• Home
  • Λαογραφία
  • Ο τονανμάς (πυροβολισμοί-ομοβροντίες) - Σημειώματα από την Κρηνίτα και τόν Όφιν, του κ. Δ. Χατζή Ιωαννίδη.

Ο τονανμάς (πυροβολισμοί-ομοβροντίες) - Σημειώματα από την Κρηνίτα και τόν Όφιν, του κ. Δ. Χατζή Ιωαννίδη.

Έλληνες Κρωμναίοι επιδίδονται ένστολοι οπλοφόροι σε κυνήγι στην ποντι(α)κή ύπαιθρο περί το 1900Ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὰ κοινὰ ὅπλα εἶναι γενικὴ καὶ πασίγνωστη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. Τὴν ἐκδήλωσιν πάσης φύσεως χαρᾶς καὶ εὐθυμίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ τραγούδι καὶ τὸ χορό, τὴν ἐπλαισίωναν οἱ πατέρες μας καὶ μετὰ τὸν ἦχο τῶν πυροβολισμών.

Ὅταν οἱ πυροβολισμοὶ ἐξετελοῦντο ἀπὸ πολλοὺς ἐν παρατάξει καὶ κατὰ σειράν, τότε, τοῦτο ἐκαλεῖτο τονανμᾶς. Ἡ λέξις νομίζομεν ὅτι εἶναι Τουρκική, ἀγνοοῦμεν ὅμως τὴν ἐτυμολογίαν της. Τονανμᾶς λοιπὸν ἐγίνετο σὲ μιὰ συγκέντρωσι χαρᾶς, σὲ γάμους, σὲ ἐπιστροφὴ ξενιτεμένων, σὲ ἀναγγελία γεννήσεων, ὁπότε ἐδίδοντο εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις καὶ δῶρα. Κυρίως ὅμως τὸ Πάσχα ἦταν ἡ μεγάλη εὐκαιρία τῶν τονανμάδων — τῶν ὁμαδικῶν καὶ προγραμματισμένων πυροβολισμῶν. Θὰ περιγράψωμεν κατωτέρω τύπους τονανμᾶ περὶ τὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ τἀς ἀρχὰς 20οῦ αἰῶνος εἰς τὸ χωρίον Κρηνίτα, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὸ Πάσχα. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
«Ὅλοι οἱ ἔχοντες ὅπλα πήγαιναν στὴν ἐκκλησία, τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ἔνοπλοι· ὅσοι νέοι δὲν εἶχαν, ἐδανείζοντο ἀπὸ ἄλλους πλεονάζοντα ἢ χρησιμοποιoῦσαν τὰ ὅπλα ἐκείνων ποὺ ἔλειπαν. Ἐφωδιάζοντο ἐγκαίρως μὲ μπαροῦτι, διότι εἶχαν τότε τουφέκια μὲ τσακμακόπετρες καὶ ἐγέμιζαν τοὺς ματαράδες. Ματαρᾶς ἦτο ἡ πυριτιδαποθήκη. Κατασκευασμένος ἀπὸ κέρατο βοδιοῦ κατεργασμένο, μὲ καπάκι, ἀσημένια στολίδια μὲ κρεμαστήρα, ποὺ τὸν περνοῦσαν στὸ λουρὶ ποὺ ἐζώνοντο. 
Ὅταν ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ κάμουν τὴν ἀνάστασιν ἔξω, εἰς τὴν δεξιὰν πλευρὰν τοῦ ναοῦ, ἀπεσύροντο οἱ ὁπλοφοροῦντες καὶ ἀραδιάζοντο πιὸ ἀπόμερα ἀπὸ τὸ πλῆθος, πίσω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βῆμα καὶ ἅμα ὁ ἱερεὺς ἀνεφώνει τὸ πρῶτον «Χριστὸς ἀνέστη» ὁ προϊστάμενος, κανένα εἰδικευμένο γεροντάκι, ἔδιδε τὸ σύνθημα καὶ άρχιζαν ἀμέσως ἀπὸ τὴν μιὰ ἄκρη τῆς γραμμῆς νὰ πυροβολοῦν, ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου, σε κανονικὰ ἀραιὰ διαστήματα. Συνήθως πυροβολοῦσαν πλαγίως, χωρὶς σφαῖρες ἐννοεῖται, καὶ ἀντηχοῦσε ἐπανερχομένη ἡ βοὴ εἰς τὰς ἀκοάς, ὡς δεύτερος πυροβολισμός.
