Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου (α΄μέρος)
Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου
Τα συνοικέσια εις την περιοχήν της Γαράσαρης (Νικόπολις του Πόντου) εγίνοντο ως επί το πλείστον με την παρέμβασι της προξενήτρας.
Το κέρτεμαν (χάραγμα) της κούνιας
Όταν ήσαν δύο γείτονες αγαπημένοι και αποκτούσαν, ο ένας αγοράκι και ο άλλος κοριτσάκι, έχαρασσον εις τις ξύλινες κούνιες των ένα σημάδι που το έλεγαν «Πεσ̌ίχ—κερτμεσί» «χάραγμα κούνιας». Το σημάδι τούτο εθεωρείτο και εχρησίμευεν ως αρραβών και οι γονείς και προπάντων αί μητέρες «εσυμπεθέριαζαν» από την ημέραν εκείνην. Και το ενδεικτικόν σημείον της συμπεθεριάς ήταν το «τεγιόν ψωμίν» δηλαδή όταν έζύμωνε η μία και έκαμε φρέσκο ψωμί, (το «τεγιόν ψωμίν») έστελνε ένα εις την συμπεθέρα, το ίδιον έκανε κι' εκείνη. Συνήθως αρραβώνες και γάμοι εγίνοντο μεταξύ συνηλίκων και μάλιστα από της ηλικίας 17 μέχρι 20 ετών, το πολύ, πολύ 25. Πέραν από το 25, τα κορίτσια εθεωρούντο σχεδόν γεροντοκόρες· χαρακτηριστικό ήταν αυτό που έλεγαν: «Δώδεκα χρονών κορίτσ' - Για σον άντραν για σον Άδην. Για σή γουρζουλά το στόμαν» Όχι δε πολύ σπάνια συνέβαινε μια εύπορη οικογένεια, αν είχε υιόν 10—12 ετών και είχε ανάγκη από εργατικά χέρια, να τον νυμφεύση με κοπέλλα 17—20 ετών.
Το μάντρωμα κι' οι προξενειές
Από τα 19—20 χρόνια των οι νέοι διάλεγαν τις εκλεκτές των. Έπειτα εύρισκαν τους μεσάζοντας, οι οποίοι εφρόντιζαν και τους επήγαιναν εις μίαν μάνδραν, όπου οι ερωτευμένοι εξεμυστηρεύονταν την αμοιβαίαν αγάπη των. Κατόπιν πάλιν διά του μεσάζοντος προσώπου γνωστοποιούσαν εις τους γονείς το γεγονός και προετοίμαζαν τα πνεύματα διά την ευνοϊκήν έκβασιν της υποθέσεως.
Μετά ταύτα, οι γονείς του νέου έστελναν τις νυχτερινές ώρες στο σπίτι της νέας δύο ή τρία φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα διά να βολιδοσκοπήσουν (να γιοχλαγεύουν) τις διαθέσεις των γονέων της. Η κόρη, που γνώριζε τον σκοπόν της επισκέψεως, έφευγε και πήγαινε σε γειτονικό σπίτι. Οι προξενηταί (Ταυγουρτζίδες) άρχιζαν να συνομιλούν μετά των οικείων της νέας επί διαφόρων άλλων πραγμάτων, που ήταν άσχετα με τον σκοπόν της επισκέψεως, κατόπιν όμως με τέχνη πλησίαζαν και εφανέρωναν τις διαθέσεις των. Ο πατέρας της κόρης {η μητέρα ήταν πολύ παραγκωνισμένη} και αν ήθελε να δώση την κόρην του, δεν έλεγε αμέσως το «Ναί», έφερνε διάφορες προφάσεις, ότι η θυγάτηρ του είναι ακόμη μικρή, ότι δεν έχει τον καιρόν του για αρραβώνες και γάμους που απαιτούν έξοδα κ.τ.λ. και έτσι τελείωνε η πρώτη δοκιμή. Εξάλλου οι προξενηταί εγνώριζαν αυτά τα προσχήματα και δεν επέμεναν περισσότερον και αποχωρούσαν χωρίς να τους προσφερθή κανένα ποτό. Ύστερα από δύο τρείς ημέρες ξαναηρχόνταν αλλά και πάλιν προσκρούαν σ' άλλες δικαιολογίες και δυσκολίες. Αλλά οι εκπρόσωποι του νέου δεν το θεωρούσαν αυτό σαν προσβολή ή αποτυχία, και επήγαιναν και τρίτη και τετάρτη φορά και επέμεναν να ζητούν την νέαν σαν την μόνην και κατάλληλη για το λαμπρό και με πολλές αρετές πεπροικισμένο παλληκάρη των. Τελικά όταν ο πατέρας απεφάσιζε να πή το Ναί, έκαμε νεύμα στην συμβία του να κεράση «ρακίν». Τούτο ήταν το ποθητό «ναί». Τότε οι εκπρόσωποι του νέου άνοιγαν το δισάκκι, που είχαν φέρει, κι' αφού τραβούσαν κανένα δύο ρακιά, που συνοδεύοντο με εκλεκτά επιδόρπια, ώριζαν τον τρόπον και την ημέραν των αρραβώνων που ήταν ως επί το πλείστον η εσπέρα της επομένης Κυριακής. Κι' έτσι χαρούμενοι επέστρεφαν οι εκπρόσωποι του νέου διά να αναγγείλουν πως «Έφαγαν το δίσακκον ή έπηραν τον λόγον».
