Το «Καλήν Εσπέραν» στην Σαμψούντα του Πόντου, του δημοδιδασκάλου κ. Χρ. Ι. Αντωνιάδη
Το «Καλήν Εσπέραν» στην Σαμψούντα του δημοδιδασκάλου κ. Χρ. Ι. Αντωνιάδου
Πολλές φορές έχω διαβάσει στην αγαπητή μας Ποντιακή Εστία ότι πρέπει να γίνουν προσπάθειες να συλλεγούν και να διαφυλαχθούν τα ποντιακά μοιρολόγια. Συμφωνώ απολύτως με τη σκέψη αυτή και μάλιστα πλειοδοτώ σε έγκριση. Πλην όμως, μοιρολόγι σημαίνει και μέλος. Χωρίς μέλος θα είναι μισή η όλη εργασία της περισυλλογής και διαφυλάξεως των θησαυρών τούτων της λαογραφίας μας. Μία ολοκληρωμένη εργασία απαιτεί να συνδυάσει και τα δύο, για να αποδοθεί στο ακέραιο ό,τι λέγεται και τραγουδιέται ως μοιρολόγι. Δηλαδή πρέπει κοντά στα λόγια του μοιρολογιού να γραφτεί και η μουσική του. Με τις σκέψεις αυτές θυμήθηκα και τα κάλαντα, που λέγαμε στα χωριά της Σαμψούντος, όταν στην παιδική μας άδολη ψυχή κυριαρχούσε η λαχτάρα και ο θρησκευτικός παλμός, να αποδώσουμε όσο πιο τέλεια τα ήθη και έθιμα του τόπου μας. Αλήθεια, πόσο μας συγκινούσαν οι ημέρες αυτές των Χριστουγέννων. Τι ήταν εκείνο, που μας έκανε ασυγκράτητους, να ξεχυθούμε στους δρόμους του χωριού, να λάσκουμες όλα τα πόρτας, και όλα αυτά χωρίς κανένα κέρδος; Μας αρκούσε, ότι μας θαύμαζαν οι πιτσιρίκοι, ότι μας χάιδευε κανένα χέρι θείας ή θείου με το απαραίτητο φίλημα για κατευόδιο. Είχα πολύ ωραία φωνή «άμον ζιλ», εγώ και ο πρώτος μου εξάδελφος από το μέρος της μάννας μου, του Σοφοκλή ο Νίκον, συγχωρεμένο παιδί. Τις ημέρες αυτές ήμουν πάντα «υπ' ατμόν», γιατί ήμουν σίγουρος, πως θα έρθει ο θείος μου ο Δημήτρης, κάποιος μακρινός μου συγγενής, (ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει στα αλησμόνητα εκείνα μέρη μας), που ήταν ισόβιος Εκκλησιαστικός Επίτροπος στην εκκλησία του χωριού μου. Ο εξάδελφός μου κατοικούσε σ' άνθεν το χωρίον και πολύ σουμά στην εγκλησίαν ο θείος μ' ο Δημήτρης. Έπαιρνεν τον Νίκον κι εκατέβαινεν σ' εμάς, γιατί τ' όσπιτ' ν' έμουν έτονε σό τέλος τη χωρί, απ' εκεί π' εσκάλωναν τη Τουρκαντίων τ' όσπίτια. Εμείς οι δύο θα λέγαμε πάντα τα Κάλαντα «διά την ενίσχυσιν του Ταμείου της Εκκλησίας».Και ενθυμούμαι, που όλοι —πτωχοί και πλούσιοι— το θεωρούσαν τιμή τους ν' ανοίξουν την πόρταν άτουν ο θείος μ' ο Δημήτρης, και να πλειοδοτούν εις εισφοράν, δίδοντας πρόθυμα τον οβολό τους. Και έτσι, για χάρη της εκκλησίας, έδιδε την συγκατάθεσή του και ο συγχωρεμένος πατέρας μου να γυρίσω για τα Κάλαντα. Τι θα πει νύχτα, κρύο, αέρας, ταλαιπωρίες; «Ατά ‘κ̌΄ ενούνιζαν' ατά». Η μάννα μ' εφόριζέ μας τα χοντρά τα λώματα, ετύλιξεν καλά τ' ωτία μ', εφόριξέ με τα μάλλινα τα γάντια, έφιλνεν και τον Νίκον και έστειλνε μας σό καλόν και σή Παναγίας την στράταν. «Αέτς-πα το Καλήν Εσπέραν εσκάλωνεν ας σ' εμάς απάν' σο κιντίν και ετέλαινεν σ' άνθεν το χωρίον, την Κιόκτζεν πριν να έβγων ό ήλον». Άλλωστε ο μακαρίτης ο θείος μου ο Δημήτρης το θεωρούσε γούρι και καλό χερικό να αρχίζει από το δικό μας τζάκι, γιατί ο πατέρας μου ήταν τζιορμπατζής και εφιλοτιμείτο να δίνει χρυσόν παράν. Η πορεία μας ήταν καθορισμένη. Έπρεπε να πάρουμε όλα τα σπίτια με τη σειρά, για να αποφύγουμε και τις παρεξηγήσεις. Όμως με την ευκαιρία αυτή των Καλάντων ο θείος μου έβρισκε την κατάλληλη στιγμή κι έλυνε τις διαφορές του ως προς τις οφειλές των ενοριτών προς την εκκλησία και ώσπου να τακτοποιηθεί εμείς εχουλιάμες ολίγον. Μέσα στην γαλήνη της νύχτας η φωνή μας αντηχούσε ολοκάθαρη και πολλοί μας περίμεναν με την πόρτα ανοιχτή και τον σκύλο δεμένο. Αντηχούσε η μελωδία της «Καλήν Εσπέραν» σε ήχον πλάγιον στιχηραρικόν, όπως τον γράφω παρακάτω, με σημεία Βυζαντινής μουσικής και όπως δεν τον έχω ακούσει πουθενά να τραγουδιέται, ούτε και στα χωριά της Μακεδονίας με καθαρό Ποντιακό πληθυσμό. Φαίνεται πως το μέλος αυτό μόνο σ' εμάς τους Σαμψούντιους επικρατούσε. Επάνω στις ίδιες μουσικές γραμμές ακολουθούν όλοι οι λοιποί στίχοι που είναι γνωστοί σε όλους μας. Και τώρα η σειρά για τα μοιρολόγια, για να επανέλθουμε στην πρώτη παράγραφο του θέματός μας. Έχω την γνώμη, ότι το μέλος των μοιρολογιών θα μπορούσε να γραφεί με χαρακτήρες Βυζαντινής μουσικής. Εδώ ήθελα να καταλήξω από την αρχή. Ότι η βυζαντινή μουσική προσφέρεται για να σώσει από την λήθη πολλά σημεία της Λαογραφίας μας. Ορίστε μια ιδέα. Εύχομαι να ριζώσει, να γίνει αισθητή η σοβαρότης της υποθέσεως και να καταπιασθούν μ' αυτήν, όσοι νομίζουν, ότι δύνανται να την αποδώσουν στο χαρτί. Και είμαι βέβαιος, ότι υπάρχουν πολλοί Πόντιοι και διδάσκαλοι και ιεροψάλται συγχρόνως στα χωριά της Μακεδονίας μας, που γνωρίζουν την Βυζαντινή μουσική και την γράφουν πολύ πιο καλύτερα κι από μένα. Τους μεταδίδω τον παλμό της ψυχής μου και τους εύχομαι να κάμουν τα λόγια τούτα έργον. Όσον από μέρους μου, θα κάμω ό,τι μπορώ. Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου - Κάλαντα - Δοξασίες, Παραδόσεις, Ήθη & Έθιμα του Δωδεκαημέρου των Ελλήνων του Πόντου
Καρέα, Ιανουάριος 1962 Χρ. Ι. Αντωνιάδης Δημοδιδάσκαλος
Πηγή: Ποντιακή Εστία 1962
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
