Ολίγη φιλολογία γύρω απο τα μανουσάκια και το εορτολόγιο (Πεντηκοστή) στον Πόντο, του Παντελή Η. Μελανοφρύδη
Ολίγη φιλολογία γύρω απο τα μανουσάκια και το εορτολόγιο (Πεντηκοστή) στον Πόντο, του Παντελή Η. Μελανοφρύδη
Ο Φίλτατος Κάνις, ο πολυγραφότατος και ακαταπόνητος ιστοριοδίφης και γεωγράφος της Χαλδίας, βρίσκει καιρό να πλουτίσει την ιστορία, γεωγραφία και λαογραφία της αλησμόνητης πατρίδας μας, και οι μελέτες του είναι πάντοτε αξιοπρόσεκτες και ενδιαφέρουσες. Στο τελευταίο τεύχος της «Ποντιακής Εστίας» γράφει για τη γιορτή της Πεντηκοστής ότι κατά το έθιμο, ο νεωκόρος του Αγίου Γεωργίου Αργυρουπόλεως μάζευε μάραντα και μανουσάκια και τα έστρωνε στο δάπεδο του Ναού, πριν από τη γονυκλισία.
Φοβάμαι ότι ο θαλερός Κάνις, ο οποίος παρά τις οκτώ δεκαετίες της ζωής του διατηρεί τόσο ακμαίες τις δυνάμεις του, ψυχικές και σωματικές, στο σημείο αυτό δεν θυμάται καλά τα πράγματα. Ίσως και εγώ να υποπίπτω σε λάθος, «το αμαρτάνειν ανθρώπινον». Πιθανόν και οι δύο να έχουμε δίκιο. Η συζήτηση και ενδεχόμενη συμβολή και άλλων συνεργατών της Π.Ε. θα διαλευκάνει το θέμα.
Κατά τη γιορτή της Πεντηκοστής σε πολλά χωριά (το έθιμο τελευταίως παντού εξέλιπε) έστρωναν το δάπεδο του Ναού με φύλλα καρυδιάς και υπήρχε η φράση: «σύρον το καρυδόφυλλον και φα' την εβδομάδαν», δηλαδή η μετά την Πεντηκοστή εβδομάδα ήταν σειρά, κατάλυση της νηστείας. Γιατί καρυδόφυλλα και όχι άλλη χλόη ή άνθη; Υποθέτω (εκφράζω απολύτως προσωπική μου γνώμη) ότι προτιμώνταν τα φύλλα της καρυδιάς για δύο λόγους: Πρώτον διότι είχαν μεγάλη επιφάνεια και σκέπαζαν πολύ μέρος του δαπέδου του ναού, διευκολύνοντας τους πιστούς στο να γονατίσουν πάνω και να αποφύγουν τη σκόνη ή τη σκληρότητα του συνήθους λιθόστρωτου δαπέδου, και δεύτερον διότι τα φύλλα της καρυδιάς έχουν σχήμα ωοειδές, όμοιο περίπου με τις γλώσσες φωτιάς, όπως εικονίζονται αυτές πάνω από τις κεφαλές των Αποστόλων. Ήθη και Έθιμα Πάσχα - Πεντηκοστής - Μαϊου - Ιουνίου & Ιουλίου Ακ Δαγ Γεωργίου Κ. Φωτιάδη
Ανεξαρτήτως της υπόθεσης αυτής, το στρώσιμο του δαπέδου με μάραντα αποκλείεται, καθότι τα λουλούδια αυτά ανθίζουν τον Μάρτιο ή αρχές Απριλίου, αναλόγως του υψομέτρου του τόπου. Η μοιρολογήτρα λέει: Γουρπάντς Μαρτέσι μάραντον κι' Απριλέσ̌ μανουσ̌άκι. Η γιορτή όμως της Πεντηκοστής κατά το παλιό ημερολόγιο συνέπιπτε πάντοτε εντός του Μαΐου ή αρχές Ιουνίου. Συνεπώς αποκλείεται να υπήρχαν τότε μάραντα για στολισμό του Ναού. Μπορεί λοιπόν ο νεωκόρος μαζί με τα φύλλα της καρυδιάς να έστρωνε και μάραντα (αν σώζονταν την εποχή εκείνη) και μανουσάκια.