Τοιουτοτρόπως τελείωνε ὅλη ἡ σειρὰ καὶ ἄρχιζαν ἐκ νέου ἀπὸ τὸν πρῶτο. Ἐν τῷ μεταξὺ ἅμα πυροβολοῦσε καὶ ἄδειαζε τὸ ντουφέκι, τὸ γέμιζε ἐκ νέου ὁ καθένας, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος στὴ νέα σειρά· σήκωνε τὸ καπάκι τοῦ ματαρᾶ ποὺ ἦταν ζωσμένος, τὸν ἀναποδογύριζε μέσα στὴν δεξιὰ παλάμη, ἔπαιρνε μπαροῦτι γιὰ μιὰ δόσι, ἕνα «ἄτιμ», ὅπως τὸ ἔλεγον, τὸ ἔχυνε εἰς τὸ στόμιον τοῦ τουφεκιού, ποὺ τὸ τίναζε λιγάκι, κτυπώντας το με τὸ χέρι πλαγίως καὶ δυὸ τρεῖς φορὲς κατακορύφως μὲ τὸν ὑποκόπανο στὸ χῶμα, ὥσπου νὰ κατακαθήσῃ τὸ μπαροῦτι καὶ νὰ φανῇ ἔξω ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς πυροδοτήσεως, κοντὰ στὴν τσακμακόπετρα, καὶ ἦτο ἕτοιμος περιμένοντας τὴ σειρά του. Μερικοὶ πατοῦσαν χαρακτηριστικῶς τὴ σκανδάλη μὲ τὸ μεγάλο δάκτυλο, ἔχοντες τὸ χέρι εἰς τὴν ράχη τοῦ τουφεκιού, παρακάτω ἀπὸ τὸ τσακμάκι, καὶ κρατῶντας τὸ τουφέκι ἀλάργα μὲ τὰ δύο χέρια τεντωμένα πλαγίως καὶ ἐστραμμένοι πρὸς τὰ δεξιά. Ιστορία του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου
Πρωτοστατοῦσε σε κεῖνα τὰ χρόνια στὸν πασχαλιάτικο τονανμᾶ ἕνας μεσῆλιξ, μὲ χαρακτηριστικὰ Ποσειδώνος, ὁ Γεώργιος Σεϊταρίδης, μὲ ἕνα τουφέκι ποὺ δονοῦσε σὰν μικρὸ κανόνι καὶ τρομάζαμε ἐμεῖς, τὰ μικρὰ παιδιά, στὸν ἦχο του, καὶ κρυβόμαστε στὲς ἀγκάλες τῶν γονέων μας. Γι’ αὐτὸ ρωτοῦσαν τὸν ἱερέα ἂν καὶ πόσες φορὲς νὰ πυροβολήσουν με αὐτὸ καὶ συνήθως μετὰ τρεῖς τουφεκιὲς δὲν ἔπαιρνε πιὰ μέρος στὸν τονανμᾶ, πρᾶγμα ποὺ μᾶς γνωστοποιοῦσαν καὶ μᾶς καθησύχαζε, ἐνῶ μὲ τὰ ἄλλα ἐξακολουθοῦσαν ὥσπου τελείωναν τὸ μπαροῦτι. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς ἐκκλησίας οἱ ὁπλοφοροῦντες πήγαιναν καὶ προτοῦ νὰ μποῦν στὸ σπίτι ἔριχναν στὴ ῥίζα κανενὸς τεμπέλικου δένδρου ἀπὸ μιὰ τουφεκιὰ, για νὰ καρποφορήσῃ καλλίτερα, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλεγαν, Χριστὸς ἀνέστη.
