• Home
  • Λαογραφία
  • Η κηδεία στην Σαντά (Σάντα) - Λαογραφικά Πόντου - Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης)

Η κηδεία στην Σαντά (Σάντα) - Λαογραφικά Πόντου - Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης)

Σανταίοι στο Χαλβά Ματέν (κηδεία) - οι απόγονοι τους ζούν στη Νότια Αλμωπίας Η Κηδεία στην Σάντα (Σαντά) - Λαογραφικά Πόντου του κ. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη) Το μοιρολόϊ στον Πόντο - Γιάννης Χαραλαμπίδης (Ηχογράφηση Μέλπως Μερλιέ)

Οι φωνές της κουκουβάγιας καὶ τοῦ κόρακα, τὸ ούρλιασμα τοῦ σκύλου καὶ τοῦ ἀγριέγατου, τὸ λάλημα τῆς κότας ποὺ μοιάζει τοῦ κόρακα, προυῄνυαν κακό, προπάντων στὸ σπίτι ποὺ εἶχαν ἄρρωστο. Τὴν κότα τὴν ἔσφαζαν, τὰ δὲ ἄλλα ζῶα τὰ ἔδιωχναν. ’Ἀκόμα, ἄν ἔβλεπαν κανένα ὄνειρο προσπαθοῦσαν νὰ τὸ συσχετίσουν με τὴν κατάσταση τοῦ ἀρρώστου. Ὅταν ὁ ἄρρωστος «ἐψύλλιζεν» τὸ γεργάν ἀτ ἔκανε χειρονομίες σὰν νὰ (ζητοῦσε ψύλλους στὸ πάπλωμά του), καθὼς καὶ ἄν ξαφνικὰ βελτιωνόταν ἡ κατάστασή του, ἔλεγαν πὼς θὰ πέθαινε. Ὁ ἄρρωστος καλοῦσε τοὺς σπιτικοὺς καὶ τοὺς ἔδινε τὰς τελευταίας συμβουλές· ἐκεῖνοι τοῦ φιλοῦσαν τὸ χέρι κι ἔπαιρναν τὴν εὐχή του. ’Αν εἶχε διαφορὲς με κάποιον, ἤ ἄν ἦταν μαλλωμένος με ἄλλον, τοὺς καλοῦσε γιὰ νὰ συχωρεθοῦν· κι ἐκεῖνοι προσέρχονταν, διότι θεωροῦσαν ἀντιχριστιανικὸ καὶ ἀπάνθρωπο νὰ ἀρνηθεῖ κανεὶς τὴ συχώρεση στὸν ψυχομαχοῦντα. «Ἐσχώρ’ με κι ὁ Θεὸς συχωρέει σε» ἦταν ἡ σχετικὴ ἔκφραση. Ὅταν δὲ οἱ σπιτικοὶ καταλάβαναν ὅτι ὁ ἄρρωστος ἦταν στὶς τελευταίες του στιγμές, καλοῦσαν τὸν παπὰ νὰ τὸν κοινωνήσει· ὁ παπὰς πήγαινε μόνος κι ἀμίλητος. ’Αν δὲ ἔλειπε ὁ παπὰς, τὸν ἔδιναν νὰ πιεῖ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Φώτων, ποὺ φύλαγαν στὸ εἰκονοστάσι. Βλέποντας τοὺς μορφασμοὺς τοῦ ἀρρώστου, ἔλεγαν ὅτι ἔβλεπε τὸν ἄγγελό του ἢ τὸ χάρο ἢ ἄλλα ἄγρια φαντάσματα. ’Εκεῖνος ποὺ εἶχε καλὴ ψυχή, ἔδινε τὴν ψυχή του «σὰν τὸ πουλί». ’Αν τὸ ψυχομάχημα διαρκοῦσε πολύ, τὸ ἀπέδιδαν τὰ ἑξῆς: 1) Ὅτι εἶχαν κατάρα ἀπὸ γονιό. 2) Ὅτι ἔχπανεν τὰ συνόρια (ἀφαιροῦσε τὰς μακριὲς πέτρες ποὺ χωρίζουν τὰ κτήματα). 