Ερχόμαστε τώρα στα μανουσάκια, τα αντιπροσωπευτικά αυτά λουλούδια του Πόντου, των οποίων το όνομα σώζεται και στην Κρήτη, Ζάκυνθο και Μακεδονία. Με το όνομα αυτό μερικοί εννοούν τα ία, τους μενεξέδες, που φυτρώνουν σε σύσκια και υγρά μέρη, κάτω από τους θάμνους της μασούρας και λεπτοκαρυάς, κατά το τέλος Μαρτίου ή αρχές Απριλίου. (Έχω υπόψη το χωριό μου, την Άδυσσα, υψόμετρο 1200–1400 μέτρα). Αυτά μαζεύαμε και παραδίδαμε στους ιερείς, οι οποίοι την ώρα που ψαλλόταν (την Μεγάλη Παρασκευή) το τροπάριο «Έρρανον τον τάφον» τα σκορπούσαν πάνω στον Επιτάφιο και ως εκ τούτου και εμείς οι μικροί τα ονομάζαμε: «τ' Επιτάφη τα τζιτζέκια» δηλαδή λουλούδια του Επιταφίου. Είχαν λεπτή και ευχάριστη ευωδία. Δεν ξέρω αν αυτά λέγονταν και τσιλβονίτες. Άλλοι εννοούν τις τουτουγιάδες (είδος μενεξέ, ίσως ίον το εύοσμον) το ευωδέστερο λουλούδι του Πόντου, που φυτρώνει στα ψηλά βουνά. Στην περιφέρειά μας (Ντορούλ) υπήρχαν άφθονα στην κορυφή του Αη-Παύλου Αύλιανας, στον Αϊ-Κώστα, στη Σούδα—παρχάρι της Κορόνιας, συνήθως στις όχθες ρυακιών. Ο μίσχος του είχε ύψος 10–15 εκ. και στην κορυφή έφερε τρία–τέσσερα σωληνοειδή λουλούδια χρώματος μωβ (μελανί). Γύρω από τον ύπερο είχε λευκή γύρη, την οποία θεωρούσαν ως γιατρικό για τα μάτια. Η οσμή του ευχάριστη και διαπεραστική. Λόγω της ομορφιάς του έδωσε το όνομά του στις γυναίκες: η Τουτουγιά, όπως Τρανταφύλλα, Λεμόνα, Ανθούσα κ.ά. Οι Αυλιανίτες διηγούνται ότι περί τα 1870–80 έφτασαν εκεί Ευρωπαίοι φυσιοδίφες, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν κυρίως να πάρουν για μεταφύτευση ρίζες από Τουτουγιάδες και Γαλαχτίτες (χορτάρι του βουνού ύψους 30–35 εκ. με στενά και μακρουλά φύλλα. Όταν κοβόταν ο κορμός του, έτρεχε χυμός λευκός σαν γάλα, εξού και το όνομα, και πικρός. Γιαυτό έλεγαν: πικρόν-γαλαχτίταν).
