• Home
  • Λαογραφία
  • Καζαμίας
  • Ιανουάριος (Καλαντάρτς) - Έθιμα δωδεκαημέρου στα Κοτύωρα του Πόντου. Λαογραφικά Κοτυώρων Άκογλου, Ξενοφώντα.

Ιανουάριος (Καλαντάρτς) - Έθιμα δωδεκαημέρου στα Κοτύωρα του Πόντου. Λαογραφικά Κοτυώρων Άκογλου, Ξενοφώντα.

Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου - Άκογλου Ξενοφώντα31 του Δεκέμβρη, Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το βράδυ μετά το δείπνο τα παιδιά βγαίναν και έψελναν τον Αϊ-Βασίλη με τις ίδιες προετοιμασίες και σε ίδια γενικά εορταστική ατμόσφαιρα, όπως αναφέραμε και για το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων εθήμιζαν. 

Έθιμα Δωδεκαημέρου Κοτυώρων Πόντου - Ιανουάριος Καλαντάρτς - Άκογλου Ξενοφώντα. Εκτός τις παρέες των παιδιών, βγαίνουν χορωδίες και από παιδιά των σχολείων με επικεφαλής τον μουσικοδιδάσκαλο ή τον Ψάλτη κάθε συνοικίας και γύριζαν σε όλα τα σπίτια. Σε κάθε χορωδία ήταν και ένα μέλος της εφοροεπιτροπής της Κοινότητος με το δίσκο. Οι εισπράξεις πήγαιναν στο ταμείο των σχολείων και οι παρέες των παιδιών και οι χορωδίες έλεγαν κυρίως το συνηθισμένο «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά και αρχή του Γιαναρίου
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρείαν
βαστάει εικόνα και χαρτί κτλ…κτλ
Εϊντανε να πάμε στον Αη-Βασίλη - Κάλαντα Παραμονής Πρωτοχρονιάς Σίλλης Ικονίου - λέγονταν και στα Κοτύωρα του Πόντου Εκτός αυτού, ο μουσικοδιδάσκαλος τα τελευταία χρόνια είχε διδάξει στις χορωδίες και άλλους Αϊ-Βασίληδες, όπως παραδείγματος χάρη το ακόλουθο που το λέγανε στη Σίλλη του Ικονίου:
«Εϊντανε να πάμε στον Αη-Βασίλη
να κρεμάσουμε τα κριάτα στο σείδι
Βάϊ Παναγία μου, Θεοτόκε
Κύριε ‘λεήμων Κύριε ‘λέησον,
Εγώ απόψε πάλι-πάλιν παγαίνω
Εγώ απόψε πάγω στην Άγια Σοφιά
Βάϊ Παναγιά μου κτλ»
Χαρακτηριστικό της γιορτής της παραμονής της Πρωτοχρονιάς ήταν ότι παρά την ολοφάνερη γιορτή και πανηγυρική όψη της βραδιάς, οι οικογένειες δεν συνήθιζαν να στρώνουν τραπέζι με φαγητά, φρούτα, πιοτά και τα τοιαύτα. Μόνο από νωρίς το βράδυ, σχεδόν μετά το Θήμισμαν της χορωδίας, έκοβαν τη Βασιλόπιτα και έπειτα οι άντρες μαζεύονταν και έπαιζαν από κάποτε χαρτιά, εξαιρέσεις, πολύ ελάχιστες, γινότανε από ξένους κυρίως (ξενορίαν). Την ημέρα της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς εκτός την βασιλόπιτα, όλες σχεδόν οι οικογένειες έκαναν και κουλουράκια ή κουρουλάκια καθώς και τσουρέκια τσ̆ορέκια οι περισσότερες. Μέσα στη βασιλόπιτα έβαζαν νόμισμα