Τα Καλαντόφωτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του Πόντου του Δ. Μισαηλίδη Ιερέως, 1953

Η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο σπήλαιο της Βηθλεέμ απο την παρθένο ΜαρίαΤα Χριστούγεννα.
Τα Χριστούγεννα τα περίμεναν με ενδιαφέρον στην Γαλίανα διότι καθ’ όλο το 40νθήμερο της νηστείας νήστευαν άπαντες μικροί και μεγάλοι και έπρεπε να μεταλάβουν πριν να καταλύσουν τη νηστεία. Την παραμονή των Χριστουγέννων ακουγόταν παντού το γλυκό άσμα των παιδιών που έψαλαν το Καλήν Εσπέραν Άρχοντες.

Περιέρχονταν τα σπίτια κατά ομάδες ανά τρείς μέχρι πέντε ο δε ταμίας τους έπρεπε απαραίτητα να έχει το δίσακο το οποίο γέμιζε με καρύδια και λεπτοκάρυα και πίτες τα οποία τους έδιναν εκτός από το χρηματικό φιλοδώρημα. Όπως και με τα τζίρα̤ (ξηρά φρούτα). Από το βράδυ, όταν στρωνόταν το τραπέζι, τα παιδιά της οικογένειας εξέρχονταν από το σπίτι και έκοβαν κλαδιά από απιδιά τα οποία τα καβαλίκευαν και έφταναν στην πόρτα του σπιτιού και έμπαιναν μέσα θριαμβευτικά και με χαρά φώναζαν: «Χριστούγεννα και Κάλαντα και Φώτα και Καλοχρονία και Καλοκαρδία και να ζήσει ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτικοί». Και προχωρούσαν προς το τραπέζι όπου ο οικογενειάρχης αφού τους έδινε χρηματικό φιλοδώρημα, έπαιρνε τα φανταστικά τους άλογα και καρφώνοντας στο δήθεν στόμα τους από μια μπουκιά ψωμί τα έβαζε κοντά στο τραπέζι, οπότε και άρχιζε το δείπνο. Το έθιμο αυτό έλεγαν ότι συμβολίζει την προσκύνηση των μάγων. Η εκκλησία σήμαινε με τις καμπάνες τη νύχτα κατά την δευτέρα ή και την τρίτη πρωινή ώρα και πήγαιναν όλοι εις αυτήν αφήνοντας ενίοτε ένα μέλος της οικογένειας να φυλάξει το σπίτι και μεταλάμβαναν των θείων δώρων όλοι. Τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια και το Πάσχα η εκκλησία σήμαινε πάντοτε νύχτα και απέλυε περί τα ξημερώματα, αλλά στον καιρό των ταραχών και του πολέμου σήμαινε με το ξημέρωμα. Από το βράδυ των Χριστουγέννων τοποθετούσαν στο «χωνόν» δηλαδή στο τζάκι ένα κούτσουρο αρκετά μεγάλο το οποίο το άναβαν και καιγόταν και έπρεπε να διατηρηθεί άσβεστο μέχρι τα Θεοφάνεια. Την ημέρα των Χριστουγέννων και εν γένει σε όλες τις εορτές συναθροίζονταν νέοι και νέες και χόρευαν στην πλατεία ή σε ένα σπίτι. Στα χαμηλά χωριά της Γαλίανας στους χορούς των χριστιανών λάμβαναν μέρος και τούρκοι πολλάκις δε όταν ο χορός γινότανε από γυναίκες και σε κλειστό χώρο λάμβαναν μέρος και νεαρές τουρκάλες. Σε αυτή την περίπτωση ο κεμεντζετζής υποχρεωνόταν να παίζει με δεμένα μάτια. Σε πολλές γιορτές των χριστιανών προσέρχονταν και τούρκοι και άναβαν κεριά και συμμετείχαν στους χορούς και ενθυμούμαι ότι εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Βλασίου, το οποίο βρισκόταν κοντά στο ρέμα μεταξύ Μισαηλάντων και των τουρκικών χωριών Τσιναλάντων και Παροτάντων προσέρχονταν οι τούρκοι και άναβαν κεριά και έφερναν γάλα σε φιάλες, το οποίο το έχυναν πέριξ του παρεκκλησίου τις δε φιάλες τις έσπαζαν και τις έρριπταν στο ποτάμι και κρεμούσαν τα σκοινιά στα οποία ήσαν δεμένες οι αγελάδες (ζώσχοινα) απ’ έξω από τον τοίχο του παρεκκλησίου. Οι γέροντες σε ιδιαίτερες ομάδες γύριζαν στα σπίτια κουτσοπίνοντας και τραγουδώντας. Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα υπήρχε η δεισιδαιμονία ότι τα κακά πνεύματα είναι ελεύθερα και γυρίζουν παντού και γι αυτό το λόγο δεν έπρεπε κανένας να βραδυαστεί στο δάσος ή μακριά από το χωριό. Τα Καλαντόφωτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του Πόντου Τα Χριστούγεννα του Ιερέως Δ. Μισαηλίδη