Άλλοι εννοούν λουλούδια κίτρινα, ευώδη και ωραία, που φυτρώνουν μόνο στα παρχάρια και ψηλά βοσκοτόπια και ανθίζουν τον Ιούνιο–Ιούλιο. Το κίτρινο χρώμα όμως δεν πρέπει να μας μπερδέψει. Κίτρινα είναι τα μάραντα για τα οποία μιλήσαμε. Κίτρινα είναι τα καυκούτσας (βατράχια) που φυτρώνουν στα λιβάδια και στα παρχάρια στο ομαλό μέρος όπου οι καλύβες και ο καταυλισμός των ζώων (οπά). Ύψος 20–30 εκ. Πέντε πέταλα κίτρινα, στήμονας, ύπερος κίτρινα, άοσμο. Εποχή της εξάνθησής τους Ιούνιος–Ιούλιος. Ήταν από τα ομορφότερα λουλούδια που στόλιζαν τα παρχάρια (την οπάν, τον καταυλισμό). Μαζί τους φύτρωνε και ένα μικρό λουλούδι γαλάζιο, του ίδιου ύψους και άοσμο επίσης, και τα δύο χρώματα συνδυαζόμενα αποτελούσαν αρμονικό σύνολο, έναν ζωγραφικό πίνακα εξαίσιο. Βεβαίως ούτε αυτά είναι μανουσάκια. Κίτρινα είναι και τα αμάραντα τη Παναγίας τα δάκρᾶ, που φυτρώνουν στα ψηλά βουνά. Λουλούδια κίτρινα (λεμονί), στρογγυλά σαν δάκρυα πραγματικά, που διατηρούνται για έτη. Ευχάριστη ευωδία. Οι αγελάδες τα έτρωγαν αχόρταγα και ευώδιαζε το παραγόμενο βούτυρο. Ούτε αυτά είναι μανουσάκια. Η εορτή της Πεντηκοστής στην Αργυρούπολη και τη Σαντά του Πόντου
Τα μανουσάκια τα παριστάνουν όσοι τα γνώρισαν: ύψος 15–20 εκ. Κάθε μίσχος έφερε ένα λουλούδι με κίτρινα άνθη. Αυτά είναι τα πραγματικά μανουσάκια, από τα σπανιότερα και εκλεκτότερα λουλούδια του Πόντου. Γράφοντας όμως όπως συνήθως μόνο για την περιφέρεια την οποία γνώρισα (Αύλιανα - Σαρπίσκα - Μαυρενά - Άδυσσα - Τσίτε - Χαβίανα - Τσιμπρικά - Παλαιχώρ - Κορκοτά) δεν μπορώ να βεβαιώσω πού αλλού φύτρωναν. Οποιοδήποτε όμως από τα είδη αυτά κι αν εννοεί ο φίλος Κάνις, είναι δύσκολο να παραδεχτούμε ότι υπήρχαν σε τόση αφθονία στην πράγματι ανθοστόλιστη κοιλάδα του Μεσαλά ή τα χλοερά Χανακάδας, ώστε να στρώνονται με μανουσάκια οι Ναοί.
Η Πεντηκοστή ήταν μάλλον αφιερωμένη στους νεκρούς. Μετά τη λειτουργία (την ημέρα της Πεντηκοστής ή της Αγίας Τριάδος) οι γυναίκες προσκόμιζαν πάνω στους τάφους διάφορα τρόφιμα: φούστουρον, ρυζόγαλο (σιτλίν), ξύγαλα και αφού ο Ιερέας έψαλλε επιμνημόσυνη δέηση, μοιράζονταν τα εδέσματα στον λαό. Το έθιμο τελευταίως σε πολλά χωριά καταργήθηκε. Αλλού ημέρα των νεκρών ήταν η Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά (Κοβάς, Περία) όπως νομίζω ότι επικρατούσε συνήθεια και στη Ρωσία. Η ημέρα εκείνη επίσης ήταν αφιερωμένη στους μικρούς. Τα κορίτσια έπαιρναν σκεύη κατάλληλα (τηγάνια και χάλκινα καζάνια) και μέσα στο δάσος άρμεγαν τις αγελάδες και έψηναν ρυζόγαλο και φούστουρον. Καμιά μητέρα δεν αρνιόταν στο παιδί της την ελευθερία να μαγειρεύει στο ύπαιθρο την ημέρα της Πεντηκοστής. Τα αγόρια, λιγότερο ειδικευμένα στη μαγειρική, περιορίζονταν να πάρουν ένα τηγάνι, αυγά, βούτυρο, ψωμί και αφού άναβαν φωτιά στο ύπαιθρο, έξω από το χωριό, μαγείρευαν φούστουρον. Με πόση όρεξη έτρωγαν το προϊόν της μαγειρικής τους δεινότητας κι ας ήταν άψητο ή ανάλατο. Με την Πεντηκοστή θυμάμαι συνδεδεμένο και άλλον θρύλο. Τον άκουσα από τη μητέρα μου πολύ μικρός και δεν είμαι βέβαιος ότι τον αποδίδω καλά. Θα ήμουν ευγνώμων προς τους αγαπητούς συνεργάτες της Ποντιακή Εστίας αν τον συμπλήρωναν. Λαογραφικά Σάντας : Σάββατο του Λαζάρου, Πάσχα, Πεντηκοστή, Αε-Λουτρουπί, Κουσκουρσούραν
