• Home
  • Λαογραφία
  • Ένα Πάσχα στην Σαντά (Σάντα) το 1896, από το ανέκδοτο λαογραφικό έργο «Ιστορία Σάντας του Πόντου" του κ. Μιλτιάδη Κ. Νυμφόπουλου

Ένα Πάσχα στην Σαντά (Σάντα) το 1896, από το ανέκδοτο λαογραφικό έργο «Ιστορία Σάντας του Πόντου" του κ. Μιλτιάδη Κ. Νυμφόπουλου

Μιλτιάδης Νυμφόπουλος 1883 - 1973Ένα Πάσχα στην Σαντά (Σάντα), από το ανέκδοτο λαογραφικό έργο «Ιστορία Σάντας του Πόντου" του κ. Μιλτιάδη Κ. Νυμφόπουλου Λαογραφικά Σάντας : Σάββατο του Λαζάρου, Πάσχα, Πεντηκοστή, Αε-Λουτρουπί, Κουσκουρσούραν

Μεσάνυχτα της Κυριακής του Πάσχα του 1896 σήμαναν οι καμπάνες της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής Ισχανάντων και όλων των άλλων εκκλησιών της Σάντας. Με πόση χαρά ξύπνησαν όλοι και ετοιμάσθηκαν για την εκκλησία, δεν περιγράφεται. Όλοι φορέσανε τα γιορτινά τους, κάνανε το σταυρό τους και ξεκινήσανε. Τα πιο μικρά παιδιά κλαυθμηρίζοντας ζητούσαν να φάνε, μα οι μητέρες τους τα λέγανε πως θα τα μεταλάβουν σήμερα την αγία κοινωνία, και πως κόβει ο Θεός τη γλωσσίτσα τους άμα θα φάνε. Εννοείται ησύχαζαν τα παιδιά απ' το φόβο τους, και ίσια στην εκκλησία. Εκεί άρχισαν οι ψάλτες να ψάλλουν το «Κύματι Θαλάσσης» επανειλημμένως ώσπου να μαζευθή ο κοσμάκης. Τα παιδιά ανυπομονούσανε να γίνη η Ανάσταση, γιατί βλέπανε κάτι ετοιμασίες των άντρων, κάτι κινήσεις μερικών νέων που φανέρωνανε πως επεφύλατταν εκπλήξεις για τη χρονιά αυτή. Επί τέλους έφθασε η ποθητή στιγμή. Ο ιερεύς έψαλε «Δεύτε λάβετε φως», όλοι οι άνδρες τρέξανε ν' ανάψουν τις λαμπάδες τους, αμέσως ύστερα ψάλανε οι ψάλτες το «Την Ανάστασίν σου Χριστέ σωτήρ» και βγήκε όλο το εκκλησίασμα στο ύπαιθρο, στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου ο ιερεύς διάβασε το Βαγγέλιο της Ανάστασης και έψαλε υψηλόφωνα το «Χριστός Ανέστη». Δεν πρόφθασε να πή τις δύο πρώτες λέξεις και, τα τουφέκια βρόντησαν. Αντήχησε τρομερά η κοιλάδα του ποταμού της Σάντας από τους αθρόους πυροβολισμούς των Ισχανανταίων και των άλλων Σανταίων, τα δε παιδιά χοροπηδούσανε απ' τη χαρά τους και είχανε τα μάτια τέσσερα για να μη τα διαφύγη και η παραμικρή λεπτομέρεια του εορτασμού. Ύστερα απ' τους πυροβολισμούς άρχισαν τα πυροτεχνήματα· αυτά ήταν μεγαλειώδη. Οι ρουκέττες ανέβαιναν σφυρίζοντας ψηλά στον ουρανό, μερικές έσκαζαν εκεί ψηλά με κρότο κανονιού, μερικές έπεφταν αφού σκόρπιζαν επάνω απ' τα κεφάλια μας τη φωτιά τους, και μερικές πέφτοντας κατακέφαλα μέσα στο πλήθος σφύριζαν σα φείδια ανάμεσα στα πόδια των γυναικοπαίδων και έσκαζαν, αφού τα τρομοκρατούσαν για κάμποσα δευτερόλεπτα. Σύγχυση στις γυναίκες, γέλιο των ανδρών, φωνές, θόρυβος. Οι ψάλτες, και οι ιερείς ακόμη, κύτταζαν τις κωμικές αυτές σκηνές και ξεχνούσαν κάποτε το καθήκον τους. Τέλος δόθηκε το σύνθημα να μπή το πλήθος στην εκκλησία. Ψάλλοντας το «Αναστάσεως ημέρα» μπήκανε όλοι στον ναό, και το εκκλησίασμα για πολύν καιρό έπειτα σχολίαζε μέσ' την εκκλησία σε τόνο εύθυμο τα επεισόδια και τις σκηνές που έλαβαν χώρα έξω στο ύπαιθρο την στιγμή της Αναστάσεως. Πάσχα (Λαμπρή), Του Αγίου Γεωργίου, Πρωτομαγιά & Του Αγίου Πνεύματος - Έθιμα στον Πόντο

Η Επτάκωμος Σαντά (γκραβούρα -χαρακτικό εποχής)Ενώ ψάλλονταν οι Αίνοι γίνεκε ο ασπασμός όπως θα πούμε: Πήραν οι τρεις ιερείς μας και ο γέρο Χαράλαμπος Παρμαξούζ το Βαγγέλιο και τρεις εικόνες, στάθηκαν μπροστά στον Αρχιερατικό θρόνο και άρχισε ο ασπασμός. Ο πρώτος πιστός σταυροκοπήθηκε, προσκύνησε το Βαγγέλιο, φίλησε τον πρώτο ιερέα δυό φορές στο αριστερό μάγουλο και μιά φορά στο δεξιό επάνω στα γένεια του, κι ο ιερεύς ανταπέδωσε το φίλημα. Το ίδιο έκαμε ο πρώτος πιστός με τους άλλους δύο ιερείς και με τον Γέρο Παρμαξούζ, και ύστερα έρριξε ένα γρόσι στον δίσκο των ιερέων. Κατά τον ίδιο τρόπο έκαμαν τον ασπασμό όλοι οι άντρες, και έρριξαν κι αυτοί νομίσματα στον δίσκο. Οι γυναίκες απλούστατα προσκύνησαν τις εικόνες και το Βαγγέλιο και απεχώρησαν αφού φίλησαν το χέρι των ιερέων. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.

Οι ψάλτες έψαλαν τα της Λειτουργίας μέχρι τέλους, κι ο Χρήστος Αλεξάνδρου διάβασε τον Απόστολο με το ωραίο ευαγγελικό ύφος του. Στο μεταξύ τα μωρουδέλια φωνάζανε και κλαίγανε στις αγκαλιές των μανάδων τους, πολλές γυναίκες κουτσομπόλευαν μέσα στην εκκλησία, καθώς και μερικοί άνδρες. Κατά την Μεγάλη Είσοδο και μετ' αυτήν επεκράτησε κάποια τάξις, και στο τέλος της λειτουργίας ότε σήμαναν οι καμπάνες και άρχισε ο ιερεύς να διαβάση τον λόγο του Χρυσοστόμου, τότε το εκκλησίασμα έδωσε μεγάλη προσοχή σ' αυτόν τον λόγο. Η Λαμπρή (Πάσχα) στον Πόντο πρίν το 1922 - Φίλων Κτενίδης Θεσσαλονίκη 1954
Μετά την λειτουργία κοινώνησαν μερικοί άντρες και πολλά γυναικόπαιδα, και όλοι ξεκινήσανε για το σπίτι νύχτα ακόμη. Τα παιδιά μόλις πατήσανε το κατώφλι του σπιτιού τους ζητούσαν να φάνε. Οι μητέρες τους τα δώσανε κόκκινα πασχαλιάτικα αυγά, που τα σπάσανε και τα φάγανε ώσπου να πης αμήν. Τα μεγάλα παιδιά όμως γίνηκαν καπνός. Πήγανε να σχηματίσουν παρέες και να σκεφθούν τι πρέπει να κάμουν με το τσούγκρισμα των αυγών. Τα πιο μεγάλα παιδιά φρόντισαν να μάθουνε ποίο κοτέτσι του χωριού έχει τα πιο κότσκα (παχυτσόφλουδα) αυγά. Μάθανε λοιπόν πως τα πιο γερά αυγά βρίσκονται στο κοτέτσι της Εφραιμίνας, και μιά και δυό πάνε την βρίσκουνε την Εφραιμίνα και της λένε επιτακτικά και γελαστά: «θεία Εφραιμίνα, για θα μας αλλάξης 10 αυγά τον καθένα, για θα κλέψουμε ολόκληρο το κοτέτσι σου». Τι να σού κάμη η καλή σου Εφραιμίνα; Γέλασε η καημένη, παραδέχθηκε, τους άλλαξε 20 αυγά, και έτσι πάνοπλοι αυτοί οι μεγάλοι προκαλούσανε τα μικρότερα παιδιά στην αυλή της εκκλησίας, στην αυλή του σχολείου, στην αγορά, στ' αλώνια παντού. Σπάζανε γραμμή τ' αυγά των μικρών παιδιών και τα τσεπώνανε και τα σπάζανε μόνο απ' τη μύτη, γιατί λέγανε στα παιδιά πως την πρώτη μέρα του Πάσχα είναι αμαρτία να τσουγκρίσουν τ' αυγά απ' τον πάτο. Τα καημένα τα παιδαρέλια τα χάφτανε όλα τα ψέματα. Να σας πώ, στο τσούγκρισμα των αυγών εκείνη τη χρονιά στάθηκε αντίπαλος όλων των μεγάλων παιδιών ο διαβόητος Φαλτσή, που χαλούσε τα σχέδια των άλλων πολλές φορές. Μερικά παιδιά αφού είδανε πως τους έσπασε πολλά αυγά ο Φαλτσής, πήρανε τη δεύτερη μέρα ένα αυγό, το τρυπήσανε πολύ ελαφριά απ' τον πάτο κι αδειάσανε το περιεχόμενο· έπειτα έλυωσαν καραβόπισσα και την έρριξαν έτσι λυωμένη στο αυγό από την τρύπα του πάτου. Ύστερα ζέσταναν ελαφριά το αυγό για ν' αρπάξη μπογιά, το μπογιάτισαν κόκκινο και γίνηκε ένας καλούτσικος τσιχτσιρίνος. Μ' αυτόν τον τσιχτσιρίνο σπάσανε 20 αυγά του Φαλτσή συνέχεια, μα στο τέλος τους πήρε μυρουδιά ο Φαλτσής και έτσι χάσανε το παιχνίδι. Δύο μέρες ύστερα οι νικημένοι αυτοί αγοράσανε απ' του Πιστοφάντων Ταϊγάνας ωβόν (αυγό Ταϊγανίου της Ρωσίας παχυτσόφλουδο) και μ' αυτό σπάσανε 6 αυγά του Φαλτσή. Στο τσούγκρισμα των αυγών δεν υστερούσαν και οι άνδρες. Και οι γυναίκες ακόμα για το χαρμόσυνο της ημέρας τσούγκριζαν αυγά αναμεταξύ τους. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.

