αυτά τα λέγαμε τουρνίκες. Από τα μέσα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής διαλέγαμε τα γερά αυγά και τα βάφαμε χωριστά. Μερικοί φανατικοί στο τσούγκρισμα καθίζανε τζιχτζιρά̤νο, δηλαδή άνοιγαν τη χόβολη, έστρωναν πάνω στην πυρωμένη πλάκα στάχτη κι αράδιαζαν τα αυγά, 3-4 με τη μύτη προς τα κάτω. Τα σκέπαζαν μ' ένα κιούπι και πάνω έριχναν την χόβολη (τα αναμμένα κάρβουνα). Σε είκοσι τέσσερες ώρες το υλικό του αυγού κατακαθόταν στη μύτη, ξηραίνονταν και κολλούσε στο φλοιό σαν πίσσα, γινόταν ένα σώμα, όπως κι αν το κυλούσαμε γύριζε και στεκόταν στη μύτη. Όταν τσουγκρίζαμε ακουγόταν σαν το κέλυφος του κοχλίου. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου κοιμόμασταν νωρίς και προπάντων αυτοί που θα κοινωνούσαν. Μεσάνυκτα 2-3 η ώρα χτυπούσαν οι καμπάνες, ενώ στο χωριό μου το σήμαντρο. Κύματα-κύματα έρχονταν από τους γειτονικούς οικισμούς, Γετερέντων, Αβραμάντων, Παραγλάντων, με τις λαμπάδες στο χέρι. Συγχρόνως έφταναν κι οι Χριστιανοί από το ανάμικτο ελληνοτουρκικό χωριό Γετή-Σεϊλή. Όλοι κρατούσαν μαζί τους 1-2 αυγά (ωβά) για να αγιασθούν κατά την Θεία Λειτουργία. Όταν βγαίναμε έξω για την Ανάσταση κι ο παπάς μετά το εωθινό Ευαγγέλιο άρχιζε να ψάλλει το «Χριστός Ανέστη», μερικοί νέοι πυροβολούσαν με κουμπούρες, γκράδες και μάλιγχερ. Σειόταν όλο το χωριό κι αντιλαλούσαν τα φαράγγια μέχρι κάτω στο τουρκικό χωριό. Μετά όλοι οι χωριανοί έμπαιναν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν τον Αναστάσιμο Όρθρο και την Θεία Λειτουργία. Κανείς δεν έφευγε. Η απόλυση γινόταν πάντοτε την αυγή, πριν ανατείλει ο ήλιος. Οι ηλικιωμένοι έπαιρναν τους φιλοξενουμένους Γετή-Σεϊλήδες, φίλους, συγγενείς για το σπίτι. Το τραπέζι ήταν έτοιμο. Τα φαγητά ήταν εκείνα που παραθέταμε στη γιορτή των Χριστουγέννων. Άρχιζαν με την τανωμένη σούπα, τα τηγανιτά αυγά, κρέας βραστό, γιαούρτι και πιλάφι. Όλα με νωπό βούτυρο. Το σουβλιστό αρνί (οβελία) δεν το γνώρισα, γιατί ποτέ μικρό ζώο δεν έσφαζαν αλλά και χρήση οινοπνευματωδών ποτών δεν γινόταν. Οι νέοι με την απόλυση της εκκλησίας άρχιζαν το τσούγκρισμα των αυγών. Αυτό το θεωρούσαν καθήκον, ήταν μια άλλη ιεροτελεστία συνέχεια της τελετής Αναστάσεως. Όταν ο ένας έσπαζε το αυγό του άλλου του το έπαιρνε και ο ηττημένος το πρόσφερε αγογγύστως. Όμως το τσούγκρισμα είχε και τέχνη και τακτική. Αυτός π.χ. που καθόταν από κάτω, δηλ. κρατούσε το αυγό για να κτυπήσει ο άλλος, μειονεκτούσε, όμως προσεκτικά με τον δείκτη και αντίχειρα περιόριζε την επιφάνεια μόνο στην κορυφή. Ο άλλος από πάνω είχε το πλεονέκτημα της ορμής, του βάρους, αλλά ήταν δυνατόν να κτυπήσει πλάγια και όχι κάθετα, εις βάρος του. Ο ήλιος υψωνόταν ως δυο οργιές και μπροστά στην εκκλησία και στο σχολείο οι νέοι συνέχιζαν το τσούγκρισμα, στο οποίο έβγαινε και πρωταθλητής. Στα μεγάλα χωριά και προπάντων στο Μαδέν το τσούγκρισμα εξελίχθηκε σε ευγενές άθλημα μεταξύ των συνοικισμών. Κατά τις απογευματινές ώρες αναδεικνύονταν οι νικητές. Οι κάτοχοι των γερών αυγών πλαισιωμένοι από τους οπαδούς τους συναντώνταν κι έδιναν την τελευταία μάχη. Τότε ο νικητής τροπαιούχος με τους φίλους του πανηγύριζαν με βιολιά και πολλές φορές με φωνασκίες και ειρωνείες για τους αντιπάλους, έφταναν θριαμβευτικά στον μαχαλά τους. (Πληροφορία κ. Γ. Σαρασίτη). Θυμούμαι πολύ καλά στο Καράπιρ το πρωτάθλημα το έπαιρνε πάντοτε o γυιός του παπα-Παναγιώτη Ιωάννης Τσαουσίδης (Γιοβάνης). Είχαν μια κότα με το όνομα «Τσαμίνα», την πήραν από τη συμπεθέρα τους Τσαμίνα από το Σαχνά-Δερε. Παραδόξως τα αυγά της Τσαμίνας ήταν γερά. Μετά την απόλυση του Εσπερινού της Δευτέρας Αναστάσεως της Αγάπης, οι μεγάλοι σχημάτιζαν ομίλους 3-5 ατόμων κι έκαμναν επισκέψεις σ' όλα τα σπίτια. Ήταν οι επισκέψεις της Αγάπης. Σε κάθε σπίτι προσφερόταν ομελέτα, το λεγόμενο φούστορον, και γιαούρτι, ξύγαλαν. Κατά την αναχώρηση γινόταν με τον οικοδεσπότη ανταλλαγή τριών κόκκινων αυγών. Ήθη και Έθιμα Απριλίου & Πάσχα του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος Γεωργίου Κ. Φωτιάδη. Ο ένας άπλωνε το δεξί με τα τρία αυγά, ο άλλος τα έπαιρνε με το δεξί και με τ' αριστερό έδινε άλλα τρία. Αυτό συνεχιζόταν μ' όλους τους επισκέπτες. Ήταν ωραία η εικόνα κατά την ανταλλαγή των αυγών, τα χέρια χιαστί να κινούνται μπρος-πίσω και να μην πέφτει κάτω κανένα αυγό. Η επίσκεψη της Αγάπης συνεχιζόταν ως το βράδυ. Η προσφορά της ομελέτας, η ανταλλαγή των αυγών, η συζήτηση, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα χαράς. Ο εορτασμός του Πάσχα ήταν τριήμερος, συνεχίζονταν η αργία, η Θεία Λειτουργία, διάφορες εκδηλώσεις, το τσούγκρισμα και κύλισμα των αυγών, χοροί, παιγνίδια και κατά τη Δευτέρα και Τρίτη της Διακαινησίμου. Στα χωριά του αλυτρώτου Ελληνισμού, όπως και της μητροπολιτικής Ελλάδος κατά τις μεγάλες εαρινές γιορτές οι κάτοικοι έβγαιναν στον ανοιχτό υπαίθριο χώρο για να πανηγυρίσουν. Εκεί στα αλώνια, στα λιβάδια, χόρευαν με τη λύρα, με το τραγούδι ή έπαιζαν διάφορα ομαδικά παιγνίδια. Ένα απο αυτά που ουσιαστικά άρχιζε το Πάσχα και συνέχιζε όλο το καλοκαίρι είναι το αγωνιστικό παιγνίδι νιμέ ή νημέ με το οποίο και θα ασχοληθούμε άλλη φορά. Δεν μπόρεσα να βρω την ετυμολογία της λέξεως. Στο λεξικό του Ανθίμου Παπαδοπούλου δεν υπάρχει. Ίσως να προέρχεται από τη λέξη «νέμω» που σημαίνει μοιράζω, διανέμω, και «νέμομαι» που σημαίνει καρπούμαι, απολαμβάνω. Νομίζω εδώ έχει τη σημασία του τηρώ, φυλάγω, κυριαρχώ.
Οικογένεια Γεωργίου Κιουπτσίδη - Ακ Δαγ ΜαδένΗ αγωνιστική παιδιά (παιχνίδι) νιμέ ή νημέ.
