Το χωρίον Μπάλτζανα της Νικοπόλεως του Πόντου - Ιστορία και Λαογραφία της Εκκλησιαστικής Επαρχίας Κολωνείας και Νικοπόλεως (Σεμπίν Καραχισάρ) - Καβάλα 1964
Η Μπάλτζανα ήταν μια από τις μεγαλύτερες κοινότητες της επαρχίας Κολωνίας και έλαβε την ονομασία αυτή από το μπάλ και τζάν (λέξεις τούρκικες) που σημαίνουν ψυχομέλι, διότι κατά την παράδοση οι πρώτοι οικιστές βρήκαν σε κοιλώματα δέντρων άφθονο μέλι και σμήνη μελισσών, τις οποίες περισυνέλλεξαν μέσα σε κυψέλες και έκτοτε η μελισσοκομία αποτελούσε απασχόληση μερικών από τους κατοίκους της.
Το χωριό βρισκόταν στα βόρειο ανατολικά της Νικοπόλεως, σε απόσταση περίπου 25 χιλιομέτρων με2 σύνορα στα βόρεια το όρος Άγιος Θεόδωρος και στα νότια τα χωριά Έσολα, Γαλατζούχ, και Τρουπτζή. Στα ανατολικά το όρος Άγιος Βασίλειος και στα δυτικά το χωριό Καρακεβεζήτ. Οι δε κάτοικοι του χωριού ανέρχονταν στους 1000, από τους οποίους οι 950 ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι ενώ οι λοιποί τούρκοι αποτελούντες ιδιαίτερη συνοικία. Το χωρίον Μπάλτζανα της Νικοπόλεως του Πόντου
Εκκλησία. Τα θρησκευτικά τους καθήκοντα τα εξεπλήρωναν σε δύο εκκλησίες με τρεις ιερείς. Εκ τούτων των εκκλησιών η μεν μία ετιμάτο στο όνομα του Αγίου Γεωργίου. Ανηγέρθη κατά το έτος 1894 στο κεντρικό σημείο του χωριού από εράνους που έκαναν παρά των εν Κωνσταντινούπολη, Καβάλα και Αμερική ευρισκομένων κατοίκων του χωριού. Ο ευπρεπέστατος αυτός ναός του Αγίου Γεωργίου και ένας από τους ωραιότερους της περιφέρειας ήταν βυζαντινού ρυθμού, λιθόκτιστος από πελεκητή πέτρα και με πλήρη εσωτερικό διάκοσμο. Η δεύτερη και αρχαιότερη τιμωμένη επ’ ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ισόγειος παλιά εκκλησία με κέδρινη στέγη και ασφαλτωμένη (όπως αναφέρει ο Προκόπιος περί κτισμάτων), ιδρύθηκε σύμφωνα με κάποιους επί της εποχής του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού το έτος 524-560 μ.Χ., κατά άλλους δε επί της εποχής της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας Θεοφίλου όπως προέκυψε αργότερα εκ της ευρεθείσης λίθινης πλάκας, επί της οποίας ήταν αναγεγραμμένο το όνομα «Σεβαστής Θεοδώρας». Η εκκλησία αυτή βρισκόταν ανατολικά σε απόσταση 3 χιλιομέτρων από τη σημερινή τοποθεσία του χωριού, στη δημόσια οδό προς Αλούτζαρα (Μερκέζ) οδού και στη συμβολή των δύο παραποτάμων του Λύκου (Σεέρ-Σού, Ιλίμ-Σου) και Χαϊράν Σου, όπου αρχικά βρισκόταν και η παλιά Μπάλτζανα, η οποία κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο το έτος 1877 λόγω ασφάλειας και προς αποφυγή λεηλασιών εκ μέρους των προωθούμενων τουρκικών στρατευμάτων προς Ερζερούμ, μεταφέρθηκε στη σημερινή της τοποθεσία. Στην πιο πάνω εκκλησία εφυλάσσετο μέχρι το 1860 μεταξύ άλλων κειμηλίων με τα οποία προικίστηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και το τετραβάγγελο του Καραχισάρ (Νικοπόλεως), το οποίο ανεκαλυψε ο Ρώσος διπλωμάτης Τίτωφ και το προσέφερε κατά το έτος 1854 στη βιβλιοθήκη της Πετρουπόλεως. Περί του Τετραβάγγελου αυτού παραδέχονται ότι εγράφη εις το αυτοκρατορικό γραφείο του υπό αντιγραφέων Κωνσταντινουπόλεως ή και Νίκαιας και εστάλη ως δώρο εις τον Πρίγκηπα Τραπεζούντος Ιωάννη Κομνηνό και ότι το πολυτελέστατο τούτο χειρόγραφον μετεφέρθη από την Τραπεζούντα μετά την πτώση της στο Καραχισάρ (Νικόπολη) προς ασφάλεια κατά μία τοιαύτην ταραχώδη περίοδο. Προϊόντος του χρόνου η ως άνω εκκλησία εκ της πολυκαιρίας κατέστη ετοιμόρροπη και σε σύντομο χρόνο ήταν εγκαταλελειμμένη. Κατά το έτος 1904 αποφάσισαν οι κάτοικοι την εκ νέου ανέγερσή της επί της ίδιας τοποθεσίας. Δυστυχώς όμως κατά την κατεδάφιση της ετοιμόρροπης Εκκλησίας οι αμαθείς τεχνίτες δεν σεβάστηκαν ούτε επιγραφές, ούτε τις παλαιές εικόνες, ούτε και τα μητρώα αυτής, τα δε ελάχιστα που διασώθηκαν περισυνελέγησαν για να τοποθετηθούν στη νέα υπό ανέγερση εκκλησία. Για τον ιερό αυτό σκοπό ο αρχιμανδρίτης Κύριλλος Μαυρομμάτης ή Λοστορίδης ο και κύριος πρωτεργάτης, σε συνεργασία μετά των αείμνηστων προκρίτων, Κωνσταντίνου Κυνηγοπούλου, Κυριάκου Γαλεάδη και θεοδώρου Τζεντεμέ, με τα χρήματα τα οποία συγκέντρωσαν με εράνους, συνεισφορές και δωρεές από τους εν τη ξένη πατριώτες, από συγχωριανούς τους και από χριστιανούς των πέριξ χωριών, ανήγειραν στην τοποθεσία της ετοιμόρροπης παλιάς εκκλησίας, μεγαλοπρεπέστατο λιθόκτιστο από πελεκητή πέτρα βυζαντινού ρυθμού ιερό ναό τον οποίο μετέτρεψαν σε Ιερά Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στον περιτειχισμένο περίβολο εκτάσεως 3 στρεμμάτων έκτισαν οικία δια τον ιερομόναχον παραπλεύρως της μονής αλλά και αίθουσες για τους προσερχόμενους, ξενώνα για τη φιλοξενία πολιτικών και στρατιωτικών και άλλων επισήμων και εγκατάσταση υδρεύσεως. Λόγω δε της προνομιακής τοποθεσίας της Μονής η τουρκική κυβέρνηση εγκατέστησε μονίμως σε ένα από τα κτίσματα της, σταθμό χωροφυλακής για την περιφρούρηση της τάξης σε όλη την περιφέρεια εκείνη. Στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ετελείτο μεγάλη πανήγυρις, κατά την οποία εμαζεύονταν από τα πέριξ χωριά και από άλλα μακρινά μέρη πολλοί προσκυνητές, οι οποίοι μετά το προσκύνημα επιδίδονταν σε διασκεδάσεις με χορούς και τραγούδια. Η Ιερά αυτή μονή όπως ανέφερε ένα από τα μέλη της επιτροπής, ο κ. Θεόδωρος Ιωσηφίδης, ο οποίος εσχάτως επισκεφθεί τα λησμονημένα εκείνα μέρη, μετατράπηκε σε τούρκικο τζαμί.
Παρεκκλήσια. Πλην των ως άνω Ιερών Ναών υπήρχαν τα εξής Παρεκκλήσια. Παρά τα κράσπεδα του βουνού του Αγίου Βασιλείου το παρεκκλήσιο του Αγίου Βασιλείου, εξ ου και η ονομασία του Βουνού. Επί της κορυφής του Βουνού Άγιος Θεόδωρος, το παρεκκλήσι του Αγίου Θεοδώρου. Άγιος Κωνσταντίνος στην τοποθεσία Γισίχ, όπου κατά την εξόρυξη λίθων απεκαλύφθη λίθινη πλάκα με την επιγραφή «Άγιος Δημήτριος», πλησίον δε αυτού, το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου και εντός του δάσους Αγιρτίς άλλο παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου στον περίβολο του οποίου διακρίνονταν παλιά μνήματα ως και δύο κριάρια πέτρινα. Όλα αυτά τα παρεκκλήσια προστατεύονταν από ξηρότοιχους για να μην εισέρχονται εις αυτά τα ζώα.
