• Home
  • Λαογραφία
  • Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Δ-Μέρος. Στον Τάφο - Επιστροφή στο σπίτι - Το Πένθος

Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Δ-Μέρος. Στον Τάφο - Επιστροφή στο σπίτι - Το Πένθος

Η κηδεία του νεαρού Μιχάλη Ζουντουρίδη από την Τραπεζούντα που σκοτώθηκε τυχαία από τούρκο στρατιώτη κατά τη διάρκεια δεξίωσης στην Ελληνική Λέσχη προς τιμήν των Ελλήνων Αξιωματικών του αντιτορπιλλικού ΒΕΛΟΣ 1919Στον Τάφο. Η εκκίνηση για τα νεκροταφεία—τα ταφία—γινόταν πάντα πεζή. Η πομπή όσο βάδιζε μέσα στην πόλη προχωρούσε σιγά, επιτάχυνε δε το βήμα πέρα από τα τελευταία σπίτια.

Ο παπάς κοντά στον τάφο έψαλλε τη σχετική υστερινή ευχή· οι δικοί του κι οι συγγενείς προσκυνούσαν για τελευταία φορά με φωνές και οδυρμούς· οι νεκροθάφτες άλλαζαν το προσκέφαλο του πεθαμένου και του έβαζαν άλλο, με χώμα μέσα σε κέλυφος. Στο αναμεταξύ ο παπάς ετοίμαζε έναν σταυρό μικρό από κομμάτια κεριού και το τοποθετούσε στο στόμα του νεκρού. Σκέπαζαν έπειτα το φέρετρο και το κατέβαζαν με σχοινιά ή με τις ζώνες τους στον τάφο. Πρώτα ο παπάς, κι έπειτα όλοι όσοι είχαν συνοδέψει την κηδεία, έριχναν απαραίτητα από μια φτυαριά ή τουλάχιστον μια φούχτα χώμα στο μνήμα λέγοντας: Θεός σχωρέθ’-ατον! ή Αιωνία η μνήμη! Στο τέλος μοίραζαν τα κόλλυβα ή τα κουφέτα. Αν τα είχαν μοιράσει στην εκκλησία, προνοούσαν να έχουν και στα νεκροταφεία λαγάνες με ελιές και ούζο, ή παξιμάδια με κρασί και έδιναν σε όλους. Αν επρόκειτο για αυτοκτονία, δεν του γινόταν κηδεία, αλλά τον πήγαιναν κατευθείαν στα νεκροταφεία. Οι τάφοι ήταν συνήθως ιδιαίτεροι για τον καθένα. Πάντως προτιμούσαν να θάβουν κοντά εκεί και τους άλλους της ίδιας οικογένειας ή και στον ίδιο τάφο αν είχαν περάσει τρία χρόνια τουλάχιστον. Ωστόσο υπήρχαν και χτισμένοι οικογενειακοί τάφοι κι από παλιά ακόμα στην αυλή της εκκλησίας της Υπαπαντής, και λιγοστοί στον Άγιο Γεώργιο.
Επιστροφή στο σπίτι. Μετά τον ενταφιασμό επέστρεφαν στο σπίτι, όπου πήγαινε κι ο παπάς, διάβαζε τη σχετική ευχή και θύμιαζε. Σε όλους προσέφεραν ρακί και ψωμί ή λαγάνα με ελιά. Η ελιά—μαύρη πάντα κι όχι πράσινη—ήταν συμβολική για το πένθος. Πριν να πιουν, έχυναν λιγάκι στον δίσκο λέγοντας: Θεός σχωρέθ’-ατον ή Αιωνία η μνήμη ή Ζωή του λόγου σας· ή Άλλο κακό να μη δεικνύζ’ ο Θεόν· ή Ελαφρόν το χώμαν-ατ’· Ο Θεός σον παράδεισον ν’ αξιών’-ατον κ.τ.λ. Στα τελευταία χρόνια συνήθιζαν να προσφέρουν και κονιάκ και καφέ. Πίνοντας το κονιάκ πάλι έχυναν λιγάκι στον δίσκο. Σε λίγο οι ξένοι έφευγαν κι έμεναν μόνο οι στενοί φίλοι, συγγενείς και γείτονες. Ορισμένοι από αυτούς είχαν φροντίσει στο αναμεταξύ να φέρουν διάφορα φαγητά—επαῖναν σο χατήρ’. Τα φαγητά αυτά τα έλεγαν πικροφάγια. Στο τραπέζι την ημέρα αυτή δεν παρουσίαζαν φαγητό με κρέας. Τους δικούς του τους συντρόφευαν στο φαγητό κι εκείνοι που είχαν πάει τα φαγητά. Από κοντά κολλούσαν κι άλλοι, φτωχοί και γριές κυρίως, που κάθονταν και έτρωγαν σε άλλα δωμάτια από τα άφθονα φαγητά. Το βράδυ, αφού έτρωγαν πάλι κατά τον ίδιο τρόπο, έφευγαν οι ξένοι από νωρίς, για να αφήσουν τους δικούς του να αναπαυθούν από την ψυχική και σωματική κούραση και ταλαιπωρία. Γυναίκες ηλικιωμένες, φίλες ή γειτόνισσες, έμεναν και κοιμόντουσαν με τη χήρα που πενθούσε, εννιά μέρες τουλάχιστον, για να την παρηγορούν και να της κρατούν συντροφιά.
