• Home
  • Λαογραφία
  • Δεκαπενταύγουστος στην Παναγία Γουμερά - Η πιο δημοφιλής πανήγυρις στον Πόντο – Από τα θρησκευτικά έθιμα – Παντελή Η. Μελανοφρύδη

Δεκαπενταύγουστος στην Παναγία Γουμερά - Η πιο δημοφιλής πανήγυρις στον Πόντο – Από τα θρησκευτικά έθιμα – Παντελή Η. Μελανοφρύδη

Παναγία Γουμερά Πόντου Πανήγυρις με χορό και τραγούδιΔεν υπήρχε στον Πόντο πανηγύρι πιο λαοφιλές από αυτό της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, με εξαίρεση τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου.

Αληθινός συναγερμός των πιστών στις εκκλησίες και προπαντός στα πανηγύρια. Πραγματική κινητοποίηση του πληθυσμού: γλέντι, λύρα, χοροί, τραγούδια και πυροβολισμοί. Πανηγύρι στη Μονή Σουμελά, πανηγύρι στη Μονή Γουμερά, άλλο στη Γαράσαρη, άλλο στο Άκδαγ, άλλο αλλού. Τα πλήθη των πιστών, σε μεγάλες ή μικρές ομάδες, μετά από πεζοπορία πολλών ωρών —και κάποτε ημερών— έφταναν ως ευλαβικοί προσκυνητές των ιερών Ναών και κατέκλυζαν τα Μοναστήρια. Μια ελληνική παράδοση, της οποίας οι ρίζες φτάνουν ως τα Πύθια και τα Ολύμπια, και η συνέχειά της φτάνει μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν είναι μόνο η πίστη και η ευλάβεια που οδηγεί τα βήματα των πιστών στα πανηγύρια. Είναι η κοινωνική ανάγκη να σμίξουν στον ίδιο τόπο, να γνωριστούν, να συναντήσουν φίλους και παράλληλα να ξεφαντώσουν και να διασκεδάσουν. Δεν ξέρουμε ποια αρχαία γιορτή αντικατέστησε η Κοίμηση της Θεοτόκου που γιορτάζεται με τόσο θόρυβο. Πάντως συμβολίζει το τέλος του καλοκαιριού και της συγκομιδής, την χαρά του αγρότη για το τέλος της αγροτικής χρονιάς, την τελευταία προσπάθεια του λαού να χαρεί το καλοκαίρι. Ο χειμώνας πλησιάζει. Και συχνά ακούγεται η φράση: «Μπήκαμε στον Αύγουστο κι αγγίζω ήδη το χιόνι!».
15 Αυγούστου. Πόσες αναμνήσεις ξυπνά αυτή η ημερομηνία! Ποιος Πόντιος δεν θυμάται το πανηγύρι της πατρίδας του; Και πόσες ιστορίες δεν έχει να διηγηθεί. Νοσταλγός εκείνης της ωραίας εποχής, εκείνων των λαμπρών χριστιανικών και ελληνικών παραδόσεων, μεταφέρομαι με τα φτερά της φαντασίας στους αλησμόνητους εκείνους προπολεμικούς χρόνους και με βαριά καρδιά αναπολώ τόπους, ανθρώπους και γεγονότα.
Παραμονή της Παναγίας. Από το μεσημέρι οι εργασίες σταμάτησαν. Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το πανηγύρι. Η Αυλίανα, τα Σαρπίσκια, η Μαυρενά, η Σιμικλή, το Σαραντάρ, η Ματσερά, το Φιτανάντων, η Χόψα, η Γολή, η Κορόνιξα, το Αμπρικάντων, η Δέσμαινα, το Παλαιχώρι, το Ρυάκ, η Τσιμπρικά, η Κορκωτά, η Χαβίανα, η Τσολόχ̌αινα και τέλος τα κοντινότερα χωριά: η Άδυσσα, η Πιβερά, η Τσίτη, τα Ζοπολάντων, όλα ετοιμάζουν καραβάνια προσκυνητών. Οι τούρκοι της Παχτσάς και της Μουρτσανής, με πλήρη εξοπλισμό, με τις ωραίες ζίπκες, τη σπάθα (τα πάλας), την κουκούλα, με το ασημένιο φυλακτό (χαμαϊλί) και τις ασημένιες αλυσίδες του ρολογιού, λεβέντες και αρρενωποί, ξεκίνησαν. Περνούν από την Τσιμπρικά και χαρούμενοι φωνάζουν στους ντόπιους: «Κίρβα! [κουμπάρε] Ελάτε να πάμε στη γιορτή της Μαριάμ!»... Υπάρχει τίποτε ομορφότερο από το να βλέπεις τούρκους να καλούν Έλληνες να πάνε σε χριστιανικό πανηγύρι; Δεν υστερούν σε ενθουσιασμό και οι τούρκοι της Αρδάσης και της Ζερμούδας, που ξεκινούν πάνοπλοι με τα γιορτινά τους ρούχα, οι περισσότεροι καβάλα σε άλογα, φτάνοντας με πυκνούς πυροβολισμούς και ζητωκραυγές χαράς. Τα βουνά και τα φαράγγια αντηχούν από τους εκκωφαντικούς ήχους των μπαταριών, ενώ οι δρόμοι που οδηγούν στο Μοναστήρι γέμισαν προσκυνητές.