Πήγαινα με τη μητέρα μου στα χωράφια, όταν άκουσα την τρυγόνα να τονίζει το μονότονο και κλαψιάρικο τραγούδι της: του-τού, μπού-μπού. Ρώτησα τη μάνα μου τι πουλί είναι αυτό που φωνάζει και γιατί ψάλλει έτσι, σαν να επαναλάμβανε την παιδική λέξη: του-τού =νερό. Μου απάντησε:
— «Ατό το πουλίν έν' τρυγώνα. Ο Χριστόν εκατερέθεν ατέν (δεν θυμάμαι για ποια αιτία) να ελέπ' το νερόν αίμαν, να διψά και να μη επορεί και πίν'. (Φαίνεται ότι ο θρύλος προήλθε από τη φωνή του πουλιού: του-τού, σαν να ζητούσαν επίμονα νερό). Ασ' ατότες κι' αν, η τρυγώνα ελέπ' το νερόν και ‘κ̌΄ επορεί να πίν'. Μονάχον ασήν Λαμπρήν ούς την Πεντηκοστήν (τ' Αε-Πνευμάτ') επορεί και πίν'». Ας προσθέσουμε και τη δοξασία των Ποντίων ότι οι νεκροί στον Άδη «είχαν άνεση» από τη Λαμπρή ως τ' Άε-Πνευμάτ', οπότε πάλι περιορίζονταν στον ερεβώδη και μουχλιασμένο Άδη.
Και μια και πιάσαμε συζήτηση με τον φίλο Κάνις (τον οποίο έχω να δω από το 1932 και πράγματι τον πεθύμησα), ας συνεχίσουμε και για τα Φώτα. (Παρεμπιπτόντως σημειώνω ότι οι Κανέτες έλεγαν: τά φώσ̌α, τά καμίσ̌α, τά κεράσ̌α, με σ (σ̌) δασύ, εμείς λέγαμε τά φῶσα̤, τά καμίσα̤, τά κεράσα̤ κπλ. Αντιθέτως λέγαμε τά λαβάσ̌α̤ , ενώ οι Κανέτες έλεγαν: λαβάσα̤ ). Τα Φώτα πράγματι ήταν γιορτή των φώτων — έγραψα σχετικώς στα Ποντιακά Φύλλα — και στο τραπέζι άναβαν πολλά κεριά. Λέει ο Πόντιος νεκρός: Τά Φῶτα φέρε με κερίν και τῇ Χριστοῦ φετίρᾶ, και τῇ Μεγάλ' Παρασκευὴν ἕναν μαντῆλι δάκρᾶ.
Αλλά ήταν και η ημέρα της βάπτισης του Κυρίου και έπρεπε οι Χριστιανοί να πλυθούν και αυτοί. Θυμάμαι τη μακαρίτισσα Σουγκουρίνα, πιστή εστιάδα των παραδόσεων, από τη νύχτα ζέσταινε νερό και έπρεπε να πλυθούμε πρώτα και ύστερα να πάμε στην εκκλησία «πλυμέν΄ κι αυγισμέν΄». Επί της ευκαιρίας θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι εμείς οι γέροι μπορεί λόγω της ηλικίας να έχουμε ξεχάσει πολλά έθιμα ή να έχουμε συγκεχυμένη ιδέα για ορισμένα πράγματα. Δεν αποτελεί λάθος το να αναφέρουμε κάτι όπως το θυμόμαστε. Ενδεικτικώς αναφέρω ότι για να σχηματίσω σαφή ιδέα για τα μανουσάκια απευθύνθηκα σε δεκάδες ηλικιωμένους συμπατριώτες μας, κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να με διαφωτίσει ακριβώς, διότι όλοι τα ήξεραν τα μανουσάκια, κανείς όμως δεν ήταν βέβαιος για το χρώμα και το σχήμα τους.
Για τον λόγο αυτόν πρέπει να γράφουν πολλοί όσα ξέρουν και όπως τα θυμούνται, μη επηρεαζόμενοι από τις γνώμες των άλλων. Εγώ τουλάχιστον θα ήμουν ευγνώμων προς τον Πόντιο που θα διευκρίνιζε καλύτερα τα περί μανουσακίου. Παντελής Η. Μελανοφρύδης
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
