Το χωρίον Ισπαχή Μαχαλεσή της Νικοπόλεως του Πόντου
Ανατολικά της Νικόπολης σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων βρισκόταν το χωριό Ισπαχή Μαχαλεσή το οποίο συνόρευε ανατολικά με το τουρκικό χωριό Σάϊ Μουχάλ, δυτικά με το αρμενικό χωριό Γιλταρίτς και τον τουρκικό μαχαλά Πιστίλ ογλού, βόρεια με τα χωριά Αλησάρ και Τρουπτσή και νότια με το χωρίον Χάχαβλα.
Το χωρίον Ισπαχή Μαχαλεσή της Νικοπόλεως του Πόντου. Οι κάτοικοι αυτού του χωριού τα τελευταία χρόνια ανέρχονταν σε 80 οικογένειες, με 400 κατοίκους εκ των οποίων οι 350 ήταν Έλληνες ορθόδοξοι και 50 τούρκοι που αποτελούσαν ιδιαίτερο συνοικισμό.
Εκκλησίες. Στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, όπου υπήρχε ο παλιός ιερός ναός, ανηγέρθη από τον εμπειροτέχνη Χατζηιορδάνου από το χωριό Τσάλ της περιφέρειας Χαλδίας κατά τα έτη 1906-1908 ο περικαλλέστατος λιθόκτιστος Θολωτός βυζαντινού ρυθμού ιερός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος με ωραιότατο και υψηλό κωδωνοστάσιο. Η καμπάνα δωρήθηκε από του εν Ρωσσία ευρισκόμενο τότε Ιωακείμ Καγιόγλου καταγόμενου από το χωρίον Ισπαχή. Την καμπάνα τη μετέφεραν στην Ελλάδα με ιδιαίτερες δαπάνες κατά το έτος 1924, οι αείμνηστοι Γεώργιος Αλεξόγλου και Μιχαήλ Καμπουρίδης, κατόπιν δε επιδιόρθωσης του ραγίσματος το οποίο υπέστη, παραδόθηκε στον εν Κιουτζιούκ ορμάν Καβάλας ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής. Διαβάστε περισσότερα για το Κιουτσούκ Ορμάν της Καβάλας
Ο νεόκτιστος αυτός ναός που ήταν ένδειξη του υψηλού θρησκευτικού αισθήματος των τουρκόφωνων χριστιανών των μερών εκείνων, διακοσμήθηκε εσωτερικά εκτός από τον άμβωνα, τα στασίδια κτλ και με ένα καλλιτεχνικότατο τέμπλο από ξύλο καρυδιάς. Η εκκλησία αυτή εκτός από τα συνήθη έσοδα τα οποία είχε από τις ιεροτελεστίες και την πώληση των κεριών κτλ, είχε και κάποια μικρή κτηματική περιουσία μερικών στρεμμάτων αγρών και βοσκοτόπων.
Παρεκκλήσια. Εντός του χωριού υπήρχαν τα παρεκκλήσια του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Γρηγορίου, περιτειχισμένα με ξηρότοιχους και με ενχαραγμένο Σταυρό και Εικόνα του Χριστού πάνω στις πέτρες του δεύτερου παρεκκλησίου. Άλλα παρεκκλήσια ήταν ο Άγιος Γεώργιος εντός των κοιμητηρίων του χωριού και ο Άγιος Παντελεήμων έξω από το χωριό. Στο τελευταίο παρεκκλήσιο κάθε χρόνο γινόταν μεγάλη πανήγυρις στην οποία συγκεντρώνονταν εκτός των κατοίκων του χωριού και πολλοί άλλοι από τα γύρω χωριά. Κατά τα τελευταία χρόνια οι ιερείς ήταν ο παπα-Αδάμ και ο παπα-Αλέξης.
Σχολεία. Κοντά στην εκκλησία είχαν μια πεντατάξια Σχολή διώροφη λιθόκτιστη, όπου βρίσκονταν και οι αποθήκες στις οποίες συγκεντρώνονταν τα δημητριακά εν γένει που προέρχονται από την δεκάτην. Η δεκάτη ήταν φόρος ή προσφορά του 1/10 της γεωργικής παραγωγής. Η σχολή αυτή ανεγέρθηκε το έτος 1883 και είχε 80 μαθητές. Οι δάσκαλοι οι οποίοι δίδαξαν στην ως άνω Σχολή ήταν οι: Μιχαήλ Γεωρμπαλίδης, Χρύσανθος Τοπαλίδης, Αναστάσιος Ραφαηλίδης από το ίδιο χωριό, ο Παύλος Γαλεάδης από την Μπάλτσανα, οι Αβραάμ και Μαρία Κέλογλου ή Κωνσταντινίδη από το χωριό Αλησάρ και ο Ιορδάνης από τα Αλούτζια.