Δεν είναι μόνο χριστιανικό πανηγύρι! Είναι πανηγύρι καθαρά ποντιακό, όπου αδελφωμένοι Έλληνες και τούρκοι γιορτάζουν μαζί. Οι Έλληνες —οι ειδωλολάτρες του χθες— και οι τούρκοι —οι χριστιανοί του χθες— ξαναβρήκαν τη γιορτή των προγόνων τους, που την γιόρταζαν ποιος ξέρει από πότε, και συνεορτάζουν ευτυχισμένοι. Οι πρώτοι προσκυνητές έφτασαν ήδη στην Γουμερά. Οι διάφοροι μικροπωλητές έλαβαν τις θέσεις τους στο καθορισμένο μέρος και διαλαλούν την πραμάτεια τους. Όλα τα προϊόντα της εποχής, φρούτα και λαχανικά. Κοντά σε αυτά αρνιά, πρόβατα, βόδια. Παστίλιες και γλυκά από το Κάνι, φουντούκια από την Τρίπολη. Ο Κάνος ετοίμασε τα σύνεργά του: τσάι, καφέ, κεμπάπ. Ο Άνθιμος έστρωσε το εμπόρευμά του, όπου πρωταγωνιστεί το τσίπουρο (ρακή). Οι καλόγεροι, ασταμάτητοι, υποδέχονται τους ξένους και τους τακτοποιούν στα δωμάτια ανάλογα με το χωριό τους. Στον νάρθηκα της Εκκλησίας ο νεαρός γιατρός Θεοφύλακτος, ο παπά-Κωνσταντίνος κι εγώ πήραμε τις θέσεις μας για να γράφουμε τα ονόματα των προσκυνητών και να πουλάμε κεριά.
Η Ιερά και θαυματουργός εικόν της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζομένης του Γουμερά Με ευλάβεια και κατάνυξη οι προσκυνητές περνούν την εξώπορτα της Μονής. Οι άντρες: άλλοι με ευρωπαϊκά ρούχα, άλλοι με ζίπκες ή σαλβάρια, με ένα δισάκι στον ώμο για τα ψώνια. Οι γυναίκες, με την τοπική φορεσιά, τη λιπατέ ή την τσόχα, τη ζουπούνα, το πολύπτυχο σαλβάρι, την τάπλα με το χρυσό κουρσίν ή τη μεταξωτή μποχτσιάν. Γριές ευλαβικές που σταυροκοπιούνται συνέχεια, μεσήλικες νοικοκυρές περιστοιχισμένες από τα χαρούμενα παιδιά τους, νέες με λυγερές κορμοστασιές και ροδοκόκκινα πρόσωπα. Στο μεταξύ κατέφθασε ο Θόδωρος της Τεμιρτζή, ο περιβόητος Τοτόρος με την αθάνατη λύρα του, και κάτω από την καρυδιά της Μονής, στη μικρή πλατεία, στήθηκε ο πρώτος κύκλος χορού. Ο χορός Σέρρα (λάζικος) έχει την τιμητική του. Χορευτές γρήγοροι σαν τον άνεμο, με τις ρυθμικές και δυναμικές κινήσεις αυτού του χορού, κουνούν τα χέρια, χτυπούν το έδαφος με τα πόδια, αναπηδούν, τεντώνουν το σώμα, ενώ τα όπλα που τραντάζονται με τις κινήσεις τους βγάζουν έναν ιδιαίτερο ήχο που συναρπάζει και ενθουσιάζει τους θεατές. Ο Θόδωρος, ασταμάτητος, παίζει λύρα και τραγουδά: «Μπέν νέ ολσάμ κουκουλή χορόζ ολσάμ» δηλαδή «Τι να ήμουνα, τι να ήμουνα; Ας ήμουνα ένας φουντωτός κόκορας...» 