1) Χώρος ανοικτός: αλώνια ή λιβάδι
2) Αριθμός παικτών: δύο ομάδες (κάθε ομάδα 5-10 παιδιά, αγόρια – κορίτσια)
3) Τακτική του παιγνιδιού.
Περιγραφή: Οι αρχηγοί, αφού διάλεγαν τα μέλη της ομάδος τους, έπιαναν τη θέση τους, αμυντική ή επιθετική. Εδώ την αμυντική ομάδα θα την ονομάσουμε (Α) και την επιθετική (Β). Τα μέλη της Α ομάδος έχουν την ιδιότητα (δύναμη) ακουμπώντας ένα μέλος της Β ομάδος να το θέσουν εκτός μάχης. Τα μέλη της Β ομάδος έχουν την ιδιότητα (δύναμη) περνώντας ανάμεσα από τους δύο παίκτες 1 και 2 της Α ομάδος να θέσουν εκτός μάχης τον 1 ή, αν περνούν ανάμεσα από τη φωλιά και των 1 και 2, να θέσουν εκτός μάχης και τους δύο ή, αν ένας από τους παίκτες της ομάδος Β πατήσει μέσα στη φωλιά πριν τον ακουμπήσει κανείς, τότε καίγονται όλοι της Α ομάδος και το παιγνίδι τελειώνει. Γίνεται αντίστροφη κατάληψη θέσεων και αρχίζει νέος αγώνας. Κατά την εξέλιξη του παιγνιδιού καίγονται και τίθενται εκτός μάχης παίκτες κι από τις δύο ομάδες. Αυτοί κάθονται μακριά έξω από τον αγωνιστικό χώρο κοντά στους θεατές κι από κει προβαίνουν σ' εκδηλώσεις υπέρ της ομάδος τους. Η ομάδα, που όλα τα μέλη της καίγονται, θεωρείται ηττημένη. Γίνεται πάλι αντίστροφη κατάληψη των θέσεων και αρχίζει νέος αγώνας. Τυχαίνει από την ομάδα Β να μείνει ένας τον οποίο καταδιώκουν πάντοτε δύο από την Α ομάδα. Θυμούμαι μια τέτοια περίπτωση που ο ένας κατόρθωσε με ελιγμούς να κάψει τους 4 της Α ομάδος που είχαν μείνει, και να χαρίσει τη νίκη στην ομάδα του. Τον αγώνα παρακολουθούσαν και ηλικιωμένοι, προπάντων γυναίκες. Η νιμέ δεν είχε τις συναρπαστικές φάσεις του ποδοσφαίρου ή της καλαθόσφαιρας. Όμως την εποχή εκείνη για τον ήσυχο χριστιανικό κόσμο της περιοχής ήταν, όπως κι άλλα ομαδικά παιγνίδια, μια ψυχαγωγία. Άλλωστε οι γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες δεν άφηναν περίσσιο χρόνο για διασκεδάσεις.  Νιμέ ή Νημέ, ένα διασκεδαστικό ομαδικό παιχνίδι των Ελλήνων στο Μεταλλείο Άκ Δάγ Μαδέν.
Το τσούγκρισμα βέβαια των αυγών δεν σταματούσε. Ακόμα και του Αγίου Γεωργίου συνεχιζόταν. Η Πεντηκοστή τα «Γόνατα», όπως τη λέγαμε, είχε δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η γνωστή γονυκλισία, που δημιουργούσε βαθιά κατάνυξη, κι η μετάβαση στα μνήματα. Μετά την απόλυση ολόκληρο το εκκλησίασμα με τον ιερέα και τους ψάλτες μετέβαινε στο νεκροταφείο. Εκεί κάθε οικογένεια έστηνε δίπλα στον τάφο προσφιλών προσώπων τον σουφρά, και στο λεπτό η οικοδέσποινα άναβε φωτιά και ετοίμαζε το φούστορον. Ο παπάς γύριζε από τάφο σε τάφο, έψελνε Τρισάγιο και μετά καθόταν ανά 2-3 οικογένειες σε κάθε τραπέζι κι έτρωγαν το φούστορον με το ξύγαλαν και εύχονταν στις ψυχές που επέστρεφαν στον άλλο κόσμο γαλήνη, ανάπαυση και αιωνία την μνήμη τους. Το καταπράσινο νεκροταφείο παρουσίαζε μια εικόνα σεμνής πανήγυρης, χωρίς άσματα και φωνασκίες. Μετά το πέρας του θρησκευτικού αυτού προγεύματος γύριζαν στα σπίτια των πολύ ικανοποιημένοι, γιατί είχαν εκπληρώσει ιερό χρέος στους νεκρούς τους. Θυμούμαι πολύ καλά την τελευταία Πεντηκοστή, την έζησα στο νεκροταφείο του Καράπιρ με τον παπα-Παναγιώτη και τον παπα-Θωμά. Αυτό το έθιμο στην Ελλάδα δεν το είδα, όμως κάτι παρόμοιο είδα στο νεκροταφείο των Σουρμένων Αττικής, όχι κατά την Πεντηκοστή, αλλά την Κυριακή του Θωμά, με πλούσια εδέσματα και ποτά.
