Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου του † Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου (Α' Μέρος)
Οφείλουμε χάρες στον έγκριτο εν Αθήναις συμπατριώτη μας γνωστό μεγαλέμπορο κύριο Δημήτριο Γρηγοριάδη τέκνο των ευάνδρων Σουρμένων διότι κινούμενος από θερμό ενδιαφέρον για την ιστορία της ιδιαίτερης του πατρίδας, είχε την έμπνευση να αποταθεί στον πλέον κατάλληλο πρεσβύτη τον Πανοσιολογιώτατον Αρχιμανδρίτην Βασίλειο Παπαδόπουλο και να τον παρακαλέσει να γράψει ότι θα ήτο δυνατό για τα Σούρμενα.
Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου του Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου. Ως σεβαστός πρεσβύτης γράψας, παρέδωσε εις τον κ Γρηγοριάδη την κατωτέρω ιστορική μονογραφία ως πρότυπο σαφήνειας και εμβρίθειας συνδυασμένο με ζηλευτή λακωνικότητα. Τη μονογραφία αυτή δημοσιεύουμε πιο κάτω και τη συνιστώμεν ως παράδειγμα σε όλους όσοι θα ήθελαν να δημοσιεύσουν στην ποντιακή εστία ή σε οποιοδήποτε άλλο λαογραφικό περιοδικό ιστορικά σημειώματα της ιδιαίτερης τους πατρίδας. Σαν παράδειγμα επίσης, αξιομίμητο σημειώνω με την ως άνω ενέργεια του κ Δημητρίου Γρηγοριάδη ο οποίος φρόντισε και βρήκε το κατάλληλο πρόσωπο για τη συγγραφή της ιστορίας της πατρίδας του. Ευτυχώς μεταξύ των Ελλήνων Ποντίων της απερχόμενης γενιάς υπάρχουν πολλοί οι οποίοι φέρουν την ηλικία του πρεσβύτου των Σουρμένων. Θα ήτο ευχής έργον να ευρίσκονταν παντού Γρηγοριάδηδες οι οποίοι θα πονούσαν για τον τόπο τους και θα ανακάλυπταν και θα αποσπούσαν τις αναμνήσεις και τις γνώσεις τους, πριν κάτι τέτοιο αποβεί ακατόρθωτο. Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου / Β΄ Μέρος / Σούρμενα Τραπεζούντα
Ονομασία των Σουρμένων
Οι επαρχία Σούρμενα βρίσκεται 18 μίλια ανατολικά της Τραπεζούντας. Έλαβε το όνομά της από τον ποταμό Ύσου (τουρκικά λέγεται Καρά Δερέ). Ονομάστηκε ο ποταμός αυτός Ύσος από τους πολλούς χοίρους (ύς σύς) οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή των οχθών του ποταμού αυτού. Εκβάλλει δε σε ασφαλή όρμο. Λέγεται ότι ο όρμος αυτός ήταν άλλοτε κολπίσκος εισχωρών εις την ξηρά σε βάθος 10 περίπου χιλιομέτρων. Εκεί εις τον μυχόν του κόλπου υψώνονται βράχοι επί των οποίων είναι εμπεπηγμένοι σιδερένιοι κρίκοι οι οποίοι χρησίμευαν στην πρόσδεση των εκεί ορμούντων πλοίων. Συν τω χρόνω οι προσχώσεις του ποταμού γέμισαν τον κόλπο. Εξακολουθούσε δε ο ρούς του ποταμού δια κοίτης επί των προσχώσεων μέχρι των τωρινών εκβολών του. Από το όνομα του ποταμού και του όρμου προήλθε η φράση: «Εις Ύσσου όρμον» η οποία μεταποιήθηκε σε «Σού σου -όρμον», μετά έγινε «Σουσούρμενα» και τελευταία «Σούρμενα». Όταν μαθήτευα στο γυμνάσιο Τραπεζούντας είχαμε εκεί γεωγραφικό χάρτη παριστάνοντας την βυζαντινή αυτοκρατορία διαιρεμένη σε θέματα (δηλαδή στρατιωτικές διοικήσεις), όπου έφερε γεγραμμένο το όνομα των Σουρμένων ως Σουσούρμενα. Προήλθε λοιπόν το όνομα Σούρμενα από την σύμπτυξη και αποκοπή καθ’ ον τρόπον προέκυψε και το όνομα της μονής του όρους Μελά. Ελέγετο «εις του Μελά», «Σου Μελά» και τέλος η Μονή Σουμελά. Σούρμενα Πόντου. Ιστορία - Γεωγραφία - Αποικισμός - Γλώσσα & Πολιτισμός
Χαλανική
