Η Πραγματικότητα για την ευσέβεια των Τσιμεριτών
Η Πραγματικότητα για την ευσέβεια των Τσιμεριτών
Ο κ. Αβραάμ Καπουργάς — από τους Κομνηνάδες Καστοριάς — διαμαρτύρεται και ζητεί αποκατάσταση της μνήμης του χωριού του, της Τσιμεράς Αργυρούπολης. Τούτο, διότι ο υπέροχος λόγιος και λαογράφος μας Π. Μελανοφρύδης έγραψε στο τ. 53/54 «Π. Εστία»: — έγραψαν κι άλλοι και αλλού — ανέκδοτο, με τη χαρακτηριστική φράση: «Σώσον, Κύριε, τους ευσεβείς, άναψα την Τσιμεράν». Και αποδίδεται η φράση, σύμφωνα με κάποια παράδοση, στην έλλειψη σεβασμού που έδειξαν οι κάτοικοι προς το Μητροπολίτη της Αργυρούπολης, στην Επαρχία του οποίου άνηκαν, και στις υποχρεώσεις τους, γενικά, απέναντί του.
Ό,τι ιδιαιτέρως προξενεί λύπη στον κ. Καπουργά, είναι το ενδεχόμενο πως θα μείνει στιγματισμένο το χωριό του μελλοντικά. Θα είχαμε να παρατηρήσουμε, ότι οι ριπές κάτι τέτοιων χαρακτηρισμών δεν παίρνουν ποτέ το σύνολο ενός χωριού. Και σε τελική ανάλυση, ούτε κανένα χωριανό. Διότι είναι γεννήματα φιλοπαίγμονος διάθεσης, που ήταν άφθονη στα χωριά μας του Πόντου. Γνωστότατο είναι ότι κάθε χωριό μας είχε τα πειράγματά του και κάποτε τις πιο απίθανες φάρσες του εις βάρος άλλων χωριών. 'Επρόκειτο για ένα εύθυμο πόλεμο μεταξύ τους. Και φυσικά τ' ανέκδοτα διαιωνίζονται...
Ναι, το πείραγμα κατά των Τσιμεριτών παρουσιάζεται κάπως βαρύ. Ιδού όμως ότι ο ίδιος μάς δίνει τα στοιχεία για τη γένεσή του: Πρεσβύτες αυθεντικοί: ο Χριστόφ. Φουλιδάς ετών 90, Τσιμερίτης, ο Παναγ. Ντεληγιωρίδης ετών 84 από Παλαδάντων και ο Χρήστος Βασιλειάδης, Τσιμερίτης, 82 χρονών, σε σχετική έρευνα του παραπονουμένου, του αφηγήθηκαν, με το κύρος της ηλικίας τους, το γενεσιουργό αίτιο του ανέκδοτου: Ο Παπασπυρίδων, από το Πάζ-Μούζενα, γνωστότατος στα περίχωρα για τα αστεία του τα πικάντικα και για τις φάρσες του — παρά το σχήμα του — αποθύμησε κάποια μέρα Ιουλίου «παστωμένα χαψία». Κατέβηκε στο σπίτι του Γιώργη Πιάκου — τώρα Βασιλειάδη. Αφού έφαγε στο γεύμα και παστά χαψιά, όσο θέλησε, του έδωσαν να φέρει και στο σπίτι του. Αργότερα κατέβηκε πάλι, για τον ίδιο λόγο στην Τσιμερά, αλλά δεν βρήκε σε κανένα σπίτι χαψιά, διότι ακατάλληλη ήταν η εποχή. Και φεύγοντας από το χωριό ο αθεράπευτος φιλοπαίγμονας παπάς — που το αστείο ήταν ένα μέρος του είναι του — είπε στους Τσιμερίτες που τον προνόδιζαν τη φράση: «Σώσον, Κύριε τους ευσεβείς, άναψα την Τσιμεράν» — ατού χαψία 'κ έδωκαν έμε!