Ἐδῶ κάνομε μιὰ παρένθεσι. Ἡ συνήθεια τοῦ τονανμᾶ τοῦ Πάσχα ἐκρατεῖτο στὰ παλιὰ χρόνια καὶ εἰς τὴν Μητρόπολιν τοῦ Ἰασίου, ποὺ ἦτο πρωτεύουσα τῆς Μολδαυίας: Κατὰ τὴν ἀνάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν παρίστατο καὶ ὁ ἡγεμὼν μετὰ τῆς οἰκογενείας του, ἐγίνετο τονανμᾶς μὲ κρατικὴν δαπάνην. Εἰς τὰ εἰδικὰ βιβλία ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους, γραμμένα εἰς τὴν ἑλληνικήν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ ἐκεῖ κρατικὰ Ἀρχεῖα, ὑπάρχει κονδύλιον «διὰ τὸν τονανμᾶ τοῦ Πάσχα», ἑκάστου Πάσχα τῆς ἐποχῆς τῶν Φαναριωτῶν ἡγεμόνων. Ἐκτὸς τοῦ Πάσχα ὁ τονανμᾶς ἦτο ἀναπόφευκτος καὶ εἰς τοὺς γάμους, ἐγίνετο δὲ μεγάλος ἢ μικρὸς ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ γαμπροῦ, ὁ ὁποῖος ἀγόραζε τὸ μπαροῦτι καὶ ὅταν ἡτοιμάζοντο νὰ πᾶν στὸ νυφόπαρμα, τὸ προσέφερε στοὺς νέους, ποὺ τὸ ἐμοιράζοντο ἀναμεταξύ τους καὶ κατήρτιζαν τὸ πρόγραμμα τοῦ τονανμᾶ.
Ἄρχιζαν συνήθως κατὰ τὴν ἐκκίνησιν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ γαμπροῦ καὶ ἔπειτα ὅταν ἔφθανες κοντὰ στὸ σπίτι τῆς νύφης, κάνοντας τὰ ἴδια ἀντιστρόφως καὶ εἰς τὴν ἐπιστροφὴν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἐνδιάμεσον δρόμο, ὅταν ἦτο κάπου ἕνας κατάλληλος τόπος διὰ τονανμᾶ, δὲν ἔπρεπε νὰ περάσουν, χωρὶς νὰ κάνουν αἰσθητὸ τὸ διάβα τους. Στὴν ἐπιστροφὴν τῆς ὅλης συνοδείας προηγειῖτο ὁ λεγόμενος «ἀλαπός», ποὺ πήγαινε πρῶτος στὸ σπίτι τοῦ γαμπροῦ, ἀνήγγελλε τὸν ἐρχομὸ τῆς νύφης, ἔπαιρνε χαρίσματα ἀπὸ τὰ πεθερικὰ καὶ ἐπυροβολοῦσε ἕνα πήλινο σκεῦος, δρουβάνι συνήθως, ποὺ ἐθραύετο σε κομμάτια, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ὑποτιθέμενα κακά. Ἔπειτα τσιμποῦσε κάτι πρόχειρα καὶ ἔβγαινε εἰς προϋπάντησιν τῆς γαμήλιου πομπῆς, δίδων τὸ σύνθημα τοῦ τονανμᾶ εἰς τὸ προσδιωρισμένο μέρος. Ἧσαν ὅμως πάντοτε προσεκτικοὶ νὰ μὴ ἐξαντλήσουν σὲ σπατάλη τὸ μπαροῦτιi, διότι ἂν κατὰ τύχην περνώντας κοντὰ ἀπὸ ἕνα χωριὸ συνήρχετο καμμιὰ ξένη πρὸς τὸ γάμο παρέα καὶ ἔκανε τονανμᾶ ἐπίτηδες, ἔπρεπε νὰ ἀνταποδώσουν τὸν τονανμᾶ καὶ νὰ ὑπερτερήσουν, ἀλλιῶς ἐθεωροῦντο ἡττημένοι, ἡ δὲ ἧττα ἦτο μεγάλος ἐξευτελισμὸς καὶ ἔμεναν ὑπόχρεοι νὰ καιροφυλακτήσουν καὶ νὰ τοὺς ἀνταποδώσουν τὰ ἴδια σε παρόμοια περίστασι. Ἐκ τοιαύτης αἰτίας ἐγεννᾶτο ἐνίοτε ἔχθρα μεταξύ ἀτόμων καὶ χωρίων ἀκόμη.