Του Σαλάχ, ο Μπαϊρακτάρης, πανύψηλος με τη ζίπκα του, ξεχωρίζει σαν ψηλό δρυς ανάμεσα στους χορευτές. Οι Ζερμουδίτες και οι Αρδασενοί, με εξαιρετικό κέφι, χορεύουν με όρεξη, ενώ γύρω τους ένας αρκετά ευρύς κύκλος θεατών παρακολουθεί. Σε λίγο καταφθάνουν κι άλλοι λυράρηδες. Ο Μίλτων από το Αγριδέν και ο Μήτον της Κιοχαγιάς, και οι δύο δεινοί παίκτες του δοξαριού, λεβέντες και οι δυο με τις καλύτερες ζίπκες της εποχής, με την κουκούλα να πέφτει κομψά στους ώμους και με τα απαραίτητα όπλα (μαρτίνια). Σχηματίζονται ομάδες χορευτών και το γλέντι ανάβει. Η μεγάλη καμπάνα της Μονής χτυπά και καλεί τα πλήθη στον Εσπερινό. Η Εκκλησία είναι αδιαχώρητη. Ο Ηλίας ο δάσκαλος (Ηλ. Μελανοφρύδης), με τη βροντερή και μελωδική φωνή του, αρχίζει να ψάλλει το «Ώ! του παραδόξου θαύματος!». Η προσέλευση των πιστών συνεχίζεται. Τα δωμάτια της Μονής γέμισαν και όσοι καθυστέρησαν βρίσκουν στέγη στον νάρθηκα, στα υπόστεγα και αλλού. Το γράψιμο των ονομάτων συνεχίζεται: «Γράψε εμένα, γράψε κι εκείνον, γράψε και τον νονό μου». Οι ανακρίσεις που ακολουθούν εξακριβώνουν το όνομα της βαφτιστικιάς και του νονού της. Αλλά το όνομα Εκείνου [του αγαπημένου της] είναι αδύνατον να δεχτεί να το πει η νεαρή Ποντία! Αφάνταστη σεμνότητα και αγνότητα ηθών! «Γράψε κι Εκείνον...» λέει. Και απευθυνόμενη στη συγχωριανή της, ψιθυρίζει: «Κυρά, πες του να γράψει το όνομα του ανιψιού σου». Τα κεριά από αγνό κερί, όπως αγνή και άδολη είναι η πίστη των χριστιανών, γέμισαν τα μανουάλια της Εκκλησίας. Το λιβάνι πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, και σαν ένα ακόμα πιο πολύτιμο λιβάνι, η πίστη —ειλικρινής και βαθιά— και η ευλάβεια απλώνονται παντού.
Το βράδυ οι μοναχοί στρώνουν τραπέζι για τους προσκυνητές. Το φαγητό είναι λιτό λόγω της νηστείας: ένα πιάτο στύπα (τουρσιά) από τεύτλα (σεύτελα), που φυλάσσουν από πέρυσι σε πήλινα δοχεία (πουλούλια) στα υπόγεια της Μονής. Όλη τη νύχτα οι χοροί συνεχίζονται. Χαρούμενες ομάδες διασχίζουν το πλήθος τραγουδώντας, ενώ άλλοι έστησαν χορό στον κοντινό λόφο. Ο Καρυδάς, γνωστός τύπος από τα Ζοπολάντων, κατάφερε να μαζέψει λίγους γύρω από τη φάλτσα λύρα του και τους διασκεδάζει περισσότερο με τις κωμικές του κινήσεις παρά με τη μουσική του. Όλο το Τορούλιον (Άρδασα) αντιπροσωπεύεται εκεί. Οι προσκυνητές φτάνουν τις χιλιάδες, ενώ αρκετές δεκάδες τούρκοι γιορτάζουν μαζί τους. Το πρωί, μετά τη λειτουργία, πάλι χοροί και εκδηλώσεις χαράς, και γύρω στο μεσημέρι οι προσκυνητές αφήνουν το πανηγύρι και επιστρέφουν στα σπίτια τους με την ίδια χαρά. Τα ίδια επαναλαμβάνονται σε μεγαλύτερη κλίμακα στη Σουμελά, στη Γαράσαρη, παντού όπου γιορτάζεται το Δεκαπενταύγουστο της Παναγίας. Η ίδια και ακόμα μεγαλύτερη κοσμοσυρροή στην Παναγία του Όλουχλη στο Καρς. Τα ίδια στη βυζαντινή Μονή του Μπαχτσή-Σαράϊ στην Κριμαία. Οι Πόντιοι μετέφεραν και στην Ρωσία τη γιορτινή τους διάθεση και δημιούργησαν κι εκεί πανηγύρια. Τι γίνονται σήμερα εκείνοι οι ευσεβείς προσκυνητές και οι πιστοί τηρητές των πατροπαράδοτων εθίμων; Ξέχασαν εύκολα εκείνα τα ωραία έθιμα, τις αλησμόνητες συγκεντρώσεις; Όχι βέβαια. Γίνεται προσπάθεια να αναβιώσει αυτό το ποντιακό πανηγύρι στη ρομαντική Καστανιά του Βερμίου, κοντά στο κρυστάλλινο, γάργαρο νερό που αναβλύζει άφθονο εκεί στην τοποθεσία της «Ζωοδόχου Πηγής», θυμίζοντας πολύ τα ποντιακά τοπία. Κάτω ο ορμητικός Αλιάκμονας, πέρα τα γεμάτα φαράγγια Πιέρια, ψηλά το πετρώδες Βέρμιο και μακριά ο Γερο-Όλυμπος κοιτάζει με αίσθημα απόλυτης ικανοποίησης από το ύψος τριών χιλιάδων χρόνων πολυκύμαντης ελληνικής ιστορίας. Δυστυχώς όμως δεν οργανώθηκε συστηματικά αυτό το πανηγύρι και περιμένει την αναβίωσή του από τους πιστούς Ποντίους. Και στον Πόντο, στην αλησμόνητη εκείνη τοποθεσία της Γουμεράς, τι γίνεται τώρα;
Απίστευτο — κι όμως αληθινό. Οι τούρκοι, ως ευλαβικοί τηρητές του χριστιανικού εθίμου, μαζεύονται πάλι στις 15 Αυγούστου στην Γουμερά και ανάβουν κεριά στην εκκλησία!... Πόσο μας συγκινεί αυτή η τρυφερή ανάμνηση του παρελθόντος από τους αδελφούς τούρκους! Τα κεριά που ανάβουν στη Μεϊράμανα έχουν συμβολικό χαρακτήρα για εμάς. Είναι μια ανάμνηση της συμβίωσης με τους Έλληνες που ξεριζώθηκαν από εκεί, ανάμνηση παλιών ημερών, μιας ζωής ευτυχισμένης και ήρεμης. «Χαιρετίσματα σε εκείνες τις μέρες!». Αναμνήσεις φίλων, γνωστών, περιστατικών που έδεσαν τους δύο λαούς που ζούσαν μαζί, απόδοση τιμής στην Παρθένο Μαρία, αποχαιρετισμός του καλοκαιριού. Ποιος ξέρει αν, ανάβοντας το κερί μπροστά στις χριστιανικές εικόνες, δεν το κάνουν από ένστικτο, με την υποσυνείδητη σκέψη ότι αυτό έκαναν και οι πρόγονοί τους πριν έρθουν δύσκολοι καιροί και αλλάξουν πίστη. Και ποιος ξέρει ποια βαθιά ευχή κάνουν: να μας δουν κάποτε, νοσταλγούς της αγαπημένης πατρικής γης, να γιορτάσουμε πάλι μαζί τους, υπό καλύτερες συνθήκες, με αγάπη και ειλικρινή συναδέλφωση.