Περίσσες φορές οι στήλες αυτές εξύμνησαν την αφοσίωση όλων των Ελληνοποντίων στα θεία, την απέραντη τιμή που απέδιδαν στο Ιερατείο, που ήταν άλλωστε και η θρησκευτική και η πολιτική τους Αρχή. Και ο επιστολογράφος μας θέτει στη διάθεσή μας αυθεντικό περιστατικό της ευσέβειας των Τσιμεριτών παρμένο πάλι από τα σεβάσμια γηρατειά του χωριού του: «Μετά την αποχώρηση του Ρωσσικού Στρατού, το 1878, από το 'Ερζερούμ και την Αργυρούπολη, πολλοί Ελληνοπόντιοι των περιφερειών αυτών ακολούθησαν τους Ρώσσους κ' εγκαταστάθηκαν στον Καύκασο. Πολλά χωριά ρήμαξαν σχεδόν, από τη μετανάστευση. Ο Μητροπολίτης Παΐσιος, για να ανασυγκροτήσει τη Μητρόπολη, τις εκκλησίες και τα εκπαιδευτήρια της περιφέρειας, περιόδευε τα χωριά, για εμψύχωση αλλά και συλλογή εράνων. Και γεγονός είναι ότι πολλά χωριά, μέσα στην πίκρα, το φόβο και την ταραζάλη τους, θεώρησαν άκαιρη την επίσκεψη και τον ειδοποίησαν ν' αναβάλει. Οι Τσιμερίτες όμως τον υποδέχτηκαν όλοι «συν γυναιξί και τέκνοις» μισή ώρα παραέξω από το χωριό, μ' επικεφαλής τον θερμό προεστό τους και ξακουστό Ιωσήφ, στο «Πλατυγέφυρον» και, με παράταξη και χαρμόσυνους πυροβολισμούς, τον έφεραν στην Τσιμερά. 'Εμειν' εκεί 5 μέρες, ελειτούργησε στις 3 εκκλησίες του χωριού, τον έφεραν στο νεκροταφείο τους για τρισάγια, και κάτοικοι κ' εκκλησίες του πρόσφεραν πλούσιον έρανο — για το σύνολο. Όταν γυρνούσε για την έδρα του, οι χωρικοί τον συνόδεψαν έως το «Πλατυγέφυρον». Και ο 'Αρχιερέας πλημμυρισμένος από συγκίνηση, στράφηκε σ' αυτούς, τους ευλόγησε όλο τους το χωριό και είπε: 'Η χάρις του Κυρίου είη μετά πάντων υμών. Και έσονται πλούσια τα ελέη του Θεού εφ' υμάς, τέκνα αγαπητά εν Κυρίω». Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις
Ιδού λοιπόν ότι οι Τσιμερίτες ήταν ευσεβείς και αφοσιωμένοι στους θρησκευτικούς αρχηγούς των. 'Ας μη νομιστεί όμως ότι με τούτο θα πάψει να λέγεται η άλλη φράση: «Σώσον, Κύριε, τους ευσεβείς άναψα την Τσιμεράν». Είναι τόσο αστεία, έξυπνη και... χαριτωμένη θα λέγαμε παραλίγο, μια που μάλιστα είναι πιά γνωστή η πηγή κ' η προέλευσή της...
Παράλληλα όμως ο ενδιαφερόμενος κόσμος θα γνωρίζει και την πραγματικότητα από άποψη ευλάβειας, θρησκευτικότητας κ' ευσέβειας των Τσιμεριτών συμπατριωτών μας, με τα ιστορικά στοιχεία που μας δόθηκαν και τα φέραμε στην δημοσιότητα. Καί θα λέγαμε: Είναι, οι πιο πάνω διαπιστώσεις, ένας πρόσθετος λόγος — κοντά σε πλήθος άλλους — για τον οποίο πολλές φορές οι στήλες του περιοδικού μας έκαμαν έκκληση προς τους Ποντίους, να γράφουν όσοι μπορούν, ό,τι δήποτε, για ό,τι ξέρουν, χωρίς να σκοτίζονται για τη διατύπωση, που την αναλαμβάνουμε, όπου χρειάζεται. Διότι έτσι θα μαζευτούν πλείστα, όσα για την τελειότερη διαφώτιση της ηθογραφίας, της λαογραφίας, της ζωής μας στις αξέχαστες εστίες μας.
Η Ποντιακή Εστία (1961)
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