3) Ὅτι περίμενε ξενιτεμένο (στὴν περίπτωση αὐτὴν τοποθετοῦσαν ἐπάνω στὸν ἄρρωστο τὴ φωτογραφία τοῦ ξενιτεμένου, ἢ κανένα φόρεμά του γιὰ νὰ μὴν πάει ἀρωθυμα̤γμένος). 4) Ὅτι ἐχπαράεν (ξαφνιάστηκε) ἀπὸ τὰ κλάματα τῶν σπιτικῶν του (στὴν περίπτωση αὐτὴν θὰ πέθαινε τὴν ἴδια ὥρα τῆς ἑπομένης ἡμέρας). Γιὰ νὰ γλιτώσει δὲ ἀπὸ τὰ βάσανα, παρακαλοῦσαν τὴν Παναγία, τὸ Χριστό, τοὺς ἁγίους: «Παναΐα, ἔπαρ τον κι ἄς γλιτῶν ἀς τὰ τόσα βάσανα». Ὅταν ὅμως ὁ ἄρρωστος δὲν ἔχανε τὰς αἰσθήσεις του, παρακαλοῦσε ὁ ἴδιος «’Ἐχάθεν τὸ τα̤φτάρι μ'» (χάθηκε τὸ βιβλίο τοῦ χάρου ὅπου εἶναι γραμμένοι οἱ ἄνθρωποι). Θέ μ' ἔπαρ με κι ἄς γλιτώνω. Γιὰ κεῖνον ποὺ πέθανε ἔλεγαν: ἐπέθανεν, ἐτελείωσεν, ἐξυπνόϊσεν, ἐγλίτωσεν, ἐφέκε μας ύειαν. Μόλις ξεψυχοῦσε ἔβγαζαν σπαρακτικὲς φωνές, ποὺ διέδιδαν τὴ θλιβερὴ εἴδηση σ’ ὅλο τὸ χωριό. ’Αν ἦταν παρών καὶ κανένας ξένος, ἤ πήγαινε ὁ ἴδιος νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα θανατικὰ (πένθιμα, πολύ ἀργά), ἢ ἔστελνε κανένα μεγάλο παιδί. Τότε ὅλοι οἱ γείτονες, καὶ ὅσοι ἄλλοι βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ χωριό, παραιτοῦσαν ἀμέσως τὴν ἐργασία τους καὶ ἔτρεχαν πρὸς τὸ χωριό, ρωτώντας ποιὸς πέθανε· τὸ σπίτι πλημμυροῦσε ἀπὸ κόσμο. Ἡ πρώτη φροντίδα ἦταν νὰ «καλυμπῶνε» τὸν ἀποθαμένον (νὰ κλείσουν τὰ μάτια του καὶ στόμα) νὰ τὸν τεντώσουν ὅσο ἀκόμα ἦταν ζεστός, νὰ σιάξουν τὰ πόδια του, νὰ σταυρώσουν τὰ χέρια του καὶ νὰ τὸν γυρίσουν πρὸς τὴν πρὸς τὴν ἀνατολή. ’Εννοεῖται ὅτι αὐτὰ τὰ ἔκαμναν οἱ γείτονες· ἔπειτα τὸν ἔπλυναν (ἐσΐλευαν ἀτον) με βρεμένο πανί, τὸν ἐσαβάνωναν με πανί, χωρὶς νὰ μεταχειρισθοῦν ψαλίδι· τὸν ἔντυναν με καθαρὰ ἢ καινούργια ροῦχα (ἄν εἶχε). ’Αν εἶχε καινούργια παπούτσια, ἢ ἄν ἔβρισκαν στὰ μαγαziὰ παντοῦφες, τοῦ φοροῦσαν, ἀλλιῶς τοῦ φοροῦσαν μόνο καινούργια ὀρτάρᾶ (μάλλινες κάλτσες). ’Αν ἦταν νιόγαμπρος ἢ νιόνυφη τὸν ἔντυναν τὰ γαμπριάτικα ἢ τὰ νυφιάτικα ροῦχα· ἡ σχετικὴ φράση ἦταν: «ἐφόρτσαν κι ἐρμάτωσαν τὸν ἀποθαμένον». ’Αν τὸ πρόσωπό του ἦταν ἄγριο, τὸ σκέπαζαν μὲ μαντήλι, ἀλλιῶς τὸ ἄφναναν ἀκάλυπτο. Τὸν τοποθετοῦσαν σ’ «μεσοχάμ» (στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ) ἀπάνω σὲ στρῶμα, ὣς ὅτου νὰ ἑτοιμασθεῖ ἡ κασέλα (τὸ φέρετρο). Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἡ ἐκκλησία εἶχε «κανόν» (φορεῖο) με τὸ ὁποῖο μετέφεραν τὸ νεκρὸ ὣς τὸν τάφο, ὅπου μετὰ τὴν ταφή, μετεφέρετο στὸν ναόν. Κοντὰ στὸ κεφάλι του τοποθετοῦσαν κανδήλα, καὶ πολλοὶ στὸ στῆθος του εἰκόνα. Οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ πένθους γίνονταν ὑπὲρ τὸ μέτρο. Οἱ γυναῖκες ξέπλεκαν τὰ μαλλιά τους. τὰ τραβοῦσαν καὶ τὰ ξερρίζωναν· χτυποῦσαν τὰ γόνατα, τὸ στῆθος, σπάραζαν τὰ μάγουλα, ξέσχιζαν τὰ ροῦχα, κυλιόνταν καταγῆς καὶ γίνονταν πιὸ οἰκτρὲς καὶ ἀπὸ τὸ νεκρό. «Αίμα μ’, πούλι μ’, γιάβρι μ’, στερέα μ’, ταμάλι μ’» προσφωνοῦσαν τὸ νεκρὸ ἄν ἦταν νέος ἢ νέα, σκύβοντας ἐπάνω στὸ φέρετρο. Δὲν ἔλειπαν βέβαια οἱ συμβουλὲς καὶ οἱ παραγγελίες νὰ τιμοῦν τοὺς νεκροὺς ὄχι μὲ πολλὰ δάκρυα καὶ κακώσεις, ἀλλὰ με τὴν ἀγαθὴ μνήμη καὶ τὴ συχνὴ ἐκτέλεση τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν ἄλλων ἐθίμων (π. χ. ἐλεημοσυνῶν), διότι οὔτε ὁ Θεός, οὔτε δὲ καὶ αὐτοὶ οἱ νεκροὶ εὐχαριστοῦνται ἀπὸ τὴν ὑπέρμετρη λύπη. «Ὅσοι ἀπὸ τοὺς χωριανοὺς προσέρχονταν, κάθονταν γύρω ἀπὸ τὸ φέρετρο καὶ ἔκλαιναν, ἀπλώνοντας τὰ χέρια ἐπάνω στὸ νεκρό. Δὲν ἦταν λίγες ἐκεῖνες ποὺ μοιρολογοῦσαν αὐτοσχεδιάζοντας, ἀνάλογα με τὴν ἡλικία τις οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις καὶ τὴν οἰκονομικὴ κατάσταση τοῦ νεκροῦ. Οἱ γυναῖκες συναγωνίζονταν ποιὰ θὰ ἐμπνευσθεῖ τὰ ὡραιότερα καὶ συγκινητικώτερα μοιρολόγια, οἱ δὲ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνες ποὺ τὸν ἐφύμνησαν καλύτερα. Ὅσες δὲ μοιρολογίστριες εἶχαν νεκρὸ θαμμένο, πρὶν ἀπὸ λίγον καιρὸ φρόντιζαν μὲ τέχνη ν’ ἀναφέρουν καὶ τὸ δικό τους πόνο. Ἡ γυναῖκα τοῦ νεκροῦ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ξαίρει νὰ μοιρολογᾶ καὶ νὰ ἀπαντᾶ εὔστοχα καὶ στὰ μοιρολόγια τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ μὴ προκαλέσει τὶς εἰρωνεῖες τῶν παρόντων. Ὅλες ὅμως δὲν εἶχαν τὸ χάρισμα νὰ μοιρολογοῦν, μερικὲς μάλιστα προκαλοῦσαν τὸ χαμόγελο τῶν παρόντων μὲ τὶς μωρολογίες τους, π. χ. μιὰ τῆς ὁποίας πέθανε ὁ πατέρας μοιρολόγησε: «Πατέρα, ἐπεσέρτσες τὴ μάνα μ’ ἀπ’ ἄνθεν κι ἀπὸ κάθεν» ἐννοώντας ἄνθεν τὴν Σαντὰ καὶ κάθεν τὴ Γεμουρὰ ὅπου παραχείμαζαν. Στὸ μεταξὺ ἐρχόταν καὶ ὁ παπὰς γιὰ νὰ διαβάσει τρισάγιο· ἔχιναν καὶ τὸ νερὸ τῆς στάμνας, διότι ὁ ’’Αγγελος στὸ νερὸ αὐτὸ ἔπλυνε τὸ αἱματωَβαμμένο σπαθί του, καὶ ἔφερναν καινούριο ἀπὸ τὴ βρύση. Τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια ἐξακολουθοῦσαν ὣς ἀργὰ τὴ νύχτα· τότε μερικοὶ γείτονες ἑτοίμαζαν φαγητὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους, γιὰ νὰ ταϊσουν τοὺς σπιτικοὺς καὶ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ, καὶ κάποτε τὸ κατάφερναν, κάποτε ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲ μποροῦσαν νὰ τοὺς πείσουν νὰ φᾶνε. Εἰδοποιούνται καὶ οἱ συγγενεῖς ποὺ ἦσαν στὰ ἄλλα χωριά. ’Αλλοι γείτονες ἔψηναν τὰ κόλλυβα καὶ ἐρμάτωναν (ἑτοίμαζαν-έστρωναν) τὸ τραπέζι· ἦταν μεγάλο μονοκόμματο χαμηλὸ ξύλινο στρογγυλὸ τραπέζι τὸ γέμιζαν μὲ κόλλυβα ἀπὸ σκέτο σιτάρι με ψίχα καρυδιοῦ καὶ ζάχαρη.  Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου - Θάνατος - Κηδεία - του Ξένου Ξενίτα (Άκογλου Ξενοφώντα)

Κηδεία νεαρού Έλληνα Αργυρούπολη 1902 Τὸ ξενύχτι κοντὰ στὸ νεκρὸ (μόναγμαν). Πολλοὶ καὶ πολλές, προπάντων γέροι καὶ γριὲς ξενυχτοῦσαν κοντὰ στὸ νεκρὸ (ἐμόναζαν τὸ λείψανον). Τὰ μοιρολόγια σιγὰ σιγὰ χαμήλωναν καὶ ἔπαυαν, ὄχι μόνο γιατὶ κουράζονταν, ἀλλὰ προπάντων γιατὶ δὲν τὸ εἶχαν γιὰ γούρι· μιλοῦσαν χαμηλά, κλαψιάρικα γιὰ τὸ νεκρό, τὰ προτερήματά του, τὸ σκοπό του, τὰ ὀρφανά, ἱστορίες καὶ περιστατικὰ τῆς ζωῆς του. Οἱ σπιτικοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς κακώσεις στὶς ὁποῖες ὑπέβαλλαν τὸ πρόσωπο καὶ τὸ λαιμὸ καταξεσχίζοντάς τα, ξεριζώνοντας τρίχες καὶ χτυπώντας κεφάλι καὶ στῆθος μὲ τὰ χέρια, κοιμοῦνταν ἐκεῖ πλάϊ στὸν νεκρό, ἐπάνω στὸ χῶμα, ὅταν ἐξαντλούνταν καὶ δὲν ἄντεχαν πιά. Πρόσεχαν νὰ διώξουν ἀπὸ τὸ σπίτι τὴν γάτα μὴν τυχὸν καὶ δρασκελίσει τὸν νεκρό, κατ’ ἄλλους μὲν γιὰ νὰ μὴν βρυκολακιάσει (ὁ νεκρός), κατ’ ἄλλους δέ, διότι ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σε γάτα, ζητεῖ νὰ μπεῖ στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα

Η εκφορά. Τὴν ἄλλη μέρα γινόταν ἡ ἐκφορά. Οἱ γυναῖκες διαμαρτύρωνταν γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς προσπαθώντας νὰ τὴν ἀναβάλλουν, νὰ χορτάσουν κλαίγοντας τὸ νεκρό. Μόλις σήκωναν τὸ νεκρό, ἔχυναν νερὸ στὸ μέρος ὅπου ἦταν καὶ ἔσπαναν ἕνα πιάτο· «ὅπως σπάνει τὸ πιάτο, ἔτσι νὰ σπάνει καὶ τὸ κεφάλι τοῦ χάρου» ἀνοιγαν πόρτες καὶ φεγγίτες γιὰ νὰ φύγει ὁ χάρος, ἐνῶ οἱ γείτονοι ἔκλειναν τὶς δικές τους, γιὰ νὰ μὴ τυχὸν καὶ μπεῖ μέσα. Νέοι δυνατοὶ βαστοῦσαν τὸ φέρετρο ἀπὸ τὶς 4 γωνιές· ἄν δὲ ὁ νεκρὸς ἦταν βαρύς, ἔβαζαν σχοινιὰ στὶς δυὸ ἄκρες. Μπροστά πήγαινε τὸ σκέπασμα τῆς κασέλας, ἔπειτα τὰ κόλλυβα, ὁ σταυρός, ὁ ψάλτης, ὁ παπὰς, τὸ λείψανο, οἱ σπιτικοί, οἱ συγγενεῖς καὶ ὁ λαός· πολλοὶ καλοῦσαν όλους τοὺς παπάδες τῆς Σαντᾶς γιὰ τὴν κηδεία, ἄλλοι μόνον τῶν κοντινῶν χωριῶν ἐκτὸς ἀπὸ τὰ χρήματα, ἔδιναν στὸν καθένα ἀπὸ ἕνα ψωμὶ (πίτα). Ἡ μάνα δὲν ἀκολουθοῦσε τὸ λείψανο τοῦ πρώτου παιδιοῦ της, γιὰ νὰ μὴν τῆς πάρει ὁ χάρος καὶ ἄλλα. ’Αν ὁ καιρός ήταν καλός, ἡ μετάβαση στὴν ἐκκλησία γινόταν ὄχι ἀπὸ σύντομο δρόμο, ἀλλὰ κάμνοντας τὸ γύρο τοῦ χωριοῦ· σε μερικὰ μέρη, βρύσες, ἁλώνια πλατεῖες, σταματοῦσαν, ἀπόθεταν καταγῆς τὸ λείψανο, καὶ ὁ παπὰς διάβαζε συχωρητικὴ εὐχή. Τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια ἐξακολουθοῦσαν. Ὅταν ἔφταναν στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας, ἐκεῖνες ποὺ είχαν φρεσκοθαμμένα πρόσωπα δὲν ἔμπαιναν μέσα, ἀλλὰ πήγαιναν στὸν τάφο τους ποὺ ἦταν στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας καὶ μοιρολογοῦσαν. Στὴν ἐκκλησία ἀπέθεταν τὸ λείψανο κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο· οἱ σπιτικοὶ καὶ συγγενεῖς τριγύριζαν τὸ λείψανο γοναστοὶ καὶ ἔκλαιναν χαμηλά, ἐνῶ ὁ παπὰς καὶ οἱ ψάλτες ἔψαλλαν τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία. Στὸ «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμὸν» οἱ περισσότεροι φιλοῦσαν τὸ πρόσωπο, καὶ μόνο μερικοὶ τὴν εἰκόνα ποὺ ἦταν ἐπάνω στὸ στῆθος τοῦ νεκροῦ. Τότε οἱ σπιτικοὶ ἔβγαζαν σπαρακτικὲς φωνές, ἄν ὁ νεκρὸς ἦταν νέος ἢ νέα, ἄν ἄφηνε χήρα καὶ ὀρφανά. Τέλος σήκωναν τὸ φέρετρο καὶ τὸ μετέφεραν με τὴν ἴδια τάξη στὸν τάφο, ὅπου τὸ τοποθετοῦσαν στὸ χεῖλος του γιὰ νὰ διαβάσει ὁ παπὰς τρισάγιο. Στὰ χείλη τοῦ νεκροῦ ὁ παπὰς τοποθετοῦσε ὁμοίωμα κέρματος ἀπὸ κερί, στὸ ὁποῖο χάραζε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ποὺ ἀντικαθιστοῦσε τὸν ὀβολὸ τοῦ χάροντα τῶν προγόνων μας. Ἕνας ἄντρας γερὸς κατέβαινε στὸν τάφο· οἱ ἄλλοι με σχοινιὰ κατέβαζαν τὸ λείψανο· τότε οἱ θρῆνοι ἔφταναν στὸ ζενίθ. Ὁ νεκροθάφτης ἀφαιροῦσε τὸ μαξιλάρι καὶ τοποθετοῦσε ἀλλο μικρότερο με χῶμα. Ὁ παπὰς ἔρριχνε σταυρωτὰ με τὸ φτυάρι χῶμα στὸ φέρετρο καὶ ἄδειάζε τὸ θυμιατὸ λέγοντας: «Γῆν ἦν καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει. Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ὁ νεκροθάφτης ἔπαιρνε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ σάβανο γιὰ κείνους ποὺ τυχὸν «θὰ ἐχπαράουσταν» «θὰ ἐβλάφκουσαν» ἀς τὸ λείψανον (θὰ ἀρρώσταιναν ἀπὸ φόβο ἢ συγκίνηση) καὶ σκέπαζε τὴν κασέλα με τὸ χῶμα, τὸ στερέωνε με πέτρες, ἐνῶ ἀπὸ πάνω ἔρριχναν χῶμα. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ποὺ δὲν ἔκαμναν φέρετρα, τοποθετοῦσαν τὸν νεκρὸ καταγῆς, τὸν σκέπαζαν με σανίδια, καὶ ἔρριχναν τὸ χῶμα. Μαζὶ με τοὺς νεκροὺς ἔθαφταν καὶ μερικὰ πράγματά τους προσφιλή, π.χ. με τοὺς μαθητὲς ἔθαφταν τὴν τσάντα με τὰ βιβλία καὶ κοντύλια τους· με τὰ μικρὰ παιδιὰ τὰ παιγνίδια τους· με τὸ γέρο τὸ κομπολόϊ του. ’Αφοῦ γέμιζαν τὸν τάφο, τοποθετοῦσαν ἐπάνω τὸ φτυάρι καὶ τὸν κασμὰ σὲ σχῆμα σταυροῦ καὶ τὰ ἄφηναν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Ἐνῶ γίνονταν αὐτά, ἄλλος μοίραζε τὰ κόλλυβα καὶ ἔφευγαν. ’Αν δὲν πέρασαν τρία χρόνια ἀπὸ τὸν τελευταῖο θάνατο ἑνὸς μέλους τῆς οἰκογενείας, ἄνοιγαν καινούριο τάφο πλάϊ στὸν παλαιό.  Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.

Η Κηδεία στην Σάντα (Σαντά) - Λαογραφικά Πόντου του κ. Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη) - Καστανιά - Ημαθίας - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1961

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