Η ιστορία του χωριού. Οι κάτοικοι αυτού του χωριού όπως και του Αλησάρ και της Χάχαβλας κατά πάσα πιθανότητα συγκαταλέγονταν μεταξύ των πρώτων εκείνων κατοίκων της περιφέρειας της Νικόπολης, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι κατά τα παλιότερα χρόνια στους προς τη δυτική πλευρά του Λύκου ποταμού εκτεινόμενους γόνιμους οπωρώνες και αγροκτήματα. Μετά την κατάληψη του Καρα Χισάρ Σαρκί από τους τούρκους, πολλοί εξ αυτών των τούρκων κατέλαβαν αυθαίρετα τα καλύτερα και γονιμότερα μέρη των κτημάτων αυτών, οι δε χριστιανοί κάτοικοι αυτών των μερών περιορίστηκαν σε ασήμαντα τινά εδάφη της περιοχής Αγουτμούς. Αγουτμούς, ο τόπος του μαρτυρίου των 45 Μαρτύρων. Νικόπολις Πόντου. Μαρτυρολόγιον Πόντου Κατά την περίοδο που μεσολάβησε πολλοί εκ τούτων των Χριστιανών εξισλαμίσθηκαν. Άλλοι από το φόβο του συγχρωτισμού με τους κατακτητές έχασαν τη γλώσσα τους και μετά την πάροδο κάποιων ετών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, τη γη τους και να τραπούν προς τα ανατολικά του ποταμού Λύκου στην ορεινή περιφέρεια όπου τελικά εγκαταστάθηκαν και ώκησαν τα χωριά Ισπαχή Μαχαλεσή, Χάχαβλα και Αλησάρ. Έτσι παρόλο ότι οι ως άνω ομιλούσαν πλέον την τουρκική γλώσσα, εντούτοις διέσωσαν τη θρησκεία και τον εθνισμό τους. Κατά μία άλλη πιθανή εκδοχή, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού Αλέξογλου, Πουλγάρογλου, Τοπάλογλου, Γαγιόγλου, Κεϊσόγλου, Γιωρπάλογλου, Κόντογλου, Τσιρικτζόγλου, Γιακώφογλου, Ραφαήλογλου, και Γιαϊλόγλου προέρχονταν από τα υπολείμματα των εξ Ηπείρου Ελλήνων Σπαχήδων ή Ισπαχήδων (κατά την τουρκική, ιππικά τάγματα) οι οποίοι διαλύθηκαν και διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη μετά τη νίκη την οποία κατήγαγε εις το Βαν ο Σουλτάν Μουράτ Δ’ το 1635 κατά των Περσών χάρις εις αυτούς. Ίσως δε η ονομασία του χωριού να ανάγεται εις το γεγονός τούτο.
Φυσική και Γεωγραφία. Το κλίμα του χωριού λόγω της υψομετρικής αυτής τοποθεσίας με τα κρύα νερά της, ήταν εύκρατο και υγιεινό. Τα κτήματα του χωριού εκτείνονταν από τις υπώρειες των λόφων μέχρι του παραποτάμου του Λύκου σε επικλινή τοποθεσία και ήταν γονιμότατα ενώ η παραγωγή δημητριακών ήταν πλουσιότατη.
Βουνά
Αξιόλογα βουνά δεν υπήρχαν. Νοτίως του χωριού βρισκόταν ο λόφος Πράγι Τσαρτάχ, στα βόρεια το Πιογιούκ Τσαχίλ και το Τσαϊ Τσουχουρ.
Ποταμός
Ανατολικά του χωριού διερχόταν ο παραπόταμος του Λύκου, όπου υπήρχαν οι υδρόμυλοι του χωριού.
Λίμνη
Η λίμνη του χωριού ήταν το Σιουλιούκ (βδελλολίμνη). Δυτικά του χωριού στα ύπερθεν υψώματα υπήρχαν βοσκότοποι και γιαϊλάδες με μερικά δέντρα Ιτέας όπου έβοσκαν τα ζώα τους κατά τη θερινή περίοδο. Τα παλιότερα χρόνια οι κάτοικοι είχαν εκεί μόνιμες καλύβες με ξεροτούβαρα οι οποίες σώζονταν μέχρι το 1916.
Ασχολίες των κατοίκων
Στα εύφορα αγροκτήματα τους κάτοικοι καλλιεργούσαν όλα τα είδη δημητριακών των οποίων ο παραγωγή ήταν αρκετά καλή και ικανοποιητική. Είναι δε αξιοπαρατήρητο ότι ενώ υπήρχαν κατάλληλα εδάφη για την καλλιέργεια διαφόρων άλλων κηπευτικών για την κάλυψη δευτερευουσών αναγκών τους, εντούτοις περιορίζονταν στην καλλιέργεια σιτηρών. Η αιτία αυτής της καθυστερημένης γεωργίας ήταν διότι δεν υπήρχε προγραμματισμός και καθοδήγηση εκ μέρους των κρατικών υπηρεσιών. Η κτηνοτροφία του χωριού ήταν λίαν περιορισμένη τα δε παραγόμενα γαλακτοκομικά προϊόντα κάλυπταν μόνο τις ανάγκες των κατοίκων. Τον καιρό της χειμώνα οι γυναίκες καταγίνονταν με την οικιακή βιοτεχνία μάλλινων υφασμάτων, καλτσών, σάκων από κεντήρι (δηλαδή κάνναβη) και τσουλιών από μαλλί ή τρίχες αιγός. Τα τελευταία χρόνια αρκετοί κάτοικοι του χωριού ξενιτεύονταν σε διάφορα μέρη της επικράτειας ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου και σήμερα αρκετοί βρίσκονται εγκατεστημένοι εκεί με τις οικογένειές τους.