Ο αείμνηστος Κοτυωρίτης δάσκαλος μας κ. Άκογλους Ξενοφώντας (Ξένος Ξενίτας)Το Πένθος. Για τις γυναίκες που έχαναν τους άντρες τους, το πένθος ήταν πολύ αυστηρό, περισσότερο πάντως από όλες τις άλλες περιπτώσεις. Γενικώς το σπίτι έπαιρνε πένθιμη όψη: Κατέβαζαν τις κουρτίνες και έβαζαν μαύρες. Κατέβαζαν ταράφια, αναποδογύριζαν τις φωτογραφίες και τους καθρέφτες κ.τ.λ.—εξερμάτωναν τ’ οσπίτ’.
Απαγορευόταν να πάνε στο λουτρό—χαμάμι—και να λούζονται και στο σπίτι ακόμα, έναν χρόνο τουλάχιστον. Οι γυναίκες έκρυβαν το πρόσωπό τους σαν Τουρκάλες. Στα παλιότερα χρόνια έκοβαν και τα μαλλιά τους. Τελευταία περιορίζονταν μόνο να τα κρύβουν· δεν επιτρεπόταν να φαίνονται καθόλου. Όλοι οι δικοί του κι οι συγγενείς μαυροφορούσαν. Οι άντρες έβαζαν μαύρο πουκάμισο και για οικονομία στηθούρια μαύρα με μαύρο γιακά. Άφηναν τα γένια τους τουλάχιστον σαράντα μέρες. Στα τελευταία χρόνια συνήθιζαν να βάζουν μόνο μαύρο περιβραχιόνιο και γραβάτα μαύρη, όσοι φορούσαν. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου
Δεν επιτρεπόταν καμία απολύτως συμμετοχή στην κίνηση της κοινωνικής ζωής. Ούτε επισκέψεις ούτε περίπατοι. Οι χήρες, οι οπωσδήποτε νέες, ούτε και στην εκκλησία πήγαιναν τις Κυριακές και τις γιορτές παρά μόνο όταν ήταν να μεταλάβουν. Οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί και γείτονες κουβαλούσαν καθημερινά διάφορα φαγητά. Κι η πράξη αυτή πάλι λεγόταν χατήρ’ (α πάγω σο χατήρ’) και τα φαγητά πικροφάγια. Τα συνηθισμένα φαγητά ήταν: Το πρωί, γάλα με παξιμάδια—νοχουτλούγι͜α παξιμάτα̤—και μεσημέρι-βράδυ, κυρίως ζυμαρικά: πισία, γιοχάδες, πορρέκια, τσιριχτά καθώς και φαγητά διάφορα νηστήσιμα και με το κρέας συνήθως. Επίσης πήγαιναν και μπουκάλια ρακί και κονιάκ.
Η δουλειά αυτή διαρκούσε και πέρα από τα σαραντάμερα, γιατί όλοι σχεδόν οι συμπολίτες κι ιδιαίτερα οι συνενορίτες εννοούσαν να δείξουν τη συμπόνια και το ενδιαφέρον τους στη λύπη και στις δύσκολες περιστάσεις του πλησίον, να δημιουργήσουν γύρω από την οικογένεια μια ατμόσφαιρα συμπάθειας και στοργής, να κάνουν πιο ήπιο το πένθος. Αν η ορφανεμένη οικογένεια έμενε χωρίς κανέναν άλλο προστάτη, τότε εκτός από τα φαγητά της πήγαιναν και άλλα τρόφιμα σε είδος αμαγείρευτα, ώσπου να βρει τον τρόπο να μπορέσει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη ζωή. Σχετικά με τα πικροφάγια επικρατούσε η ακόλουθη παράδοση: Όταν πέθανε ο Χριστός, η χελώνα πήγε στην Παναγία φακές—για πικροφάγια—μέσα στο όστρακό της. Την είδε η Αγία Κυριακή και γέλασε. Η Παναγία το πρόσεξε και της κακοφάνηκε, γιατί ειρωνεύτηκε την ταπεινή προσφορά της χελώνας και της είπε: Ν’ ακουσκάσαι και να μη λειτουργάσαι (=να ακούγεσαι, αλλά να μη λειτουργιέσαι). Όπως είναι γνωστό, η γιορτή της Αγίας Κυριακής, που τυχαίνει στις 7 Ιουλίου, δεν είναι αργία. Βεβαίως αυτό δεν αποτελεί εκκλησιαστική ορθόδοξη πίστη αλλά μια δυσειδαιμονία του λαού. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις

Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Δ-Μέρος. Στον Τάφο -Επιστροφή στο σπίτι - Το Πένθος

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