• Home
  • Λαογραφία
  • Το Δωδεκαήμερο στη Σαντά του Πόντου, του κ. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Το Δωδεκαήμερο στη Σαντά του Πόντου, του κ. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Χριστός γεννέθεν χαρά 'ς σον κόσμον . . . Το Δωδεκαήμερο στη Σαντά του Πόντου, του κ. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Το χρονικό διάστημα από την Παραμονή των Χριστουγέννων ως τα Φώτα ονομαζόταν Δωδεκαήμερον· λεγόταν και Καλαντόφωτα. Στό διάστημα αυτό γύριζαν ελεύθερα τα εξωτικά δηλαδή οι μάϊσσες (τζαζούδες και περήδες) για να πνίγουν τα βρέφη, οι διαβόλ’ για να εβγάλνε α στήν στράταν τους ενήλικους, οι χορτλάχ για να αχπαράζνε τον κόσμον και προπάντων οι Κοντζολόζ για να πειράζουν όλους. Γι αυτό τις ημέρες αυτές δεν γίνονταν γάμοι, ούτε βαπτίσεις εκτός εάν κινδύνευε να πεθάνει το βρέφος. Οι Κοντζολόζ (Καλλικάντζαροι) είναι «αγραρθώπ» αναμαλλιασμένοι με λανάρια στά κεφάλια τους, για να σουβλίζουν εκείνους που εύρισκαν να εργάζονται τις ημέρες αυτές. Όλον το χρόνο είναι κάτω στή γη και μόνο το Δωδεκαήμερο που ό κόσμος είναι αφώτιστος παίρνουν την άδεια ν’ ανεβούν στόν απάνω κόσμο, και την Παραμονή των Φώτων φεύγουν και κρύβονται. Είναι σκελετωμένοι ντυμένοι, με βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα και οι περισσότεροι είναι κοντοί, κουτσοί, κουλοί, μονόφθαλμοι, ασχημομούρηδες, τσεβδοί και με ουρές. Είναι όμως και ευκίνητοι και σκαρφαλώνουν στους τοίχους. Οι Κοντζολόζ βγαίνουν να πειράζουν τους ανθρώπους, να κατουρήσουν τα μαγειρικά τους σκεύη κι’ άλλες μικροζημίες να τους προξενούν. Σκορπίζουν τ’ αλεύρι, χύνουν τα νερά στό πάτωμα, κατουρούν τη φωτιά για να τη σβήσουν, σταματούν το νερό της βρύσης, διοχετεύουν το νερό του μύλου αλλού. Το ευχάριστο είναι ότι είναι πολύ φοβετσιάρηδες· μια βιτσιά να δώσεις τον ένα, στό λεπτό όλοι γίνονται άφαντοι. Μπαίνουν στά σπίτια από τις πόρτες, τα παράθυρα, τις καμινάδες, ακόμα κι απ’ τις κλειδαρότρυπες. Η πρώτη τους δουλειά είναι να κατουρούν και να σβήσουν τη φωτιά, για να γίνει σκοτάδι. Ουρλιάζουν απαίσια και προκαλούν το φόβο και τρόμο των ανθρώπων· το μικρότερο κακό που κάμνουν είνε να παίρνουν τη φωνή των ανθρώπων. Οι νοικοκυρές σκεπάζουν καλά τα μαγειρικά σκεύη και κλείνουν τα τρόφιμα για να μην τα μαγαρίσουν· πολλοί έκαμναν απάνω στά πώματα το σημείο του σταυρού με κάρβουνο. Για το φόβο των καλλικαντζάρων έκλειναν καλά τις πόρτες αποβραδίς και δεν τις άνοιγαν παρά αφού φώναζαν οι πετεινοί, οπότε κάθε εξωτικό σπεύδει να κρυφθεί. Όποιος ήθελε να αποφύγει την επίσκεψη των καλλικαντζάρων και όλων των εξωτικών, έπρεπε 1) να μή σβύσει τη λάμπα· κι αν ήταν ανάγκη να βγεί από το σπίτι έπρεπε να κρατεί φανάρι ή τουλάχιστο δαυλό αναμμένο (αποκάμ’), διότι όλα τα εξωτικά φοβούνται το φώς και το αποφεύγουν. Γι αυτό και τοποθετούσαν το βράδυ της παραμονής στό τζάκι χοντρό κούτσουρο (κουρίν) για να διατηρεί άσβεστη τη φωτιά καθ’ όλο το Δωδεκαήμερο· και πριν καλά καλά να τελειώσει το ένα, τοποθετούσαν άλλο. 2) Να ραντίσει το σπίτι με αγιασμό. 3) Να σταυρώσει πόρτες και παράθυρα 4) Να καίει στό τζάκι παλιοτσάρουχα και άλλα βρώμικα πράγματα. Αλλ’ ας αφήσομε τους Καλλικάντζαρους.

Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων τα παιδιά γύριζαν στά σπίτια και έψαλλαν: «Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας..». Τα φιλοδωρούσαν με μερικές δεκάρες, και όσες δεν είχαν με φρούτα, που κι αυτά ήταν ευπρόσδεκτα, γιατί στή Σάντα δεν υπήρχαν τέτοια, παρά μόνο στά βορεινά σύνορα, στα Φτελένια. Τα καϋμένα, με πόση χαρά έτρεχαν στά χιόνια και πάγωναν, για μερικά γρόσια! Η νοικοκυρά ερμάτωνεν το τραπέζ δηλαδή το έστρωνε και το στόλιζε με εφτά λογής φαγητά. Αν δεν ετοίμαζε τόσα, τα συμπλήρωνε με φρούτα νωπά ή ξερά, ακόμα και με φέτες από γλυκοκολόκυθο. Άναβε και τόσα κεριά όσοι ήταν οι νεκροί του σπιτιού και ένα παραπάνω για κείνον που είχε λησμονήσει ή τρία κεριά για όλους, «πάππων πρός πάππον, γονέων πρός γονέων». Έβαζε και θυμίαμα στό θυμιατό και θύμιαζε τους παρόντας και το τοποθετούσε επάνω στό τραπέζι. Εκείνο το βράδυ δεν το σήκωναν το τραπέζι «'κ̌’ επερμάτωναν ατό», για να είνε διαρκής ο πλούτος των αγαθών και η ευτυχία. Για τον ίδιο λόγο η νοικοκυρά σκόρπιζε στό σπίτι καρύδια ή λεφτοκάρια, τα οποία τα παιδιά μάζευαν την άλλη μέρα.

Χριστούγεννα! Από τα μεσάνυχτα ήταν συγκεντρωμένοι στήν εκκλησία· αν δεν ξυπνούσε κανένας, πήγαινε κάποιος και τον ξυπνούσε. Πρίν από τα ξημερώματα έβγαιναν από την εκκλησία. Τις ημέρες αυτές γίνονταν γλέντια και χοροί, επισκέψεις στους συγγενείς που κατοικούσαν σε άλλο χωριό. Έτσι περνούσαν τις ημέρες ως την Παραμονή του νέου έτους.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Το βράδυ έβαζαν στό τζάκι το Καλαντοκούρ. Η νοικοκυρά ερμάτωνεν το τραπέζ’ όπως και κατά τα Χριστούγεννα. Τα παιδιά γύριζαν το βράδυ στά σπίτια ψάλλοντας «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία». Στα παλιά τα χρόνια έψαλλαν «Αρχή Κάλαντα κι αρχή του χρόνου...». Από το βράδυ εκείνο άρχιζαν να γυρίζουν τα Μωμοέρια.