Τα σουμαδέματα ('Αρραβώνες)
Την εσπέραν της ωρισμένης Κυριακής, οι γονείς του νέου ελάμβανον το παλληκάρη των, τον ιερέα και μαζί με συγγενείς και φίλους ως και τα απαραίτητα δώρα (πασ̌κουσ̌ά), τα δακτυλίδια, το ρακί ως και τα πλούσια επιδόρπια και την πατροπαράδοτο λούρα, πήγαιναν στο σπίτι της νέας, όπου αφού όμιλούσαν για διάφορα ζητήματα και έπαινούσαν τις αρετές των νέων έστρωναν το τραπέζι, πάνω στο οποίο έβαζαν τα «σημάδε» και ο ιερεύς μετά τις εκκλησιαστικές ευχές, αντήλλασσε τα δακτυλίδια. Έπειτα ακολουθούσαν οι ευχές και τα δώρα των παρευρισκομένων, και το γλέντι άναβε με το φαγοπότι, τα τραγούδια και τους χορούς ως τις πρωινές ώρες οπότε και διελύοντο λέγοντες «Εδέκαμε τα σημάδά» ή «έσημαδέψαμε τον Νικόλαν σην Παρθέναν».
Απ' εκείνην την στιγμήν, η αρραβωνιασμένη έως την ημέραν του γάμου απέφευγε τους γονείς του νέου και εκρύβετο, ακόμη και από αυτόν τον αρραβωνιαστικό της, όταν ερχόταν καμμιά φορά στο σπίτι της. Ο αρραβώνας βαστούσε ένα χρόνο, δύο μέχρι και τρία. Κατά το χρονικόν τούτο διάστημα, ζήτημα ήταν αν ο νέος συναντούσε τέσσαρας ή και πέντε φορές την αρραβωνιαστικιά του, και τούτο μόνο με την παρέμβαση μεσάζοντος οικείου προσώπου.
Το σύρσιμα (ή απαγωγή)
Εις την περίπτωσι που οι σπιτικοί της νέας δεν εδέχονταν να δώσουν την κόρη των τότε αμέσως, και μάλιστα από την αρχήν διέκοπταν την συζήτησι και έλεγαν «Για φτό το ζήτημα κι' θέλουμε να έρχουστουν ξανά σό σπίτι μας». Και ο νέος όταν ήταν ανένδοτος στην αγάπη του και «τούλεγε η καρδούλα του», τότε σαν «έξυπνο παλληκάρη διάλεγε άλλο μονοπάτι», παρέσυρε, και έπειθε την καλή του και την έκλεβε (εσύρνεν άτεν) και πήγαιναν σ' άλλο χωριό όπου με χίλιες δύο διατυπώσεις και δυσκολίες εστεφανώνονταν.
Λαλέματα (προσκλητήρια)
Οι γονείς των μελλονύμφων πριν από μία εβδομάδα έστελναν με δικούς των ανθρώπους κόκκινα κεριά, από αγνό μελισσοκέρι, σε όλους τους συγγενείς και γείτονας για την χαρά που θα γίνονταν την προσεχή Κυριακή, ακόμη και στα γειτονικά χωρία. Σε κάθε προσκεκλημένη οικογένεια οι αγγελιοφόροι τούτοι της χαράς, που ήταν ως επί το πλείστον γυναίκες, άφηναν από ένα αγιοκέρι λέγοντας: «Η δείνα καλεί σας σον γόμον» ή «η δείνα κουίζ' σας σον γάμον» Και οι λαλεμέν, εφιλοδωρούσαν πάντοτε τους αγγελιοφόρους.