15 Αυγούστου. Η 15η Αυγούστου, η κατεξοχήν ποντιακή ημέρα, το σημαντικότερο και πιο λαϊκό πανηγύρι του τόπου μας, ας μας μαζέψει και πάλι γύρω από ένα εκκλησάκι κι εκεί ας χορέψουμε. Ο χορός μας θα είναι συνέχεια του χορού των ποντιακών πανηγυριών, ιερή ανάμνηση του παρελθόντος, ανάμνηση των ευτυχισμένων ημερών της ζωής μας, προτροπή προς τους νέους να συνεχίσουν ένα έθιμο χριστιανικό, ένα έθιμο κατεξοχήν ελληνικό.

Παντελής Ηλία Μελανοφρύδης ο διδάσκαλος εξ Αδύσσης Πόντου Το παραπάνω κείμενο το έχω αποδώσει στην δημοτική γλώσσα για την καλύτερη κατανόηση εκ μέρους των αναγνωστών. Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο σε πολυτονικό σύστημα της καθαρευούσης γλώσσας στην οποία είχε αρχικώς συνταχθεί από τον λαμπρό, επιφανή μας πατριώτη και δάσκαλο κ. Παντελή Μελανοφρύδη το 1937.

Δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν Πόντο πανήγυρις δημοφιλεστέρα ἀπὸ τὴν πανήγυριν τῆς Παναγίας τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ἐξαιρουμένης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Γεωργίου. Συναγερμὸς ἀληθινὸς τῶν πιστῶν εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς πανηγύρεις. Κινητοποίησις πραγματικὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ γλέντι καὶ λύρα καὶ χοροὶ καὶ τραγούδια καὶ πυροβολισμοί. Πανήγυρις στὴν Μονὴν Σουμελᾶ, πανήγυρις στὴν Μονὴν Γουμερᾶ, ἄλλη εἰς Γαράσαρην, ἄλλη εἰς Ἄκδαγ, ἄλλη ἀλλαχοῦ. Τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, κατὰ μεγάλας ἢ μικρὰς ὁμάδας, μετὰ πεζοπορίαν πολλῶν ὡρῶν καὶ ἐνίοτε ἡμερῶν, κατέφθανον εὐλαβεῖς προσκυνηταὶ τῶν σεπτῶν Ναῶν καὶ κατέκλυζαν τὰς Μονάς. Παράδοσις ἑλληνική, τῆς ὁποίας αἱ ρίζαι ἀνάγονται εἰς τὰ Πύθια καὶ Ὀλύμπια καὶ ἡ συνέχεια φθάνει μέχρι τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Δὲν εἶνε μόνον ἡ πίστις καὶ ἡ εὐλάβεια ἡ ὁδηγοῦσα τὸ βῆμα τῶν πιστῶν πρὸς τὰς πανηγύρεις. Εἶνε ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη τῆς συγκεντρώσεως ἐπὶ τὸ αὐτό, τῆς γνωριμίας, τῆς συναντήσεως φίλων, καὶ ἐκ παραλλήλου τὸ ξεφάντωμα, ἡ διασκέδασις.
Δὲν γνωρίζομεν ποίαν ἀρχαίαν ἑορτὴν ἀντικατέστησεν ἡ τόσον θορυβωδῶς ἑορταζομένη Κοίμησις τῆς Θεοτόκου. Πάντως συμβολίζει αὐτὴ τὸ τέλος τοῦ θέρους καὶ τῆς συγκομιδῆς, τὴν χαρὰν τοῦ γεωργοῦ διὰ τὸ τέλος τοῦ γεωργικοῦ ἔτους, τὴν τελευταίαν προσπάθειαν τοῦ λαοῦ νὰ χαρῇ τὸ καλοκαίρι. Ὁ χειμὼν πλησιάζει. Καὶ συχνὰ ἀκούεται τὸ «ἐπάτησαμ’ σὸν Αὔγουστον καὶ σὴ χιον’ μ’ τὴν ἄκραν!».