Τα Μωμοέρια ή οι Μωμοέρ ήταν τα καρναβάλια του Πόντου· άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και τελείωναν την Απόκρεω. Καθένας από τους ηθοποιούς φορούσε ρούχα ανάλογα με το ρόλο του, είχαν προσωπίδες και παράσταση κωμική. Τα πρόσωπα της κωμωδίας ήταν: Ο Μωμόερον (γαμπρός), φορεμένος πόστια (προβιές) με ξυμυτό καλπάκι στό κεφάλι, και με ουρά απο την οποία κρεμόταν ένα κουδούνι και άλλα μπιχλιμπίδια. Η νύφε, φορεμένη όπως οι νύφες. Ο ζαπτιάς (χωροφύλακας) με όπλο. Ο διατρόν (ιατρός) με ψευτοφάρμακα. Ο διάβολον με κέρατα και ουράν. Ο λυριτζής και μερικοί μεταμφιεσμένοι χορευτές. Οι ηθοποιοί αυτοί ήταν αυτοσχέδιοι, δεν είχαν αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα. Επειδή όμως η ζωή μας ήταν μονότονη χωρίς τα αγαθά της συγκοινωνίας, χωρίς μέσα αναψυχής, γι αυτό περίμεναν με ανυπομονησία τοι Μωμοέρτς. Η γελοία αμφίεσή τους, οι κωμικοτραγικές σκηνές, οι κωμικές κινήσεις σκόρπιζαν την ευθυμία και προκαλούσαν τους ακράτητους γέλωτας των θεατών. Είπα πως αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα δεν είχαν: Διάλογοι κωμικοί λάμβαναν χώρα. Επειδή στον χορό πειράζουν τη νύφη, ό Μωμόερος βγάζει το σπαθί· τον πληγώνουν και πέφτει ή πεθαίνει. Φωνάζουν τον γιατρό και τον χωροφύλακα. Ο χωροφύλακας πιάνει τον ένοχο με τη βοήθεια τή διαβόλονος. Ο γιατρός με τα ψευτοφάρμακά του ανασταίνει το Μωμόερον. Ακολουθεί η Καταδίκη του φονέα. Κάποτε και το κάψιμο. Χαίρονται και ξαναχορεύουν. Άλλοι οργανώνουν απαγωγή της νύφης οπότε πληγώνεται ό Μωμόερος. Οι θεατές φιλοδωρούσαν τοι Μωμοέρτς με χρήματα και καρπούς. Πήγαιναν και από χωριό σε χωριό.

Ας γυρίσωμε τώρα στήν Πρωτοχρονιά. Κάλαντα!
Πρίν να χαράξει η Αγία Ανατολή πήγαιναν, πρό παντός οι κοπέλλες, να καλαντιάζ'νε το πεγάδ και τις νεράϊδες που το κατοικούν, αμίλητοι κατά τη μετάβαση και την επιστροφή, και να πάρουν νερό (καλαντόνερον) χάριζαν δηλαδή στην βρύση φρούτα, έπαιρναν όμως εκείνα με τα οποία ο προηγούμενος εκαλαντίασεν, ευχόμενοι:«Κάλαντα καλός καιρός, πάντα και τού χρόνου. Άμον ντό τρέχ’ το νερόν να τρέχ’ κι η ευλοϊα». Ύστερα από αυτό φρόντιζαν να οδηγήσουν στην βρύση και να ποτίσουν πρώτοι τα ζώα τους, προπάντων εκείνοι που ήταν κοντά. Το πρωί η νοικοκυρά σκόρπιζε στό στάβλο διάφορους σπόρους και εκαλαντίαζεν τα ζά (αγελάδια) κόβοντας λίγο τις τρίχες της ουράς τους· χτυπούσε λαφριά με μία βίτσα τα ζώα και τα παιδιά της λέγοντας: «Άλλαξον το χούϊ σ’ (ελάττωμα)». Τα κορίτσια εκαλαντίαζαν τα μαλλιά τους δηλαδή τα έκοβαν λιγάκι στις άκρες για να μεγαλώσουν. Κρατούσαν έναν σκουλίν (μπούκλα) μαλλίν κάτω από το νερό της βρύσης «νά παίρ’ άτο και τρέχ̌’ και τρανίνε τα μαλλία τουν, καί τρέχ̌’ η τύχη άτουν». Την ημέρα αυτή δοκίμαζαν το ποδαρικόν του πρώτου που θα έμπαινε στό σπίτι· δηλαδή θυμούνταν ποιός μπήκε πρώτος και αν μέν η χρονιά πέρασεν ευτυχισμένη, έλεγαν: Το ποδαρικόν άτ’ καλόν έτον· άν όμως είχαν αρρώστειες ή αναποδιές, δυστυχήματα, έλεγαν: Το ποδαρικόν άτ’ κακόν έτον. Γι’ αυτό φρόντιζαν πρωί πρωί να βάλουν στό σπίτι ένα παιδάκι που ήταν ανημάρτωτον (χωρίς αμαρτίες) και επομένως θα είχε καλό ποδαρικό. Την ημέρα αυτή τα παιδιά μ’ ένα μήλο ή πορτοκάλλι γύριζαν τα συγγενικά σπίτια για να καλαντιάζνε δηλαδή για να καρφώσουν στό πορτοκάλλι μερικά καπίκια, ή μονόγροσα ή δίγροσα.