Τα καλέσματα για τ' άνοιγμα των ψαθυριών
Από τα χαράματα της Τετάρτης, (εβδομάς του γάμου), οι σπιτικοί του γαμβρού έδιναν εντολή σε μιά γυναίκα της προτιμήσεώς των να καλέση τις συγγενείς, και φίλες γυναίκες στο «Άνοιγμα των ζυμαρικών». Διότι οι συγγενείς του νέου είτε πλούσιοι, είτε φτωχοί ήσαν, επεκρατούσε η συνήθεια να προετοιμάσουν τα γαμήλια ψαθύρια. Και ούτω πως κάθε οικογένεια αναλόγως με την οικονομικήν της θέσιν, έπρεπε να προετοιμασθή για το φαγοπότι της χαράς. Δι' αυτό με ειδικήν πρόσκλησι (που έγινειτο με την αποστολήν χηρίου, διά μέσου γυναικός) προσκαλούσαν όλες τις συγγενικές γυναίκες ως και τις συγχωριανές, να προσέλθουν την Πέμπτην στο άνοιγμα των ζυμαρικών ήτοι, "στά φύλλα των ψαθυρίων και της πήττας". Έτσι την Πέμπτην οι καλεσμένες συγκεντρωμένες στο σπίτι του νέου άλλες μεν έστηναν τα ζύμωτρα, άλλες εκοσκίνιζαν, άλλες δε ητοίμαζαν τα απαιτούμενα εργαλεία διά το άνοιγμα των φύλλων, δηλαδή τραπέζια χαμηλά, (ανοίχτρας), ιχλαβούες κι άλλα. Και έτσι, όλην την ημέραν παρετηρείτο μιά ζωηρά κίνηση στο σπίτι του γαμβρού.
Η προετοιμασία της σ̌ινέας (του κινά)
Ταυτοχρόνως έζύμωναν και την σ̌ινέαν, (κόκκινο χρώμα), η οποία εχρησίμευε διά το βάψιμον των νυχιών της νύμφης. Την επομένην ημέραν τα συγγενικά και γνωστά κορίτσια του γαμβρού μετέφερον την σ̌ινέαν εις την νύμφην με πομπήν και με την συνοδείαν της αθανάτου λύρας, όπου και πάλιν την ζύμωναν και την μοίραζαν στα συγγενικά σπίτια της νύμφης. Το ίδιο βράδυ μαζεύοντο τα κορίτσια σχεδόν όλου του χωρίου, για να σ̌ινάζουν την νύμφεν, ως και τα καλεσμένα κορίτσια. Κατόπιν τραγουδούσαν και χόρευον με χ̌ιναγμένα χ̌έρι͜α. Το ίδιο γλέντι έγινειτο συγχρόνως και στού γαμπρού το σπίτι. Από την ώρα αυτή άρχιζαν οι χοροί κ' οι διασκεδάσεις, Σχετικό είναι το ακόλουθο τραγούδι:
«Τη Λίτσασσας τα ραχ̌ία είνο τσ̌αγιρλία τζιμενλία
(χ)α παίρω την αγάπη μ' θα βγαίνω σά ραχ̌ία.»
«Έναν κορτσόπον έμορφον έδεκε μεν καρύδε
επαρεκάλ'νεν κ' έλεγεν έπαρ μεν δαχτυλίδε».
Το πρωΐ, του Σαββάτου νέες και φίλες παρελάμβανον την νύφην σε γειτονικό σπίτι όπου με τραγούδια την έλουζαν και την προετοίμαζαν, το ίδιον έκαμαν και οι φίλοι του γαμβρού, μέσα σε εύθυμη και κεφάτη ατμόσφαιρα. Εν τω μεταξύ στρώνονταν τα τραπέζια και όλοι οι προσκεκλημένοι έπιναν και έτρωγαν, άλλοι μέν στο σπίτι της νύμφης και άλλοι εις του γαμβρού. Οι χοροί, τα τραγούδια και οι διασκεδάσεις διαρκούσαν μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας. Χαρακτηριστική ήταν η φράσις, που 'λεγαν: «Αν θέλ' ό Θεός κ' ή Παναγιά μ' εγώ σον γάμον του γυιού μ' θα κουΐζω τη Μαϊλεάντων τον Αντώνην από το Βατζούζουν». Ο Μαϊλέας ήταν ξακουστός μουσικός, 'ς όλη την περιφέρεια, ακόμη και στην Σεβάστεια.
Συνέχεια στο επόμενον β' μέρος
Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου - Πηγή: Ποντιακή Εστία
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