Κόρη του Πόντου πάει για το ΚαλαντόνεροΚάλαντα και νέον έτος.
Την παραμονή του νέου έτους και πάλι ακουγόταν η γλυκιά φωνή των παιδιών που έψαλλαν το: «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία» κατά ομάδες, όπως και τα Χριστούγεννα με δίσσακους και χάρτινο φαναράκι. Οι μεταμφιέσεις «Μωμοέρ» γίνονταν στη Γαλίανα από το Νέο Έτος μέχρι τα Θεοφάνεια. Την εσπέρα της παραμονής έρχονταν τα Μωμοέρια δηλαδή ομάδες μεταμφιεσμένων, οι οποίοι γύριζαν όλα τα σπίτια και παρίσταναν κάποιας μορφής κωμική σκηνή και χόρευαν φορώντας κουδούνια στην αμφίεσή τους υπό τους ήχους του αθάνατου κεμεντζέ. Οι νοικοκυρές προ δυο ημερών καθάριζαν και έπλεναν τα σπίτια, ζύμωνα τις απαραίτητες πίτες και τη νύχτα της παραμονής μετέβαιναν να πάρουν το Καλαντόνερο. Δεν έπρεπε να τις βλέπει κανείς. Την βρύση έπρεπε να την καλαντιάσουν δηλαδή να βάλουν καρύδια και λεφτοκάρυα δίπλα στον κρουνό. Δεν έπρεπε να μιλήσουν έως να πάνε και να έλθουν και με το νερό αυτό λούζονταν. Παραλείψαμε να πούμε ότι το βράδυ έστελναν στην εκκλησία καρύδια και λεπτοκάρυα και ο ιερεύς την επομένη ημέρα αφού εδέετο υπέρ των ζώντων λάμβανε ζύμωτρον εντός του οποίου τοποθετούσε τα καρύδια και τα λεπτοκάρυα και αναβαίνοντας στην αυλή σε ένα ψηλότερο μέρος και ευχόμενος: «Χριστούγεννα και Κάλαντα και Φώτα και Καλός Καιρός και Καλοχρονία και Καλοκαρπία και να ζουν οι χριστιανοί» τα σκόρπιζε καταγής. Οπόθεν ο καθένας των ευρισκομένων μάζεψε όσα κατόρθωνε. Το βράδυ της παραμονής επίσης στρωνόταν το τραπέζι, όπως και τα Χριστούγεννα και τα μικρά παιδιά της οικογένειας μετέβαιναν και έκοβαν αυτή τη φορά κλάδους μηλιάς και καβαλικεύοντας έφταναν και έμπαιναν με θρίαμβο στο σπίτι, όπως και τα Χριστούγεννα φωνάζοντας: «Χριστούγεννα και Κάλαντα και Φώτα και Καλός Καιρός και Καλοχρονίαν και Καλοκαρπίαν και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτια̤νοί. Και αφού έπαιρναν το φιλοδώρημα από τον οικογενειάρχη παρέδιναν τα φανταστικά τους άλογα στο στόμα των οποίων καρφωνόταν μια μπουκιά ψωμιού όπως και τα Χριστούγεννα και τοποθετούνταν κοντά στο τραπέζι και έτσι άρχιζε έπειτα το δείπνο με τα απαραίτητα καρύδια και λεπτοκάρυα με τα οποία στο τέλος του δείπνου έπαιζαν το «τέκ μη τζούφτ» δηλαδή το «Μονά ζυγά». Το τραπέζι την βραδιά αυτή έπρεπε να μείνει μετά το δείπνο «κουρεμένον», δηλαδή στρωμένον για να έρθουν να τρώνε «από εμάς καλλίον που είναι» δηλαδή τα ξωτικά. Ο οικογενειάρχης, αφού έριχνε μερικά κέρματα μέσα στο «σαχάν» χάλκινο κασσιτερωμένο πιάτο, γεμάτο καρύδια και λεπτοκάρυα και ευχόμενος το «Χριστούγεννα και Κάλαντα και Φώτα κτλ., τα σκόρπιζε μέσα στο σπίτι. Τα χρήματα μόνο το πρωί επιτρεπόταν να τα πάρει εκείνη που θα σκούπισε το σπίτι. Η εκκλησία σήμαινε με τα ξημερώματα. Δεν έχουμε τίποτε το αξιοσημείωτο εκτός από τα καρύδια, τα οποία έστελναν να μνημονευθούν και τα οποία τη φορά αυτή μοίραζε ο νεωκόρος. Οι νοικοκυρές έβγαζαν από το πρωί το βόδι από τη μάντρα τον «Λευκούρ’ ή τον Μελιχέρ’ ή τον Σημαδόν» και τον έφερναν στην πόρτα του σπιτιού. Εκεί η οικοκυρά έσπαγε πάνω στα κέρατά του την Τριγώναν (μια τρίγωνη πίττα) και του έδινε να φάει και κρατώντας ένα κομμάτι στο χέρι οπισθοχωρούσε κατά δυο μέτρα εντός της οικίας, οπότε και το ζώο έμπαινε μέσα στο σπίτι. Κατά την είσοδό του παρατηρούσαν ποιο πόδι του θα βάλει πρώτο και εαν μεν έβαζε το δεξιόν, τα πάντα θα πήγαιναν δεξιά εάν δε έβαζε το αριστερό πόδι δεν θα πήγαιναν τόσο καλά. Περί το μεσημέρι περίπου άρχισαν τα γλέντια και ο χορός με τον κεμεντζέ και σπανίως με τον ζουρνά. Το δέντρο των Χριστουγέννων ήταν άγνωστο, ενώ ο Άγιος όμως Βασίλειος διερχόμενος τη νύχτα από τα χωριά άφηνε δώρα για τα μικρά παιδιά, τα οποία χαρούμενα το πρωί τα έπαιρναν και τα δώρα αυτά ήταν καινούργια φορέματα, παιχνίδια κτλ. Ομοίως και οι μεγάλοι έκαναν δώρα στα μικρά παιδιά τα οποία έλεγαν (εκαλαντίασε μας). Τα Καλαντόφωτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του Πόντου Κάλαντα & Νέον Έτος, του Ιερέως Δ. Μισαηλίδη