Στις προσχώσεις του ποταμού σχηματίστηκαν πολλά έλη, τα οποία απέβησαν εστία δεινής ελονοσίας. Ανατολικά της δεξιάς όχθης του ποταμού και απέναντι από αυτόν υπάρχει το χωρίον Χαλανική το οποίο λεγόταν Καλλινίκη. Πριν από τις προσχώσεις και του σχηματισμού των ελών είχε κλίμα εύκρατο και πολλούς κατοίκους. Ιδέα περί του πληθυσμού αυτού μπορούμε να σχηματίσουμε από την παράδοση, την οποία άκουσα από την μάμμη μου ότι άλλοτε πριν καταστεί νοσηρό το κλίμα αυτό, λέγεται ότι κατά το Πάσχα εις το γινόμενο εκεί δημόσιο χορό συμμετείχαν τριάκοντα περίπου νύφες του χωριού οι οποίες έφεραν στην κεφαλή τους καλύπτρα τη λεγόμενη τσαρκούλαν την οποία κατά το τότε έθιμο φορούσαν στο χορό όταν ελάμβαναν μέρος σε αυτόν, όσες δεν είχαν συμπληρώσει χρόνο από τον γάμο τους. Τελευταία όμως μόλις 30-40 οικογένειες κατοικούσαν στο χωριό αυτό από τις οποίες δε οι περισσότερες προέρχονται εξ άλλων χωρίων των Σουρμένων και μερικές από τη Σάντα, οι οποίες μετοίκησαν εκεί για το γόνιμο του έδαφος, αναγκαζόμενες όμως το θέρος να φεύγουν σε άλλα υγιεινά κλίματα. Δυτικά της αριστερής όχθης του Ύσου ήταν τα ερείπια του φρουρίου του Ηρακλείου το οποίο ιδρύθηκε εκεί όταν εξεστράτευσε ο βασιλιάς του Βυζαντίου Ηράκλειος κατά των Περσών διά της Τραπεζούντας προς εξασφάλιση της οδού της εκστρατείας. Λαογραφικά - Ο γάμος στα Σούρμενα του Πόντου
Τσίτα
Το Χωρίον Τσίτα. Βρίσκεται ανατολικά του Μικροποτάμου ο οποίος είναι παραπόταμος του Μοναχού ποταμού, ρέων εις χαράδρα μεταξύ Τσίτας και του απέναντι δυτικώς χωρίου Ασσού. Απέχει από την παραλία Χουμουρκιάντων δύο ώρες (περίπου 10 χιλιόμετρα). Αγνοούμε την παραγωγή του ονόματος αυτού. Είναι όμως βέβαιο ότι και πριν από την εγκατάλειψη αυτού από των προηγούμενων κατοίκων του λεγόταν Τσίτα. Αυτοί οι προηγούμενοι κάτοικοι δεν δέχθηκαν να εξισλαμιστούν και για να σωθούν από τις πιέσεις των τούρκων μετανάστευσαν όλοι κι αφού εγκατέλειψαν έρημο το χωριό, πήγαν στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως (Κιουμούς Χανέ) όπου συνωκίσθησαν ιδρύοντας χωρίον με το ίδιο όνομα Τσίτα. Η Αργυρούπολη ήταν τότε ονομαστή για τα μεταλλεία του αργύρου της. Αυτά τα μεταλλεία με την άδεια του σουλτάνου εκμεταλλεύονταν οι χριστιανοί του τόπου υπό τις οδηγίες και διαταγές τεχνιτών μεταλλωρύχων χριστιανών ιθαγενών, οι οποίοι λέγονταν Ουσταπάσηδες. Ήταν αρχηγοί των τεχνιτών και είχαν μεγάλη επιρροή και εισακούονταν από τον σουλτάνο. Έτσι οι χριστιανοί της περιφέρειάς τους ήταν ασύδοτοι και δεν ενοχλούνταν από τους τούρκους. Για αυτό το λόγο λοιπόν, εγκαταστάθηκαν εκεί οι κάτοικοι της Τσίτας των Σουρμένων. Σε αυτό το χωριό Τσίτα, οι κάτοικοι έκτισαν ναό επ ονόματι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού προς ανάμνηση του ναού που εγκατέλειψαν στο χωριό τους στην Τσίτα των Σουρμένων. Οι κάτοικοι του νέου χωριού της Τσίτες, οι λεγόμενοι Τσιτενοί, διέσωσαν μέχρις εσχάτων την παράδοση της μεταναστεύσεως τους αλλά και της συνωνυμίας του ναού τους. Μετά τη μετανάστευση αυτή έμεινε έρημο το χωριό και καλύφθηκε από δάσος μέχρι του δεύτερου βίαιου εξισλαμισμού των υπόλοιπων χριστιανών. Κατά τον πρώτο βίαιο εξισλαμισμό, ο οποίος έγινε ευθύς μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1462 διασώθηκαν σε μερικά χωριά των Σουρμένων και του Όφιος χριστιανοί, μερικοί υπό την προστασία των τούρκων δυναστών, οι οποίοι λέγονται τώρα μπέηδες. Προσέφεραν την προστασία αυτή βεβαίως όχι από αίσθημα ανεξιθρησκίας και ιπποτισμού, αλλά από σκοπιμότητα. Ήθελαν δηλαδή να έχουν υπό την εξουσία τους τους χριστιανούς τους οποίους μεταχειρίζονταν ως δούλους, διότι αν όλοι οι Χριστιανοί εξισλαμίζονταν ως μωαμεθανοί θα είχαν ίσα δικαιώματα