1904 Ευχετήρια Κάρτα με Πασχαλινές Ευχές απο την Τραπεζούντα του Πόντου (αρχείον κ Σπύρου Ναστάτου)Δεν πέρασε μισή ώρα ύστερα από την ανατολή του ήλιου και στο σπίτι του Χριστόφορου Κύρτογλου γίνηκε μιά μεγάλη παρέα απ' τους προεστούς του χωριού, που τους κάλεσε ονομαστί ο Χ. Κύρτογλου. Η παρέα επεδόθηκε στο φαγοπότι, και μέσα σε μιά ώρα όλοι μεθύσανε. Βγήκανε όλοι μαζί απ' το σπίτι του Κύρτογλου και άρχισαν την επίσκεψιν όλων των σπιτιών του χωριού. Σε κάθε σπίτι χαιρετούσανε τους νοικοκυραίους με το Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά, πίνανε κάνα δυό ποτήρια ρούμι ο καθένας, παίρνανε για μεζέ λίγο ψητό μοσχαρίσιο, και τελευταία παίρνανε κι από ένα κόκκινο αυγό ο καθένας, και φεύγανε. Στο μεταξύ σήμανε η καμπάνα τον Εσπερινό (Διπλανάσταση). Τότε όλοι οι άνδρες που γυρίζανε στα σπίτια άφησαν τις επισκέψεις και έτρεξαν στην εκκλησία. Οι ξενιτεμένοι μας αν και ήταν μεθυσμένοι, μολαταύτα σεβάστηκαν την ιερότητα του χώρου και της τελετής και, τσιμουδιά! Σάν άρχισαν οι ψάλτες να ψάλουν το «Φως ιλαρόν» αργά και μέ κάπως αψηλό ίσο, ενθουσιάστηκαν οι ξενιτεμένοι μας μέ την εκτέλεση του αρχαίου αυτού μέλους. Σάν αρχίσανε τ' Απόστιχα του Εσπερινού γίνηκε η λιτανεία της Ανάστασης. Μπροστά μπροστά πηγαίνανε τον Ιούδα καρφωμένο σε παλούκι και φτιαγμένο από σακκιά γεμάτα άχυρο, ακολουθούσανε τα δυό αψηλά μας λάβαρα, ο Σταυρός των εξαπτέρυγων, δυό παιδιά μέ λαμπάδες και θυμιατό, οι ψάλτες, οι ιερείς μέ την εικόνα της Ανάστασης και μέ το Βαγγέλιο, και τελευταία όλος ο πληθυσμός του χωριού. Η πομπή διέσχισε την αγορά, έφθασε στο Στενοχώρι και στο Κοιλάδι ρακάν, και εκεί τοποθέτησαν το ομοίωμα του Ιούδα. Οι ψάλτες ψάλανε τότε όλα τα τροπάρια, των Αποστίχων, επανέλαβαν το Χριστός ανέστη πολλές φορές, και τέλος δόθηκε ο λόγος στους οπλοφόρους. Αυτοί μέ τους πολλούς πυροβολισμούς που ρίξανε κατά του Ιούδα τον κατακερμάτισαν κι έδωσαν φωτιά στ' άχυρά του. Ο Ιούδας γίνηκε καπνός, μά οι οπλοφόροι εξακολουθούσαν να πυροβολούν, ολόκληρη δε η κοιλάδα του ποταμού μας βούϊζε απ' τον συνεχή κι αδιάκοπον αντίλαλο των πυροβολισμών. Κατόπιν η πομπή μέ την ίδια τάξη γύρισε στην εκκλησία, στο προαύλιο της οποίας έγινε ο νέος ασπασμός, και η απόλυση. Μετά την απόλυση οι γέροι του χωριού συνεχίσανε τις επισκέψεις τους, οι δέ νέοι στήσανε τον χορό στο αλώνι της Κοπαλέτσας, όπου μαζεύτηκαν όλες οι όμορφες και όλα τα νυφάδια του χωριού, και χορέψανε ως το βράδυ. Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