15 Αὐγούστου. Πόσας ἀναμνήσεις διαγείρει ἡ ἡμερομηνία αὐτή! Ποῖος Πόντιος δὲν ἐνθυμεῖται τὸ πανηγύρι τῆς πατρίδος του; Καὶ πόσα περιστατικὰ δὲν ἔχει νὰ διηγηθῇ...
Νοσταλγὸς τῆς ὡραίας ἐκείνης ἐποχῆς, τῶν λαμπρῶν ἐκείνων χριστιανικῶν καὶ ἑλληνοπρεπῶν παραδόσεων, μεταφέρομαι μὲ τὰ πτερὰ τῆς φαντασίας εἰς τοὺς ἀλησμονήτους ἐκείνους προπολεμικοὺς χρόνους καὶ βαρύθυμος ἀναπολῶ τόπους καὶ ἀνθρώπους καὶ γεγονότα...
Παραμονὴ τῆς Παναγίας. Ἀπὸ μεσημβρίας αἱ ἐργασίαι κατέπαυσαν. Ὅλοι ἑτοιμάζονται πυρετωδῶς διὰ τὴν πανήγυριν. Ἡ Αὐλίανα, τὰ Σαρπίσκια, τῇ Μαυρενᾶ, τῇ Σιμικλῆ, τὸ Σαραντάρ, ἡ Ματσερά, τῇ Φιτανάντων, ἡ Χόψα, τῇ Γολῇ, ἡ Κορόνιξα, τ’ Ἀμπρικάντων, ἡ Δέσμαινα, τὸ Παλαιχώρι, τῇ Ρυάκ, τῇ Τσιμπρικᾶ, τῇ Κορκωτᾶ, ἡ Χαδίανα, ἡ Τσολόχαινα καὶ τελευταῖον τὰ πλησιέστερα χωρία: ἡ Ἄδυσσα, ἡ Πιδερά, ἡ Τσίτη, τῇ Ζοπολάντων, ὅλα ἑτοιμάζουν καραβάνια προσκυνητῶν. Οἱ Τοῦρκοι τῆς Παχτσᾶς καὶ Μουρτσανῆ μὲ πλήρη ἐξοπλισμόν, μὲ τὰς ὡραίας ζίπκας, τὴν πάλαν, τὴν κουκούλαν, μὲ τὸ ἀσημένιο χαμαϊλὶ καὶ τὶς ἀσημένιες ἁλυσίδες τοῦ ὡρολογίου, εὐσταλεῖς καὶ ἀρρενωποί, ἐξεκίνησαν. Διέρχονται διὰ Τσιμπρικᾶ καὶ χαρούμενοι προσκαλοῦν τοὺς Τσιμπρικάντας «Κίρβα! χάϊτε κιτελίμ Μεϊρὰμ ἀναγιὰ!»... Ὑπάρχει τίποτε τὸ ὡραιότερον ἀπὸ τοῦ νὰ βλέπῃς τοὺς Τούρκους καλοῦντας Ἕλληνας νὰ πᾶνε σὲ χριστιανικὸ πανηγύρι! Δὲν ὑστεροῦν εἰς ἐνθουσιασμὸν οἱ Τοῦρκοι τῆς Ἀρδάσης καὶ τῆς Ζερμούδας ἐκκινοῦντες πάνοπλοι μὲ ἑορτασίμους ἐνδυμασίας, ἔφιπποι οἱ πλεῖστοι, καὶ μὲ πυκνοὺς πυροβολισμοὺς καὶ ἀλαλαγμοὺς χαρᾶς προσερχόμενοι. Τὰ βουνὰ καὶ αἱ χαράδραι ἀντηχοῦν τοὺς ἐκκωφαντικοὺς ἤχους τῶν πυροβολισμῶν, ἐνῷ οἱ πρὸς τὴν Μονὴν ἄγοντες δρόμοι ἐγέμισαν ἀπὸ προσκυνητάς. Δὲν εἶνε πανήγυρις μόνον χριστιανική! Εἶνε πανήγυρις καθαρῶς Ποντιακή, ὅπου ἀδελφωμένοι Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι συνεορτάζουν. Ἕλληνες—οἱ εἰδωλολάτραι τῆς χθές, Τοῦρκοι—οἱ χριστιανοὶ τῆς χθές, ἐπανεῦρον τὴν ἑορτὴν τῶν πατέρων των, ποὺ ἑώρταζαν ποιὸς ξεύρει ἀπὸ πότε, καὶ συνεορτάζουν εὐτυχεῖς... Οἱ πρῶτοι προσκυνηταὶ ἔφθασαν ἤδη εἰς Γουμεράν. Οἱ διάφοροι μικροπωληταὶ κατέλαβον ἤδη τὰς θέσεις των εἰς τὸ ὡρισμένον μέρος καὶ διαλαλοῦν τὰ ἐμπορεύματά των. Ὅλα τὰ προϊόντα τῆς ἐποχῆς, φροῦτα καὶ λαχανικά. Κοντὰ σ’ αὐτὰ ἀρνιά, πρόβατα, βόδια. Παστίλλες καὶ τούτια τοῦ Κανίου, λεπτοκάρυα τῆς Τριπόλεως. Ὁ Κάνος ἑτοίμασε τὰ σύνεργά του: τσάϊ, καφέ, κεπάπι. Ὁ Ἄνθιμος ἔστρωσε τὸ ἐμπόρευμά του, ὅπου προεξάρχει ἡ ρακή. Οἱ καλόγηροι ἀεκίνητοι ὑποδέχονται τοὺς ξένους καὶ τοὺς τοποθετοῦν εἰς τὰ δωμάτια κατὰ χωρία. Εἰς τὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας ὁ νεαρὸς ἀσκληπιάδης Θεοφύλακτος, ὁ Παπᾶ-Κωνσταντῖνος καὶ ὁ ὑποφαινόμενος κατέλαβον τὰς θέσεις των νὰ γράψουν ὀνόματα τῶν προσκυνητῶν καὶ νὰ πωλήσουν κηρία. Μὲ εὐλάβειαν καὶ κατάνυξιν δρασκελίζουν οἱ προσκυνηταὶ τὴν ἐξώθυραν τῆς Μονῆς. Οἱ ἄνδρες: ἄλλοι μὲ εὐρωπαϊκὴν ἐνδυμασίαν, ἄλλοι μὲ ζίπκας ἢ σαλβάρια, μὲ ἕνα δισάκκι εἰς τὸν ὦμον διὰ τὰ ψώνια. Αἱ γυναῖκες, μὲ τὴν ἐπιχώριον ἐνδυμασίαν, τὴν λιπατὲν ἢ τὴν τσόχαν, τὴν ζουπούναν, τὸ πολύπτυχον σαλβάρι, τὴν τάπλαν μὲ τὸ χρυσὸ κουρσὶν ἢ τὴν μεταξωτὴν μποχτσιάν. Γραῖαι εὐλαβεῖς σταυροκοπούμεναι διαρκῶς, μεσόκοποι νοικοκυραὶ περιστοιχιζόμεναι ἀπὸ τὰ χαρούμενα παιδιά των, νέες μὲ λυγερά κορμιὰ καὶ ροδοκόκκινα πρόσωπα...
Ἐν τῷ μεταξὺ κατέφθασεν ὁ Θόδωρον τῇ Τεμιρτζῆ, ὁ περιβόητος Τότορος μὲ τὴν ἀθάνατον λύραν του, καὶ κάτω ἀπὸ τὴν καρυδιὰ τῆς Μονῆς εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν, συνεκροτήθη ὁ πρῶτος κύκλος τῶν χορευτῶν. Ὁ χορὸς Σέρρα (λαζικόν) ἔχει τὴν τιμητικήν του. Ἀελλόποδες χορευταὶ μὲ τὰς ρυθμικὰς καὶ βιαίας κινήσεις τοῦ χοροῦ τούτου κινοῦν τὰς χεῖρας, κτυποῦν τὸ ἔδαφος μὲ τοὺς πόδας, ἀναπηδοῦν, συσποῦν τὰ μέλη, ἐνῷ τὰ ὅπλα ἀναπαλλόμενα μὲ τὰς κινήσεις τῶν χορευτῶν παράγουν ἰδιάζουσαν κλαγγὴν ποὺ συναρπάζει καὶ ἐνθουσιάζει τοὺς θεατάς. Ὁ Θόδωρος ἀεικίνητος παίζει τὴν λύραν καὶ τραγουδεῖ.
«Μπὲν νὲ ὀλσὰμ, νὲ ὀλσὰμ κουκουλή χορὸζ ὀλσάμ...»