Τον Μάϊο τον λέγαμε «Καλομηνά», ίσως γιατί είναι ο μήνας των βροχών και της πλούσιας βλάστησης, ειδών-ειδών λουλούδια αρωματίζανε τη φύση, γι' αυτό και το γάλα, το βούτυρο, το τυρί και το κρέας είχαν ιδιαίτερη γεύση και άρωμα. Την παραμονή της Πρωτομαγιάς τα παιδιά φορούσαν το «Σταυρό του Καλομηνά». Η περιοχή ήταν γεμάτη από αγριοτριανταφυλλιές, που την άνοιξη έβγαζαν νέα βλαστάρια (παραφυάδες) 2-3 μέτρα, λεία, χωρίς αγκάθια. Κόβαμε απ' αυτά τα βλαστάρια, τα ξεφλουδίζαμε σε λουρίδες και μ' αυτές πλέκαμε σταυρωτά ένα είδος κύβου και τον ράβαμε, τ' αγόρια πάνω στον ώμο και τα κορίτσια στο στήθος, και τον κρατούσαμε ως το τέλος του Καλομηνά. Με την ξεφλουδισμένη βίτσα λαλούσαμε τα κατσικάκια και τ' αρνάκια. Κατά τον Καλομηνά, τον Κερασινό (Ιούνιο) και τόν Χορτοθέρ' (Ιούλιο), το γάλα ήταν άφθονο. Το άρμεγμα γενικά ήταν αποκλειστικά γυναικεία δουλειά, οι άνδρες δεν άρμεγαν ποτέ. Το γάλα κουβαλιόταν σε μεγάλα δίλαβα καζάνια (χαλκά, τρανά και μικρά), το έβραζαν και το έπηζαν ξύγαλαν (γιαούρτι). Κάθε Σάββατο το χτυπούσαν μέσα σε μεγάλο ξύλινο δοχείο, το «ξυλάγγ'», κι έβγαζαν το βούτυρο. Από το υπόλοιπο, το «ταν» (αριάνι) ένα μέρος άφηναν για να το πιούν ως δροσιστικό, και το μεγαλύτερο μέρος, αφού το έβραζαν, το στράγγιζαν μέσα σε μεγάλα σακούλια και γινόταν το «πασκιτάν» για την τανωμένη σούπα. Την επομένη Κυριακή ή τη Δευτέρα αρκετό από το βούτυρο και υλιστό το μεταφέραμε στο Μαντέν προς πώληση. Ως επί το πλείστον μόνιμοι αγοραστές του εξαιρετικής ποιότητος βουτύρου του Φώτογλου ήταν οι Τρανοί, δηλαδή οι μεγαλέμποροι Κιουπτσίδης Γεώργιος, ο Νικολάφεντης, o Έξαρχος και άλλοι. Τακτικά πηγαίναμε και ξύλα με αμάξια κατά παραγγελία ή υποχρεωτικά στον στρατολόγο που απάλλαξε τον θείο Κώστα κατά την τελευταία στρατολογία. Μαζί με τα ξύλα και το ανάλογο βούτυρο και υλιστόν. Και στις δύο περιπτώσεις μου άρεζε να πηγαίνω μαζί με τον παππού μου ή τον θείο μου (ο Θεός να τους συγχωρέσει), γιατί στο γυρισμό αγοράζαμε καλοψημένες λαγάνες (λαβάσ̌ια), τις αλείφαμε με πετιμέζι της Ζήλες, κίτρινο και πηκτό σαν μέλι και τρώγοντας γυρίζαμε στο σπίτι με τα υποχρεωτικά ψώνια, δηλαδή πετρέλαιο, σαπούνι ή κανένα σιδερικό χρήσιμο για τη γεωργία ή σε οικοδομή. Λόγω του μεγάλου υψομέτρου της περιοχής τα σπαρτά ωρίμαζαν κατά τον Χορτοθέρ'. Ο θερισμός γινόταν με καγάνια (δρεπάνια) και ήταν, όπως και το άρμεγμα, γυναικεία δουλειά. Το θεωρούσαν ντροπή οι άνδρες να θερίζουν με καγάν'. Αν το σπαρτό ήταν πυκνό και ψηλό, τότε το θέριζαν οι άνδρες