Θεοφάνεια
Την παραμονή των Θεοφανείων οι νοικοκυρές έκαναν κυκλικές πίτες, ενώ η εκκλησία σήμαινε την νύχτα και περί τα ξημερώματα τελείτο ο μέγας αγιασμός, οπότε ράντιζαν (φώτιζαν) με αυτόν τον αγιασμό σπίτια, σταύλους, κήπους και χωράφια. Τη επαύριο, της κύριας ημέρας της εορτής όλοι πήγαιναν στην εκκλησία απ΄ την νύχτα και κατά τα ξημερώματα ετελείτο ο μικρός αγιασμός εκ του οποίου ράντιζαν οίκους, σταύλους, χωράφια και κήπους, ενώ απ τον πρώτο αγιασμό (τον μεγάλο) φύλασαν για όλο το έτος σε ειδική φιάλη. Την παραμονή το βράδυ των Θεοφανείων υπήρχει η συνήθεια στους Έλληνες της Γαλίανας αλλά και σε όλο τον Πόντο, να ανάβουν κεριά σε κάθε μέλος της οικογένειας τους που είχε αποβιώσει. Συνηθιζόταν απ τους γηραιότερους να λέγεται ότι οι πεθαμένοι έλεγαν :
“Τα Φώτα θέλω το κερί σ’ και τη Ψυχού κοκκία
και τη Μεγάλ’ Παρασ̌κευήν έναν μαντήλιν δάκρα̤” Τα Καλαντόφωτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του Πόντου "Τα Θεοφάνεια" του Ιερέως Δ. Μισαηλίδη

Τα Καλαντόφωτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του Πόντου – Δ. Μισαηλίδη Ιερέως Πηγή: Περιοδικό Ποντιακή Εστία, τεύχος 47-48, Αθήνα 1953

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