Σχολεία. Η αναδιοργάνωση των σχολείων του χωριού άρχισε κυρίως από το έτος 1890, οπότε κατά το έτος αυτό ανηγέρθηκε παραπλεύρως της εκκλησίας και εντός της περιοχής αυτής πεντάξιος διώροφος λιθόκτιστος Σχολή με 4 αίθουσες, 2 Διδασκάλους και 120 μαθητές. Οι δάσκαλοι που δίδαξαν κατά διαφόρους εποχάς εις το χωρίον ήταν ο Ελευθέριος Γαλεάδης, ο Κωνσταντίνος Τζελίλογλου, ο Παύλος Γαλεάδης, ο Κωνσταντίνος Κυνηγόπουλος, ο παπα-Ευθύμιος Τουμανίδης, ο παπα-Στέφανος Σιδηρόπουλος, ο Κυριάκος Γανωτίδης και Ιωάννης Τεμεκιουνίδης από το χωρίον Αλη σαρ και Παντελής Κονγιαλίδης από την Μπάλτζανα.
Φυσική και Γεωγραφία. Η τοποθεσία του χωριού Μπάλτσανα με τον διασχίζοντα αυτήν παραπόταμο του Λύκου, με τα περιβάλλοντα βουνά, με εκτεταμένα με τις περίφημες και πλούσιες σε βλάστηση πεδιάδες και γιαϊλάδες είναι γραφικότατη και αποτελεί ένα ευρύτατο λεκανοπέδιο, εκτεινόμενο από τις υπώρειες των βουνών μέχρι το ποταμό. Μέσα δε σε αυτό το λεκανοπέδιο απλώνονται γονιμότατα τα αγροκτήματα τους.
Τα βουνά του χωριού. Τα κυριότερα βουνά που εξετίνοντο από βορρά προς ανατολάς ήταν: ο Άγιος Θεόδωρος, τα Χαντζάρε, τη Ντελή Κυρεκού, το Θωνάριν, το Πασήν το συνόριν, το πουρτούλ γαγιά, το Σέρτ Κουνεϊ, το Θοδός του ταντούριν, το Γιασί γιουρτί, το Γαριτσούγουν, τα Πιολιούκε, το Τσαχάλ κιομί, το Μολλά γιατάγιν και του Αγίου Βασιλείου. Πλησίον του βουνού Τσαχάλ κιομί κατά μια παράδοση, όπως διηγούνται οι πρόγονοί μας, υπήρχε «Το Κάστρο της Κεράσας», δηλαδή ανάκτορο μεγάλων διαστάσεων, όπου υπεδέχετο η περιώνυμος τότε Κέρασα τους διάφορους Ντερε-μπέηδες της εποχής εκείνης. Ερείπια του κάστρου τούτου σώζονταν μέχρι των ημερών μας.
Ποταμοί. Ήταν ο εξ’ Αλούτζαρας κατερχόμενος παραπόταμος του Λύκου. Στον ποταμό αυτό συμβάλλει το ποταμάκι Ιλίμ-σου, από το οποίο ψάρευαν οι κάτοικοι τα ωραία και εύγευστα ψάρια αλά-παλίκ (πέστροφες). Έτσι λοιπόν ο σχηματιζόμενος παραπόταμος, διασχίζει το χωριό και κάτω από τη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ενώνεται με τον εκ Τσάλ Ντάγ (φαλακρό όρος) του χωριού Φέϊλερε πηγάζοντα ποταμίσκο Χαϊράν-σου. Επί της Ενώσεως τούτων των ποταμών υπάρχουν οι υδρόμυλοι του χωριού.