με τους τούρκους και επομένως δεν θα εδέχοντο να είναι δούλοι. Οπωσδήποτε όμως η συμπεριφορά αυτή των αγάδων έσωσε τους εναπομείναντες χριστιανούς, διότι προστάτευαν τη ζωή, την τιμή, τη θρησκεία και εν μέρει η περιουσία τους από την εξουσία των διατελούντων. Περί το έτος 1670 έγινε ο δεύτερος διωγμός και εξισλαμισμός των χριστιανών, οι οποίοι κατοικούσαν μακριά από την παραλία ως εις κρησφύγετα εις τόπους ορεινούς και ανεπιθύμητους στους τούρκους για εγκατάσταση. Οι κατά την παραλία χριστιανοί εξαφανίστηκαν κατά τα πρώτα έτη της κατακτήσεως, άλλοι μεν σφαγιάστηκαν, άλλοι δε εξισλαμίστηκαν και κάποιοι έφευγαν σε απόκεντρα μέρη μακριά από την παραλία. Εις τον δεύτερο αυτό διωγμό πολλοί των υπολειφθέντων χριστιανών εξισλαμίστηκαν διατηρούντες μέχρις ημών, την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, κάποιοι δε μη δεχθέντες να εξισλαμισθούν, έφευγαν από διάφορα χωριά του Όφιος: Ζενώ, Σαράχω, Γοργορά, Κοντού, Κατοχώρ και άλλα προς τα ορεινά των Σουρμένων της περιοχής του Μοναχού ποταμού, όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν λίγοι χριστιανοί. Ο γενάρχης της οικογένειας στην οποία ανήκω ήταν από το χωριό Ζενώ και ονομαζόταν Καλόμηνος. Ήταν ο νεότερος γιος της οικογένειας του ο οποιος παρέμενε ακόμη άγαμος. Αφού εξισλαμίστηκαν όλοι οι αδελφοί του, οι συγγενείς του και όλοι οι κάτοικοι του χωριού έφυγε με τη μητέρα του διαμέσου των δασών και των ορεινών εκείνων τόπων και έφθασε εις το ερειπωμένο και δασωμένο Τσίτα. Εκεί είδε να ανέρχεται καπνός από ένα σημείο, κατευθύνθηκε λοιπόν προς το σημείο του καπνού, όπου είδε χριστιανό να έχει στάνη και να βόσκει τα πρόβατά του. Αυτός ήταν από την Κελόνησα, πρόγονος της οικογένειας Χατζή Χαρίτ (Χαριτίδων). Ανήγγειλε την άφιξη του φυγάδος χριστιανού εις τον αγά της Ζάβλης στον οποίο υπαγόταν η περιοχή. Ο αγάς προθύμως δέχτηκε και ενθάρρυνε τον Καλόμηνο και τον εγκατέστησε εκεί, φρόντισε δε να τον παντρέψει με μια χριστιανή από το Χουμουρκιάντων. Απόγονοι του Καλόμηνου είναι οι οικογένειες: Παϊρακτάρογλη (Σημαιοφορίδη) από τους οποίους είμαι κι εγώ, οι Κούσογλη, οι Λαζαρόγλη και Καλομήνογλη. Είμαι δε έβδομη γενιά από τον Καλόμηνο, οι γιοι μου όγδοη και οι εγγονοί μου ένατη. Ώστε υπολογίζοντας τη μια γενεά ως συνήθως 30 χρόνια έχουμε για τις 9 γενεές 270 έτη από της αφίξεώς του Καλόμηνου στην Τσίτα. Κατά τον ίδιο χρόνο, από της αφίξεώς του Καλόμηνου στην Τσίτα ήρθαν και άλλοι φυγάδες από την Όφιν και εγκαταστάθηκαν υπό την προστασία των αγάδων της Ζάβλης. Από τη Γοργορά ήρθε ο γενάρχης των Γρογοριαδών (Χιονή, Πασούλας, Σουμουλέκ, Βασίλ’ και Κιορπάν. Από την Κοντού ο γενάρχης των Κεσόγλη (Φωκά, Τσιρόζ, Σάββογλη, Καστάν, Βαριόζ). Ήρθαν και οι γενάρχες των Αλεξανδριδών και Σαββουλιδών και κάποιοι άλλοι. Με αυτό τον τρόπο συνωκίστηκαν στην Τσίτα 8-10 οικογένειες. Αυτές οι οικογένειες δεν είχαν ούτε ιερέα ούτε εκκλησία ενώ για τις θρησκευτικές τους ανάγκες πήγαιναν στο χωριό Κελόνησα όπου ευρίσκοντο αρκετοί χριστιανοί και ιερέας εκεί κοινωνούσαν, δηλαδή μεταλάμβαναν και δια τούτο ονομάστηκε το χωριό Κοινώνησα. Σούρμενα, Σούρμαινα, ή Σουσάρμενα του Πόντου
Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου Ποντιακή Εστία τεύχη 30-31 - 1952 † Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου - Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος μου.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