Γεγονότα
Κατά τα παλιότερα χρόνια, όπως διηγούνταν οι γεροντότεροι, οι χριστιανοί που κατέφυγαν στα μέρη αυτά καταδιώκονταν από τους περίοικους τούρκους και πολλές φορές αναγκάζονταν να καταφύγουν μέσα σε σπηλιές, οι οποίες βρίσκονταν σε απόσταση 5 έως 7 χιλιόμετρα δυτικά του χωριού. Με την πάροδο του χρόνου αυτά τα κρούσματα περιορίστηκαν αρκετά και μέχρι το 1914 έζησαν πιο ειρηνικά χωρίς να ενοχλούνται. Έκτοτε όμως η κατάσταση μεταβλήθηκε διότι μετά την είσοδο των τούρκων στον πόλεμο, η γενική επιστράτευση, η κατάταξη των στρατευσίμων στα εργατικά τάγματα, οι αγγαρείες, οι επιτάξεις ζώων και τροφίμων, η έλλειψη αροτριώντων για την καλλιέργεια των αγρών επέφεραν την εξαθλίωση, τη δυστυχία, την πείνα από την οποία όσοι δεν μπόρεσαν να αντέξουν υπέκυψαν. Οι επιζήσαντες κατά το 1917 διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες και τις περιουσίες τους και να μεταφερθούν συνοδεία τσανταρμάδων στη Νικόπολη και από εκεί να καταλήξουν στο Τσάγγιρι (Γάγγραι) της Κασταμονής μέσω των πόλεων και κωμοπόλεων Ρεσατιέ, Νίξαρ, Τοκάτης, Ζήλε, Αλατζά, Υοσγάτης, Σιουγγιουρλή μετά από πορεία 90 ημερών. Εκεί διασκορπίστηκαν τόσο στην πόλη αυτή όσο και στα περίχωρά της στα οποία κατανεμήθηκαν μαζί με άλλες ομάδες συμπατριωτών τους από τα χωριά Χάχαβλα, Αλησάρ, Φέϊλερες, ‘Εσολα και Καλατζιούκ επί δύο περίπου έτη. Μετά την ανακωχή αρκετοί εξ’ αυτών επανήλθαν στα σπίτια τους. Ο Γεώργιος Αλεξιάδης μαζί με τον γιο του Συμεών αναχώρησαν στην Κωνσταντινούπολη, οπότε το έτος 1920 επανέκαμψε εις το χωριό του για να παραλάβει την οικογένειά του που είχε επιστρέψει εκεί. Οι δε υπόλοιποι παρέμειναν στην Αμάσεια και τα χωριά της. Κατά την 1921 μερικοί εξορίστηκαν πάλι στο Χαλέπι και κατόπιν στη Βηρυτό και τέλος του 1924 όσοι διασώθηκαν εις αυτήν και το χωριό τους, κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν άλλοι μέν στην Καβάλα, (Ζυγό & Αμυγδαλεώνα) ενώ άλλοι στο χωριό Κοπάτς της περιφέρειας Σερρών, μερικοί στον Πειραιά, τέσσερις οικογένειες στις Κρηνίδες Καβάλας, μία οικογένεια εγκαταστάθηκε στα Αμισιανά, τέσσερις οικογένειες στην πόλη της Θεσσαλονίκη, μια οικογένεια στην πόλη των Τρικάλων, δύο οικογένειες στη Ρωσία και οκτώ οικογένειες διαρκούσης της ανακωχής μετανάστευσαν στην πόλη Νιου Τζέρσεϋ των Ηνωμένων Πολιτειών όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα. Πληροφοριοδότης για τα παραπάνω είναι ο Συμεών Αλεξιάδης, κάτοικος Καβάλας με καταγωγή το Ισπαχή μαχαλεσή 65 ετών το 1964. Νικόπολις - Μαυρόκαστρον - Γαράσαρη Sebinkarahisar (Playlist)
Το χωρίον Ισπαχή Μαχαλεσή της Νικοπόλεως του Πόντου – Ποντιακαί Μελέται – Ιστορία & Λαογραφία Κολωνείας & Νικοπόλεως Πόντου (Sebinkarahisar) – Καβάλα 1964
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com