Τόποι παραθερισμού (γιαϊλάδες). Ανατολικά του χωριού κοντά στους πρόποδες των βουνών και στα μεταξύ αυτών οροπέδια εξετείνοντο οι κάτωθι γιαϊλάδες: Αγτζά-κουνεϊ, Ιοκιούζ-ιολτη, Μουράτ-μερεγί, Τεκνετζιούκ, Αρπατζούχ, Σομούν-γαγιά, Τσαγάνε, Εκιουτζέ, Αγιουτζί-γιουρτί (τ’ αρκουδί το τρυπίν), Τσάμλιτ, Αλμά-ταρλασί, Χοντρόν-μάλιν, Μικρόν-μάλιν, Θωνάριν, Τσεκιουμλιούκιν, τη Κουνή, τη Γιάννογλου τ’ όρος, τη Γουστζή, το Γιακίν η γιαϊλέ, τη Γαρατζά, τη Τσεβερμέϊ-ταγούλας, τη Μενκιουτζέ, τη Τιλί το μήλον, το Τσαχάλ-κιομί, το Μερέκιν, το Μολλά-γιατάγιν, τα Χαντζάρε και το Αγιρτίτζ.
Δάση. Όλα τα πέριξ βουνά που εξετείνονται από τη βόρεια πλευρά του χωριού προς ανατολάς μέχρι και της νότιας πλευράς του, εκαλύπτοντο από θεόρατα και απέραντα δάση με πανύψηλες πεύκες, έλατα και οξιές. Οι κορμοί των πεύκων σαν πελώριες λαμπάδες ανέβαιναν σε ύψος 20-25 μέτρα. Τους ευθυτενείς κορμούς των πανύψηλων αυτών πεύκων τους έκοβαν οι κάτοικοι, τους καθάρισαν από τα κλαδιά τους, τους ξεφλούδιζαν με την αξίνα και τους άφηναν να ξεραθούν επιτόπου. Η υλοτομία αυτή γινόταν κατά το μήνα Μάιο, μετά δε το τέλος της συγκομιδής των γεωργικών τους προϊόντων, τους κορμούς τούτους τους οποίους έλεγαν «Χαρομία» (δηλαδή χοντρούς δοκούς), έπρεπε να τους μεταφέρουν στο χωριό. Πάνω στους κορμούς έκαστος των κατοίκων έκανε ιδιαίτερο σημείο προς αναγνώριση και μια τρύπα με την αξίνα στο άκρο και παχύτερο μέρος που λεγόταν το «Τορότζιν» από το οποίο περνούσαν το «μακρύν λωρίν» από δέρμα βουβάλου ή βοδιού και το πρόσθεταν στο ζυγό που ήσαν ζευγμένα βουβάλια ή βόδια για να σύρουν το χαρομίν και να το μεταφέρουν στα σπίτια τους. Η μεταφορά των μεγάλων αυτών κορμών λόγω της ανωμαλίας του εδάφους, ελλείψει βατών οδών και διότι έπρεπε να περάσουν απόκρημνα ανηφορικά και βραχώδη μέρη, παρουσίαζε πολλές δυσκολίες, για αυτό όταν έφθαναν σε σημείο που δεν μπορούσαν πλέον τα ζώα, κυλούσαν αυτούς τους κορμούς από το μέρος εκείνο που το έλεγαν «Κυλιστέραν» και με το κύλισμα έφταναν τα χαρομία στις πεδιάδες από όπου η μεταφορά τους ήταν πλέον εύκολη. Κατά το κύλισμα συνέβαινε να κατα τεμαχίζονται οι κορμοί σε πολλά κομμάτια και χρησίμευαν πλέον ως επιστύλια ή ως καυσόξυλα προς μεγάλη απογοήτευση και ζημία βεβαίως των ιδιοκτητών. Άλλοτε πάλι κατά την ανάσυρση των πελώριων αυτών κορμών παρασύρονταν ζώα και άνθρωποι στους γκρεμνούς και εφονεύοντο ή το ολιγότερο κακό τραυματίζονταν επικινδύνως. Η ασχολία αυτή ενείχε πολύ ηρωισμό των οποίων εξυμνούν, όπως και όλη την απασχόληση με τα δέντρα και τους καρπούς τους με ωραία τραγούδια τα οποία παραθέτομε στη συγγραφή των τραγουδιών της παρούσας έκδοσης.