ασημένιο, γροσάκι ή δίγροσο ή και χρυσό ενός τετάρτου ή μισής λίρας ή και φλουράκι, φιλιρόπον ή φιριλόπον. Το κόψιμο της βασιλόπιτας λάβαινε τη σοβαρότητα και την επισημότητα οικογενειακής τελετής. Πρώτα τη σταύρωναν, χαράζοντας ταυτόχρονα και το σημείο του σταυρού και έπειτα άρχιζαν το κόψιμο, ονομάζοντας φωναχτά και εκείνον για τον οποίο προοριζότανε κάθε κομμάτι. Έβγαζαν πρώτα το κομμάτι της Παναγίας Τη Παναγίας ή Τη Εικόνας το κομμάτ΄ και έπειτα συνέχιζαν ιεραρχικά με τη σειρά της ηλικίας. Έβγαζα και για τα ξενιτεμένα μέλη της οικογένειας στο τέλος δε και τους τυχόν ξένους που φίλευαν την ώρα κείνη στο σπίτι. Μικροί και μεγάλοι μόλις παίρνουν το κομμάτι τους άρχιζαν με ανυπομονησία και λαχτάρα τις ανασκαφές. Φωνές, ενθουσιασμοί και συγχαρητήρια για τον τυχερό διαδεχόντανε την εύρεση του νομίσματος. Την κάποια απογοήτευση τους δεν μπορούσαν να την αποκρύψουν οι μικροί. Σ’ όποιον έπεφτε το νόμισμα «η π̆αρά» τον θεωρούσαν τυχερό και έλεγαν ότι η χρονιά του θα πάει καλά. Αν ήταν κόρη της ηλικίας τότε έλεγαν ότι θα ανοίξει η τύχη της. Καλό σημάδι για την οικογένεια ήταν αν έπεφτε στην Παναγία, στην Εικόνα. Επίσης, προμηθεύονταν από την παραμονή διάφορα φρούτα πορτοκάλια, μήλα απίδια, καθώς και τσ̆ερεζικά, δηλαδή ξηρά σύκα, ταπάν-ιντζίρι͜α, σταφίδες, σταπίτσας, τσ̆αμίντζ̆α, π̆αστίλας καρύδια κτλ. Όπως και τα Χριστούγεννα, έτσι και τώρα έκαιγε στο τζάκι άλλο ειδικό κούτσουρο το οποίο το έλεγαν Καλαντοκ̆ούρ’.
Ξενοφώντας ΆκογλουςΤη νηστεία των Χριστουγέννων «Τη Χριστού η Νεστεία» διαρκούσε 40 ημέρες από τις 15 Νοεμβρίου ως τις 24 Δεκεμβρίου. Αν και η παράδοση την ήθελε ισοδύναμη με τη νηστεία των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την κρατούσαν όμως με περισσότερη ευλάβεια. Εκτός την Τετάρτη και την Παρασκευή όλες τις άλλες ημέρες τρώγανε λάδι και ψάρι. Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα τόσο περίσσευε και η αυστηρότητα για την τήρηση της που έφτανε στο κατακόρυφο τις παραμονές των Χριστουγέννων. Νήστευαν με την ψυχή τους τις τελευταίες ημέρες για να δοκιμάσουν καλύτερα και εντονότερα τη χαρά από τις γιορτές των Χριστουγέννων. Η ψυχολογία αυτή επικρατούσε και σε όλες τις άλλες νηστείες. Η μεγάλη αυστηρότητα αυτών των νηστειών και η πιστή τήρησή τους είναι αλήθεια ότι ήταν αιτία να βλέπει κανείς φυσιογνωμίες ασκητικές προπαντός την ημέρα των αγίων Θεοδώρων και στο τέλος της μεγάλης εβδομάδος. Μα χάριζε και την υγεία, ιδίως στους ηλικιωμένους.