Τῇ Σαλάχ, ὁ Μπαϊρακτάρης πανύψηλος μὲ τὰς ζίπκας του, ὡς δρῦς ὑψικάρηνος διακρίνεται μεταξὺ τῶν χορευτῶν. Οἱ Ζερμουδίται καὶ Ἀρδασενοὶ ἐξαιρετικῶς εὐδιάθετοι χορεύουν μὲ ὄρεξιν, ἐνῷ πέριξ ἀρκετὰ εὐρὺς κύκλος θεατῶν παρακολουθεῖ. Κατ’ ὀλίγον προσέρχονται καὶ ἄλλοι λυριτζῆδες. Ὁ Μίλτων Ἀγριδενὸν καὶ ὁ Μῆτον τῇ Κιοχαγιᾶ, καὶ οἱ δύο δεινοὶ χειρισταὶ τοῦ τοξαριοῦ, λεβέντες καὶ οἱ δύο μὲ ζίπκας τῆς ὥρας λίπισχαδας, μὲ κουκούλαν ἐπιχαρίτως πίπτουσαν ἐπὶ τῶν ὤμων, μὲ τὰ ἀπαραίτητα μαρτίνια. Σχηματίζονται ὁμάδες χορευτῶν καὶ τὸ γλέντι ἀνάβει. Ἡ μεγάλη καμπάνα τῆς Μονῆς κτυπᾶ καὶ προσκαλεῖ τὰ πλήθη εἰς τὸν Ἑσπερινόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσφυκτικῶς γεμάτη. Ὁ Λίας ὁ δάσκαλον (Μελανοφρύδης Ἠλ.) μὲ τὴν βροντώδη καὶ μελωδικὴν φωνήν του ἀρχίζει νὰ ψάλλῃ τὸ «Ὦ! τοῦ παραδόξου θαύματος!». Καὶ ἡ προσέλευσις πιστῶν ἐξακολουθεῖ. Τὰ δωμάτια τῆς Μονῆς ἐγέμισαν καὶ οἱ καθυστερήσαντες στεγάζονται εἰς τὸν νάρθηκα, εἰς τὰ ὑπόστεγα καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ γράψιμο τῶν ὀνομάτων ἐξακολουθεῖ. «Γράψον ἐμέν, γράψον κι ἐκεῖνον, γράψον καὶ τὸν δεξάμενόν μ’». Ἡ ἐπακολουθοῦσα ἀνάκρισις ἐξακριβώνει τὸ ὄνομα τῆς δηλούσης καὶ τοῦ δεξαμένου της. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα Ἐκείνου ἀδύνατον νὰ συγκατατεθῇ ἡ νεαρὰ Ποντία νὰ πῇ! Ερείπια Ιεράς Μονής Παναγίας Γουμερά στην Τσίτε της Άρδασας του ΠόντουἈφάνταστος σεμνότης καὶ ἁγνότης ἠθῶν! Γράψον κι’ Ἐκεῖνον... Τὸ πολὺ ἀποτεινομένη εἰς συγχωριανήν της λέγει: «Κυρά, ’πὲ ᾶς γράφτ’ τ’ ὄνομαν τ’ ἀνεψιοῦ σ’». Αἱ λαμπάδες ἀπὸ ἁγνὸ κερί, ὅπως ἁγνὴ καὶ ἄδολος εἶναι ἡ πίστις τῶν χριστιανῶν, ἐγέμισαν τὰ μανουάλια τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ λιβάνι πληροῖ τὴν ἀτμόσφαιραν, καὶ ὡς ἄλλο τιμιώτερον λιβάνι ἡ πίστις, ἡ ἀνυπόκριτος, ἡ βαθεῖα, καὶ ἡ εὐλάβεια διαχύνονται παντοῦ.
Τὴν ἑσπέραν οἱ μοναχοὶ παραθέτουν τράπεζαν εἰς τοὺς προσκυνητάς. Εἶνε λιτὸν τὸ φαγητὸν λόγῳ τῆς νηστείας. Ἕνα πιάτο στῦπα (τουρσιά) ἀπὸ τεῦτλα (σεύτελα), ποὺ φυλάττουν ἀπὸ πέρυσι ἐντὸς πηλίνων δοχείων (πουλούλια) εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Μονῆς. Ὁλόκληρον τὴν νύχτα οἱ χοροὶ ἐξακολουθοῦν. Ὁμάδες εὔθυμοι διασχίζουν μὲ τραγούδια τὸ πλῆθος καὶ ἄλλοι ἔστησαν χορὸν ἐπὶ τοῦ πλησίον λοφίσκου. Ὁ Καρυδᾶς, τύπος γνωστὸς ἐκ Ζοπολάντων, κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ ὀλίγους πέριξ εἰς τὴν παράφωνον λύραν του καὶ τοῦς διασκεδάζει περισσότερον μὲ τὰς κωμικὰς κινήσεις του παρὰ μὲ τὴν μουσικήν. Τὸ Τορτύλιον ὁλόκληρον ἀντιπροσωπεύεται ἐκεῖ. Εἰς χιλιάδας ἀνέρχονται οἱ προσκυνηταὶ καὶ ἀρκεταὶ δεκάδες Τούρκων συνεορτάζουν.
Τὸ πρωῒ μετὰ τὴν λειτουργίαν πάλιν χοροὶ καὶ διαχύσεις καὶ περὶ τὴν μεσημβρίαν οἱ προσκυνηταὶ ἀφίνουν τὸ πανηγύρι καὶ ἐπιστρέφουν εἰς τὰ ἴδια μὲ τὴν ἴδια χαράν. Τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται εἰς εὐρυτέραν κλίμακα εἰς Σουμελᾶν, εἰς Γαράσαρην, παντοῦ, ὅπου ἑορτάζεται «τὸ Δεκαπενταύγουστων τῆς Παναγίας». Ἡ αὐτὴ καὶ μεγαλύτερα συρροὴ κόσμου εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Ὀλουχλῆ τοῦ Κάρς. Τὰ ἴδια εἰς τὴν βυζαντινὴν Μονὴν τοῦ Μπαχτσῆ-σαράϊ (Κριμαίας). Οἱ Πόντιοι μετέφεραν καὶ εἰς Ρωσσίαν τὴν ἑορταστικὴν διάθεσίν των καὶ ἐδημιούργησαν καὶ ἐκεῖ πανηγύρεις... Τί γίνονται σήμερον οἱ εὐσεβεῖς ἐκεῖνοι προσκυνηταὶ καὶ εὐλαβεῖς τηρηταὶ τῶν πατρίων παραδόσεων; Ἐλησμόνησαν εὔκολα τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα ἔθιμα, τὰς ἀλησμονήτους συγκεντρώσεις; Ὄχι βέβαια. Γίνεται ἀπόπειρα ν’ ἀνασυσταθῇ ἡ Ποντιακὴ αὐτὴ πανήγυρις εἰς τὴν ρομαντικὴν Καστανιὰν τοῦ Βερμίου, κοντὰ στὸ κρυστάλλινο νερὸ ποὺ ἄφθονον καὶ γάργαρο ἀναβλύζει ἐκεῖ εἰς τὴν τοποθεσίαν τῆς «Ζωοδόχου πηγῆς» ἐνθυμίζουσαν πολὺ τὰ Ποντιακὰ τοπεῖα. Κάτω ὁ ὁρμητικὸς Ἁλιάκμων, πέρα τὰ φαραγγοβριθῆ Πιέρια, ὑψηλὰ τὸ πετρῶδες Βέρμιον καὶ μακρυὰ ὁ Γέρο - Ὄλυμπος μὲ αἴσθημα ὑπερτάτης ἱκανοποιήσεως κυττάζει ἐκ τοῦ ὕψους του, ἐκ τοῦ ὕψους τριῶν χιλιετηρίδων πολυκυμάντου ἑλληνικῆς ἱστορίας... Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐσυστηματοποιήθη ἡ πανήγυρις αὐτὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ζηλωτὰς τῶν πατρίων Ποντίους ἀναμένει τὴν ἀνασύστασιν αὐτῆς.