με το δρεπάνι το μεγάλο, δηλαδή την κόσα (αυτήν την κόσα λέγαμε δρεπάνι). Αν κατά την ώρα του θερισμού περνούσε από το χωράφι κανένας γνωστός, τότε η επί κεφαλής της ομάδας των θεριστριών σήκωνε μια χειροβολιά στάχυα και φώναζε: «Γιάννε, νά το δεμάτι σ'». Τότε ο διαβάτης πλησίαζε κι άφηνε ένα μικρό φιλοδώρημα στις θερίστριες. Αυτό βέβαια αργότερα ατόνησε και γινόταν μόνο τυπικά, και μάλλον τιμούσε το διερχόμενο πρόσωπο, όμως η σημασία του ήταν άλλη. Η προσφορά του μικρού φιλοδωρήματος ήταν μια αναγνώριση της σπουδαιότητας της εργασίας των θεριστών στη συγκομιδή του ευλογημένου από το Θεό σίτου, που τρέφει και δίνει ζωή στον άνθρωπο. Το θέρισμα κρατούσε όλο τον Ιούλιο καθώς και το κουβάλημα των δεματιών στ' αλώνια. Ήθη και Έθιμα Πάσχα - Πεντηκοστής - Μαϊου - Ιουνίου & Ιουλίου του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Ακ Δαγ.
Ο Αύγουστος ήταν ο μήνας του αλωνίσματος. Τα αλώνια ήταν όλα στη σειρά, παρακάτω από το χωριό. Το θέαμα ήταν από τα σπάνια. Μόνο ένας ζωγράφος μπορούσε να απαθανατίσει την εικόνα. Τεράστιες θημωνιές στη σειρά δεξιά κι αριστερά άφηναν το βορεινό κενό για να φυσά ο αέρας στο λίχνισμα, 4-5 ζευγάρια βουβάλια κι άλλα τόσα βόδια περιφέρονταν πάνω στα στάχυα οκνηρά, σέρνοντας το βαρύ «τουκάνι». Κίνηση μεγάλη, αγωνία, δουλειά σκληρή, ιδρώτας, σημάδια του γεωργού για την εξασφάλιση του άρτου. Στο λίχνισμα πάντα επιστατούσε ο εκπρόσωπος του κράτους για την είσπραξη της δεκάτης. Ο καρπός μετριόταν με το χ̌οινίκι (χοίνιξ) που είπαμε σε προηγούμενο σημείωμα. Το σιτάρι γινόταν κωνοειδής σωρός, σφραγιζόταν με μεγάλες ξύλινες σφραγίδες και έμενε εκεί μέχρι να έρθει ο αρμόδιος υπάλληλος. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η δεκάτη ήταν πολύ μεγάλη, σχεδόν η μισή παραγωγή και για να την αποφύγουμε, λιχνίζαμε και την νύχτα και κρύβαμε το σιτάρι. Την 15η Αυγούστου το Άταλαν πανηγύριζε γιατί, όπως είπαμε, o ιερός Ναός ετιμάτο στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Είχαμε διπλή χαρά γιατί τελείωνε η νηστεία, κι ερχόταν πολύς κόσμος στο πανηγύρι από άλλα χωριά, κυρίως από το χωριό Καράπιρ και από το Μαδέν. Αλλοίμονο αν η γιορτή τύχαινε Τετάρτη ή Παρασκευή. Στις δεκαπέντε μέρες της νηστείας ακόμα μία, και ανήμερα της Παναγίας θα τρώγαμε πάλι τα νερόβραστα. Η 29η Αυγούστου, η αποκεφάλιση του Προδρόμου, ήταν μέρα αυστηρής νηστείας και απαγορευόταν να πιάσουμε μαχαίρι. Το ψωμί το κομματιάζαμε με το χέρι και ό,τι άλλο ήταν να κοπή, το κόβαμε την προηγούμενη ημέρα.