Για τις 3 εποχές του έτους μόνο είχαν ονομασίες στα Κοτύωρα. Την Άνοιξη, το Μοθόπωρον και τον Χ̆ειμωγκόν. Ιδιαίτερο λεκτικό όρο για το Καλοκαίρι δεν χρησιμοποιούσαν, το λέγανε και αυτό Άνοιξη. Οφέτος την Άνοιξη πολλά δυνατά επέρασαμε σο Τσ̆άμπασ̆ην (έλεγαν). Τελευταία μόνο είχαν αρχίσει να κάνουν διάκριση και με το όνομα Καλοκαίρτς. Οι ημερομηνίες και οι γιορτές που θα αναφέρουμε παρακάτω είναι όλες με βάση το παλιό ημερολόγιο.
Καλανταρί’ το κρεββάτ’ πάντα κ̆ιο̤ζετεύ’ τ’ ομμάτ. (κ̆ιο̤ζετεύ’ = τουρκική λέξη = διοπτεύει).
Καλαντάρτς καλή χρονία, Κόρ’ εσύ εσέν’ ερία (ερία = φύλαγε).
Καλαντάρτς και καλή ώρα, Κόρ’ εσύ μ’ ακούς την χώρα.
Καλαντάρτς και νέον έτος, Κόρ θα παίρω σε οφέτος.
Και μία ελληνοτουρκική έκφραση: Γενάρ, ταγλάρ γιανάρ που σημαίνει Το Γενάρη ανάβουν τα βουνά. Την έλεγαν γιατί καίγονται πολλά ξύλα λόγω του ψύχους. Την πρώτη Ιανουαρίου, την Πρωτοχρονιά, Τ Άη-Βασιλιού Τα Κάλαντα. Πολύ νωρίς το πρωί πριν χαράξει ακόμα και κάποτε λίγο μετά τα μεσάνυχτα τα κορίτσια της ηλικίας επιδίωκαν ποια να πρωτοπάει να ανοίξει τη βρύση της συνοικίας της ή και άλλης γειτονικής συνοικίας να καλαντάζ’ το πεγάδ’. Όποια προλάβαινε και πήγαινε πρώτη ανοίγοντας τη βρύση, έλεγε: «Κάλαντα καλός καιρός και πάντα και το χρόνο. Όπως ανοίγω το νερό ν’ ανοίεται κι η τύχη μ’ κι όπως τρέχ̆’ το νερόν να τρέχ̆’ κι η ευλογία». Πίστευαν ότι ως την ώρα εκείνη κοιμόταν η βρύση: Εκοιμούντουν το πεγάδ’ και ασ’ τ’ επαίναν εκαλαντίαζαν-α εγνέφιζαν-ατο (το ξυπνούσαν). Στο δρόμο δεν έπρεπε να μιλήσουν σε κανέναν για να μην πάρουν τη λαλιά τους οι μάγισσες «απ’ εμάς καλλίον π’ είναι». Για να τις καλοπιάσουν μάλιστα είχαν μαζί τους πορτοκάλια, τσουρέκια και τσ̆ερεζικά τα οποία τα άφηναν στη βρύση για να καλαντά̤ζ’νε τα μάϊσσας και το πεγάδ’. Απ’ αυτά καταλάβαιναν τα άλλα τα κορίτσια που πήγαινα στη βρύση αργότερα πως έχει προηγηθεί άλλη. Επίσης τα κορίτσια έκοβαν τα μαλλιά τους λιγάκι κάτω στις άκρες για να μεγαλώσουν εκαλαντίαζαν τα μαλλία-τουν. Σε κάθε σπίτι έβαζαν το πρωί από νωρίς πριν προλάβει να μπει κανένας άλλος, ένα μικρό παιδί για γούρι. Λέγανε: το μωρό ανημάρτητον ή αθώον έν’ (το μωρό είναι αναμάρτητο – αθώο). Αν ο χρόνος δεν πήγαινε καλά την επόμενη Πρωτοχρονιά δοκίμαζαν το ποδαρικό με άλλο μικρό παιδί. Στα παιδιά αυτά δίνανε διάφορα γλυκίσματα και δώρα. Ο Αϊ Βασίλης, όπως και παντού, ήταν ο αγαπημένος άγιος των παιδιών, γιατί τους έφερνε δώρα φορτωμένος από την Καισάρεια. Στην εκκλησία οι παπάδες έπαιρναν ένα κοφίνι πορτοκάλια, διάβαζαν τη σχετική ευχή στο ιερό και