Καὶ εἰς τὸν Πόντον, εἰς τὴν ἀλησμόνητον ἐκείνην τοποθεσίαν τῆς Γουμερᾶς, τί γίνεται τώρα; Ἀπίστευτον—ἀλλ’ ἀληθές. Οἱ Τοῦρκοι, εὐλαβεῖς τηρηταὶ τοῦ χριστιανικοῦ ἐθίμου, συνέρχονται πάλιν κατὰ τὴν 15ην Αὐγούστου εἰς Γουμερᾶν καὶ ἀνάβουν κηρία εἰς τὴν ἐκκλησίαν!... Πόσον μᾶς συγκινεῖ ἡ συγκινητικὴ αὐτὴ ἀνάμνησις τοῦ παρελθόντος ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν Τούρκων! Τὰ κηρία ποὺ ἀνάβουν εἰς τὴν Μεϊράμαναν ἔχουν συμβολικὸν δι’ ἡμᾶς χαρακτῆρα. Εἶνε μία ἀνάμνησις τῆς συμβιώσεως μετὰ τῶν ἀπομακρυνθέντων ἐκεῖθεν Ἑλλήνων, ἀνάμνησις ἡμερῶν ἀρχαίων, βίου εὐτυχοῦς καὶ ἀδιαταράκτου. «Σελὰμ ὀλσοὺν ὀ κιουνλερέ!» Ἀνάμνησις φίλων, γνωστῶν, περιστατικῶν ποὺ συνέδεσαν τοὺς συνοίκους λαούς, ἀπόδοσις τιμῆς πρὸς τὴν Παρθένον Μαρίαν, ἀποχαιρετισμὸς τοῦ καλοκαιριοῦ... Τίς οἶδεν ἂν ἀνάβοντες τὸ κερὶ μπροστὰ στὶς χριστιανικὲς εἰκόνες δὲν τὸ κάμνουν ἐξ ἀταβισμοῦ μὲ τὴν ὑποσυνείδητον σκέψιν ὅτι αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ πρόγονοί των πρὶν ἔλθουν χρόνοι δύσκολοι καὶ ἀλλαξοπιστήσουν. Καὶ τίς οἶδε ποίαν ὑποκάρδιον εὐχὴν ἐκφέρουν, νὰ μᾶς ἴδουν ποτέ, νοσταλγοὺς τῆς ἀγαπημένης πατρικῆς γῆς, νὰ συνεορτάσωμεν πάλιν μαζί τους, ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, μὲ ἀγάπην καὶ εἰλικρινῆ συναδέλφωσιν. 

15 Αὐγούστου. Ἡ 15η Αὐγούστου, ἡ κατ’ ἐξοχὴν Ποντιακὴ ἡμέρα, ἡ σπουδαιοτέρα καὶ λαϊκωτέρα πανήγυρις τῶν μερῶν μας, ἄς μᾶς συναθροίσῃ καὶ πάλιν γύρω ἀπὸ ἕνα ἐκκλησάκι καὶ ἐκεῖ ἄς χορέψωμε... Ὁ χορός μας θὰ εἶνε συνέχεια τοῦ χοροῦ τῶν Ποντιακῶν πανηγύρεων, ἀνάμνησις ἱερὰ τῶν παρελθόντων, ἀνάμνησις τῶν εὐτυχεστέρων ἡμερῶν τοῦ βίου μας, προτροπὴ πρὸς τοὺς νέους νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἕνα ἔθιμον χριστιανικόν, ἔθιμον κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικόν.

Δεκαπενταύγουστος στην Παναγία Γουμερά - Η πιο δημοφιλής πανήγυρις στον Πόντο – Από τα θρησκευτικά έθιμα – Παντελή Η. Μελανοφρύδη – Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