Ασχολίες των κατοίκων. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού καθώς και των άλλων χωριών που βρίσκονταν στη βορειοδυτική πλευρά της Νικοπόλεως, παρά τους πρόποδες των Ποντικών Ορέων ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και κτηνοτροφία, η οποία ήταν πολύ ανεπτυγμένη λόγω των εκτεταμένων βοσκότοπων και στις γιαϊλάδες με άφθονα νερά και πλούσια βλάστηση, ιδιαίτερα δε οι κάτοικοι των χωριών Καρακεβεζήτ, Στρεφή, Κόρατζα, Κάλτζασα καταγίνονταν και με την υλοτομία.
Η ιστορία του χωριού. Περί της ιστορίας του χωριού αυτού σαφείς πληροφορίες δεν υπάρχουν. Οι δε συγκεντρωθείσες αυτές πληροφορίες παρά των πληροφοριοδοτών Λάζαρου Κεμεκενίδη και Γεώργιου Βύζικα είναι λίαν συγκεχυμένες. Όπως προκύπτει όμως από μερικά μνημεία Βυζαντινής εποχής, ως η παλαιά Μονή του χωριού, τα λίθινα κριάρια εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Δημητρίου, το Κάστρο της Κεράσας και μερικά άλλα ερείπια παλιών κτισμάτων, όπως αναφέρει και ο Προκόπιος περί Κτισμάτων ΙΙΙ-4, η ύπαρξη του χωριού είναι κατά πάσα πιθανότητα συνδεδεμένη με την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την ως άνω εκδοχή, ο πρώτος πυρήνας που σχηματίστηκε στο χωρίο αυτό αποτελείτο από τις εξής 8 οικογένειες:
Γεκενέντων ή Γεκενίδων
Κεμεκενάντων ή Κεμεκενίδων
Γενιτογλάντων ή Γενιτίδων
Σαββάντων ή Ζουρνατσάντων ή Σαλπιγκτίδων
Τανά-πάσογλου ή Γαλεάδων ή Γαλεάντων
Βυζικάντων ή Βυζικίδων και
Ντελησαββάντων.
Με την πάροδο του χρόνου σε αυτές τις οικογένειες ήλθαν να προστεθούν
Οι Κονγιαλάντ (Κονγιαλίδη) από το Ικόνιο
Οι Θωμάντ’ (Θωμαϊδη) από το Παχτζατζίκ της περιφέρειας Τσακράκ
Οι Καζατζάντ (Καζαντζίδη) ή Χαϊτάντων
Οι Τσεντεμέντ’ (Τσεντεμεϊδη) από την περιφέρειας της Αργυρούπολης
Οι Γιαννοσάντ’ (Γιαννουσίδη) από Αναστός Αλούτζαρας
και οι οικογένειες Κιροζάντων, Μαυροματάντων ή Μουράτογλου, Λοστοράντων ή Λοστορίδων, Μιχαηλάντων ή Μιχαήλογλου ή Μιχαηλίδη, Αβτζογλάντων ή Κυνηγοπουλαίων, Τουμάνογλου ή Τουμανίδη, Τζελίλογλου, Καραγιάννογλου ή Καραγιαννίδη και Ασλάνογλου ή Ασλανίδη προερχόμενες από διάφορα μέρη. Κάθε μια από τις πιο πάνω οικογένειες εγκαταστάθηκε σε ιδιαίτερο μαχαλά (συνοικισμό) κατά το σύστημα των πατριών και συνέπηξαν το χωρίον Μπάλτζανα με 16 μαχαλάδες.
Γεγονότα. Οι κάτοικοι του χωριού, όπως και των άλλων χωρίων Τρουπτζή και περιφέρειας Αλούτζαρας κατά το έτος 1916 εκτοπίστηκαν στα ίδια μέρη με τους άλλους, κατά δε την ανακωχή οι περισσότεροι επέστρεψαν στο χωριό τους και όταν υπογράφηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών, κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα, στον Πλαταμώνα Χρυσουπόλεως, στο Κεφαλοχώρι Δράμας, στο Κοκκινόχωμα Καβάλας, στην Αθήνα και αρκετοί μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις οικογένειές τους.
Το χωρίον Μπάλτζανα της Νικοπόλεως του Πόντου - Πηγή: Ποντιακαί Μελέται - Ιστορία και Λαογραφία της Εκκλησιαστικής Επαρχίας Κολωνείας και Νικοπόλεως (Σεμπίν Καραχισάρ) - Καβάλα 1964
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