στο τέλος της λειτουργίας έδιναν από ένα σε όλους τους εκκλησιαζόμενους και έριχνε ο καθένας τον οβολό του στο δίσκο. Το πορτοκάλι αυτό το έβαζαν στο Εικονοστάσι, όπου έμενε όλο το χρόνο χωρίς να σαπίσει μόνο που ξεραινόταν. Όσοι είχαν ξενιτεμένους στο δρόμο ή είχε θαλασσοταραχή το ρίχνανε στη θάλασσα για να γαληνέψει. Μετά την απόλυση της εκκλησιές, τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα Κάλαντα εκαλαντίαζαν: «Κάλαντα καλός καιρός και πάντα και το χρόνο» το λέγανε σαν τραγουδιστά, αλλά μονότονα. Κρατούσαν στο χέρι πορτοκαλί και σ’ εκείνους στους οποίους λέγανε τα Κάλαντα έμπηγαν στο πορτοκαλί τους ένα μεταλλικό νόμισμα 10 ή 20 παράδες, γρόσι, δίγροσο, πεντόγροσο, καπίκι ρούσσικο και τα τοιαύτα. Αν δεν ήταν οι άνδρες στα σπίτια που μπορούσαν να τους τα πούνε και στο δρόμο τους δίνανε τσ̆ερεζικά φουντούκια, ατσ̆ίρα̤, χουρμάδες, φουτίτας, (χουρμάδες μαύρες εγχώριες ) και τα τοιαύτα. Την Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε να κλάψει κανείς γιατί είχαν τη δοξασία ότι αυτός που θα έκλαιγε την ημέρα αυτή θα έκλαιγε και όλο το έτος. Γινόταν επίσης η διαπίστωση ότι μεγάλωναν οι ημέρες: «Ούς τα Καλαντόφωτα ο γαϊδαρον πα γνώσ̆κ’ ατο ντο μεγαλών’ η μέρα». Στο υπομονετικό υποζύγιο απόδιδαν και ιδιότητες επισήμανσης της ώρας με τα περιοδικά “σαλπίσματα” τους όλο το εικοσιτετράωρο όπως και στον πετεινό. Οι έξι τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη μαζί με τις έξι πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου ονομάζονταν δωδεκαήμερα. Τις ημέρες αυτές λέγανε ότι τα νερά είναι ακάθαρτα και τα πονηρά πνεύματα περιφέρονται ελεύθερα. Γι αυτό αποφεύγαν να κάνουν γάμους και να βαφτίσουν παιδιά, εκτός αν υπήρχε κίνδυνος να πεθάνουν από αιφνίδιο θάνατο. Τη νύχτα δεν πήγαιναν στη βρύση για νερό. Την παραμονή των φώτων αποφεύγανε να πάνε για νερό στις βρύσες της αρμενικής συνοικίας διότι οι Αρμένηδες την ίδια ημέρα εκείνη συνήθιζαν να μαγαρίζουν το νερό της βρύσης ή να ρίξουν κρυφά στις στάμνες διάφορες ακαθαρσίες. Γενικώς οι ρωμιοί για αυτό το λόγο φυλάγονταν σε όλα και πάντα από τους αρμένηδες και αποφεύγανε και το φαγητό τους ακόμα: απές σα ψωμία βάλουνε τσινέας = μέσα στα ψωμιά έβαζαν περιττώματα κότας (κουτσουλιές).

Έθιμα δωδεκαημέρου στα Κοτύωρα του Πόντου. Λαογραφικά Κοτυώρων Άκογλου, Ξενοφώντα -:- Μηνολόγιο και εορτολόγιο, έθιμα δοξασίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες γύρω από τους μήνες και τις γιορτές στα Κοτύωρα του Πόντου.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