Τμήμα των Κεντρικών Εκπαιδευτηρίων του Άκ Δάγ Μαδέν 1922 Αρχές του Σεπτεμβρίου ετοιμάζαμε το πλιγούρι. Η όλη διαδικασία ήταν η εξής: Πρώτα έπλυναν το σιτάρι για να φύγει το χώμα. Έπειτα το έβαζαν σε δίλαβα μεγάλα καζάνια κι έβραζε, το άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσει. Κατόπι το κοπάνιζαν για ν' αποφλοιωθεί. Το κοπάνισμα γινόταν μέσα στο ιγδίον (σην εγδίν), δηλαδή μεγάλο μαρμάρινο δοχείο, που χωρούσε 15-20 οκάδες σιτάρι. Το ιγδί ήταν στημένο στην αυλή μας, το μοναδικό στο Άταλαν. Έριχναν μέσα το σιτάρι, το έβρεχαν λίγο και με μεγάλους κοπάνους (τα κοπάλια) τέσσερες γυναίκες το χτυπούσαν ρυθμικά με τη σειρά. Πολλές φορές έπαιρναν μέρος και νέοι, και μπροστά στις κοπέλες έκαμναν επίδειξη δυνάμεως και αντοχής. Ήταν ωραίο θέαμα το κοπάνισμα του πλιγουριού, αλλά κουραστικό για εκείνους που δούλευαν. Μετά την αποφλοίωση και το στέγνωμα γινόταν το λίχνισμα για να φύγει το πίτουρο. Κατόπι το καθάριζαν σχολαστικά να μη μείνει κανένα πετράδι, κι αργότερα το άλεσμα με χειρομύλους (χ̌ερομύλι͜α) σπιτικά, συνήθως τα βράδια, ομαδικά και με τραγούδια. Και πάλι λιχνιζόταν για να φύγει και το τελευταίο πίτουρο και με το κοσκίνισμα χωρίζονταν το κρυσταλλικό πλιγούρι από το ψιλό σιμιγδάλι. Αυτό το πλιγούρι μόνο σε ποντιακά χωριά μπορεί να βρεθεί, πουθενά αλλού. Ακριβώς η ίδια διαδικασία και τρόπος γινόταν για το άβραστο σιτάρι από το οποίο φτιάχναμε το κορκότο για την τανωμένη σούπα. Ήθη και Έθιμα Αυγούστου & Σεπτεμβρίου & Οκτωβρίου του Ακ Δαγ του Γεωργίου Κ. Φωτιάδη
Κατά τον Σταυρίτεν και Τρυγομηνάν (Οκτώβριο) το γάλα λιγόστευε, πύκνωνε λόγω του ξηρού πια χόρτου κι απ' αυτό έπηζαν τα τυριά, που τα εναποθήκευαν μέσα σε μεγάλα κιούπια και τα έστηναν αναποδογυρισμένα στο κελάρι με το στόμιο δέκα εκατοστά μέσα στο χώμα. Τα κελάρια ήταν τρόπον τινά ψυγεία. Γενικά τον Σταυρίτεν-Τρυγομηνάν γινόταν η εναποθήκευση του καρπού και χορτονομής, καυσόξυλων, δαδιού και κλάδων βαλανιδιάς με πλούσιο φύλλωμα. Αυτά τα κλαδιά τα έστηναν σε θημωνιές για τα ποίμνια. Τον χειμώνα πριν βγει το κοπάδι αράδιαζαν στους φράχτες τέτοια φυλλώματα βαλανιδιάς (ξερά βέβαια αλλά πράσινα), τα ράντιζαν με αλατόνερο και κατόπιν άφηναν το κοπάδι. Δεν έμενε ούτε ένα φύλλο. Τα γυμνά ξερά κλαδιά γίνονταν άριστα προσανάμματα και καυσόξυλα. Ακ Δάγ Μαδέν (AkDagMadeni) - Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός

Ήθη και έθιμα των μηνών του έτους στο Ελληνικό Μεταλλείο του Ακ Δαγ. Πηγή: Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Ακ Δαγ - Γαλατικός Πόντος, του Γεωργίου Κ. Φωτιάδη 

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