Εθιμογραφικά - ηθογραφικά της Χαλδίας Πόντου - Το κρέμασμα του δισακκιού κατά τα Κάλαντα, του κ. Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη (Κάνι)
Βράδυ παραμονής του Νέου Έτους. Ο ιερέας του χωριού, με συνοδό τον κανδηλανάπτη της Ενορίας, τελεί τον καθιερωμένο κατ' οίκον αγιασμό.
Οι Μωμόγεροι περιέρχονται τα σπίτια και δίνουν αναπαραστάσεις από τα έργα και τις ημέρες του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα {του Κιόρογλου} των εξισλαμισθέντων, για λόγους ποικίλους, Ελλήνων. Οι αρραβωνιασμένοι, νέοι και νέες, κάθονται, με πρόσωπα που αστράφτουν από χαρά, ανάμεσα στους γονείς που κόβουν τη βασιλόπιτα. Παιδάκια από 8–12 ετών, με φαναράκια ή λαμπάδες στα χέρια, περιέρχονται τα σπίτια και ψάλλουν το «Αρχή Κάλαντα κι Αρχή του Χρόνου...». Παντού χαρά, διάχυση, ευθυμία και ηθική ανάταση βασιλεύει... Τι θα πρέπει να κάνουν οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, που πέρασαν τα 13 τους χρόνια και ζυγώνουν τα 18; Το έθιμο, που προ ολίγου ακόμα το εγκατέλειψαν, τους βάζει σε πειρασμό. Να βγουν, εξάλλου, στους δρόμους να τα πουν, όπως τα παιδάκια, πάει πολύ, δεν συνάδει με την ηλικία τους. Υπάρχει και ελλοχεύει, έπειτα, ο κίνδυνος ν' ακούσουν από το στόμα του οικοδεσπότη ή της οικοδέσποινας τα λίγο σκωπτικά, λίγο προκλητικά, όμως πάντα καλόβολα και στερεότυπα λόγια: «Μέχερ, ναίπαι! κορίτσ' θέλτς να δίγωμε σε;» {στην περίπτωση, βέβαια, των αγοριών}. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
Ά, την βρήκαν τη μέθοδο: θα καταφύγουν στο επινόημά τους, στο κρέμασμα του δισακκιού. Μόλις νυχτώσει σχηματίζουν ομάδες, ανά δύο ή τρεις, χωριστά τα αγόρια, χωριστά τα κορίτσια, για να περιέλθουν τα γειτονικά, ιδίως, και τα συγγενικά σπίτια. Κατευθύνονται προς την καθορισμένη οικία. Κλειδώνουν, καρακώνουν πρώτα καλά την εξώθυρα του σπιτιού. Και διά του φεγγίτη* (άς σό κουκούλ') του δώματος της οικίας, όπου ανεβαίνουν, κρεμάζουν το δισάκκι, με προσαρμοσμένο, εσωτερικά ή μάλλον εξωτερικά, κυπροκούδουνο, και κινούν το δισάκκι κατ' επανάληψη, ως σήμα της αφανούς παρουσίας τους προς τους αρχηγούς της οικογένειας. Με το άκουσμα των υποβλητικών ήχων, γεμίζει το σπίτι από γέλια, χαρά και θυμηδία. Οι νέοι του σπιτιού ορμούν στην εξώθυρα για να «συλλάβουν», να αναγνωρίσουν αυτούς που κρέμασαν το δισάκκι, να τους κατεβάσουν στο σπίτι, να γελάσουν, να τους φιλοδωρήσουν. Βρίσκουν όμως την θύρα κλειστή, καρακωμένη απέξω! Παίρνουν τότε τη λάμπα, εισέρχονται στο «οσπίτ'», το κεντρικό διαχώρισμα του σπιτιού, και ερωτούν επίμονα, βασανιστικά, ηγούμενης της οικοδέσποινας, τους πάνω στο δώμα: ποιοι είναι. Εκείνοι όμως παραμένουν άφωνοι. Τότε οι άλλοι, για να παρατείνουν την αγωνία τους, για να τους πειράξουν, γεμίζουν το δισάκκι, εμπαικτικώς, με άχυρα, ξύλα, παλαιά άχρηστα υποδήματα, σβουνιές, κουσκούρια, ενίοτε και μικρές πέτρες. Οι πάνω στο δώμα ανασύρουν το δισάκκι. Και μόλις διαπιστώσουν το περιεχόμενο, το αδειάζουν από τον φεγγίτη μέσα στο σπίτι, και ξανακρεμάζουν το δισάκκι, με τα κουδουνίσματά του, μέσα στο «οσπίτ'». Τα παιχνιδίσματα αυτά, εν μέσω γενικής ιλαρότητας, επαναλαμβάνονται δις και τρις, έως ότου οι επισκέπτες απαυδήσουν πλέον και θέσουν μέσα στο δισάκκι αντικείμενο αναγνωριζόμενο από τους σπιτικούς λόγω συγγένειας ή γειτονίας: μαντήλι, κλειδί (ανοιχτάρ'), εικόνισμα κ.ά. Τότε η οικοδέσποινα γεμίζει το δισάκκι με διάφορα τρωγάλια: παστίλιες, ξηρά συκάμινα, καρύδια, απίδια, πουλουλάπά (=απίδια του πιθαριού, παστά γλυκόξινα), σούρβα (ούβας), πορτοκάλια και πότε–πότε, επί συγγενών, και χρήματα μαζί. Και ενώ ανασυρόταν το δισάκκι αντηχούσαν οι ευχές της οικοδέσποινας: «Να ζήτε, και τη χρόνου, λελεύτω σας (=να σας χαρώ) που τιμάτε τα παλαιά τα συνήθεια...». Έτσι λοιπόν οι έφηβοι και των δύο φύλων, μνήμονες πρόσφατοι του αμέριμνου παιδικού χρόνου, εκτελούσαν κάθε έτος, χάριν παιδιάς αλλά και για να διεγείρουν και να τονώσουν την κοινή θυμηδία και χαρά, το έθιμο τούτο σε αλληλουχία αιώνων, δικαιολογώντας τον σοφό λόγο που είπε: «Οι παραδόσεις δεν έχουν αξία, όταν δεν διαιωνίζονται». Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου - Κάλαντα - Δοξασίες, Παραδόσεις, Ήθη & Έθιμα του Δωδεκαημέρου των Ελλήνων του Πόντου
* Δια τον βαρύ στη Χαλδία χειμώνα, τα σπίτια ήταν χωματοσκεπή, είχαν δε δώματα, κι είχαν στο μέσο του δώματος, της οροφής, φεγγίτη (κουκούλ'), παράθυρο δηλαδή σιδηρόφρακτο σταυροειδώς, το οποίο ανοιγόκλειαν με σχοινί, χάριν φωτισμού, αερισμού, θέρμανσης και ασφάλειας.
Εθιμογραφικά - ηθογραφικά της Χαλδίας Πόντου - Το κρέμασμα του δισακκιού κατά τα Κάλαντα, του κ. Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη (Κάνι)
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