Ἐπίσης ἐγίνετο τονανμᾶς καὶ εἰς τὸ ἀποκαμάρωμα τῆς νύφης, ὅταν δηλαδή στὴν κατάλληλη στιγμὴ ξεσκέπαζαν τὴ νύφη ἀπὸ τὸ «τσ̌αρκοῦλι», μὲ τὸ ὁποῖο ἦτο μέχρι τότε «κουρκουλιαγμένη» (σκεπασμένη), μαζὶ με τὲς ἐπευφημίες τῆς ὀμορφιᾶς τῆς ἠκούετο καὶ τονανμᾶς, πλαισιώνων τὴν ἐκδηλουμένην χαρὰν ὅλης τῆς παρέας. Τονανμᾶς ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν ἐπιστροφὴν πολυχρόνιων ξενιτεμένων· ἅμα ἤρχετο «μουζτετζῆς», ὁ φέρων δηλαδή τὴν καλὴν εἴδησιν, συνήρχοντο εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀναμενομένου νεανία, ἔπαιρναν τὰ παρατυχόντα ὅπλα καὶ ἔκαναν τονανμᾶ κατὰ διαλείμματα μέχρι τῆς ἀφίξεώς του. Ἀκούων δὲ ὁ κόσμος ρωτοῦσε καὶ ἐμάνθανε τὸ χαρμόσυνον γεγονός. Ἀκόμα καὶ εἰς τὴν γέννησιν κανενὸς μὲ λαχτάρα ἀναμενομένου παιδιοῦ, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ φύλου του. Μεμονωμένοι πυροβολισμοὶ ἐγίνοντο καὶ ἐνώπιον ἐπιτόκου, ἐπὶ δυστοκία, διὰ διευκόλυνσιν τῆς γέννας. Οἱ τύποι οὗτοι τοῦ τονανμᾶ, τοῦ χωρίου Κρηνίτα, ἦσαν ἴδιοι καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἑλληνικὰ χωριὰ τοῦ Ὄφεως. Καὶ παρὰ τοῖς Τούρκοις ἐπεκράτουν τὰ ἴδια συνήθεια τοῦ τονανμᾶ εἰς τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις, ἐπὶ πλέον δὲ ὅταν ἐπέστρεφαν χατζῆδες ἀπὸ τὴν Μέκκα καὶ στρατευόμενοι, τῶν ὁποίων ἡ θητεία διαρκoῦσε σὲ κεῖνο τὸν καιρὸ 6 - 7 χρόνια. Ὡσαύτως ὅταν ξακουσμένοι λῃσταὶ (εσ̌κιὰ) παρεδίδοντο εἰς τὰς ἀρχάς, παρεδίδοντο μὲ πομπὴν καὶ τονανμᾶ, μεγαλοπρεπῶς. Μὲ τὸν καιρὸ ἤρχισαν νὰ ἐπικρατοῦν τὰ τότε νέα ὅπλα, μαρτίνια, μὲ φυσίγγια καὶ ὁ τονανμᾶς ἐγίνετο εὐκολώτερος καὶ πρακτικώτερος, ἔχασε ὅμως τὴν αἴγλη τοῦ ματαρᾶ καὶ τῆς τσακμακόπετρας. 
Μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ συντάγματος στὴν Τουρκία καὶ τὴν στρατολόγησιν τῶν Ἑλλήνων, διεσκορπίσθηκε ὁ κόσμος καὶ παρέλυσαν ὅλα καὶ συνήθεια καὶ ἡ εὐθυμία, ὥσπου μιὰ μέρα τὸ ξερρίζωμα ἀπὸ τὶς προαιώνιες ἑστίες μας ἔθεσε τέρμα εἰς τὰ πάντα καὶ ἔμειναν μόνον οἱ ἀναμνήσεις.

Ο τονανμάς (πυροβολισμοί-ομοβροντίες) - Σημειώματα από την Κρηνίτα και τόν Όφιν, του κ. Δ. Χατζή Ιωαννίδη. (Σημείωση: Έχει διατηρηθεί ο αρχικός τύπος γραφής και σύνταξης / στην καθαρρεύουσα και στο πολυτονικό).

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