Οι δώδεκα πρώτες μέρες του μηνός αυτού χρησίμευαν ως προγνωστικά των 12 μηνών. Δηλαδή αν την πρωτοχρονιά έκαμνε καλό ή κακό καιρό, όλος ό Γενάρης θα ήταν καλός ή κακός. Αν η δευτέρα του μηνός ήταν καλή, όλος ό Φλεβάρης θα ήταν καλός κ.ο.κ.

Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά γύριζαν τα σπίτια και έψαλλαν: «Σήμερον τα Φώτα και φωτισμός». Η νοικοκυρά ετοίμαζε το τραπέζι όπως και τα Χριστούγεννα. Τα κορίτσια έκαμναν «Τ’ αλυκόν την πίταν» δηλαδή έψηναν αλμυρή πίτα που έτρωγαν από το βράδυ, και όποιον άντρα έβλεπαν στ’ όνειρό τους ότι τους έδωσε νερό, εκείνος θα ήταν ο μελλούμενος σύζυγός τους. Τον αγιασμό που έπαιρναν την Παραμονή δεν τον φύλαγαν, αλλά τον ξόδευαν πίνοντας, ραντίζοντας το σπίτι, το στάβλο, τα ζώα, την αυλή τον κήπο. Τα Φώτα πήγαιναν μεσάνυχτα στην εκκλησία. Δεν υπήρχε κοντά λίμνη ή ποτάμι, για αυτό η κατάδυση του Σταυρού γινόταν στήν εκκλησία μέσα σ’ ένα «δίλαβον χαλκόν». Μετά το «Εν Ιορδάνη» ο καθένας προσπαθούσε να πάρει πρώτος αγιασμό με χάλκινους μαστραπάδες· για αυτό πολλές φορές πληγώνονταν στά χέρια. Από τον αγιασμό αυτό έβαζαν σε μπουκάλι και τοποθετούσαν στό εικονοστάσι για να χρησιμέψει σε ώρα ανάγκης: αχπάραγμαν, διάφορες αρρώστειες και ως ξόρκι διά εξωτικά. Στόν αγιασμό αυτό έσβηναν τη λαμπάδα τους με την οποία κατόπι «εμούντσευαν τα ζά», δηλαδή καψάλιζαν τις τρίχες των μασταριών τους μετά τον τοκετό. Ποιό ήταν άραγε εκείνο που μας έκανε τα χρόνια εκείνα να ξεχνούμε κάθε άλλη σκέψη και έγνοια, και να αφοσιωθούμε στις θρησκευτικές και τις εθνικές μας παραδόσεις; Ήταν ό χρόνος, ήταν το χαμηλό πνευματικό μας επίπεδο, ήταν η σκλαβιά; Σήμερα μολονότι η επιστήμη έχει εξελιχθεί σε αφάνταστο βαθμό, σήμερα μολονότι και ο φτωχός έχει χωρίς σύγκριση περισσότερες απολαύσεις από τον τότε πλούσιο, όμως όλοι μας ζούμε με παντοτινές έγνοιες και βάσανα, και οι εθνικές και θρησκευτικές μας παραδόσεις έχουν χάσει τη μεγαλοπρέπεια και τη γοητεία τους.

Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης) - Το Δωδεκαήμερο στη Σαντά του Πόντου - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1960

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