Στατιστική της Επαρχίας των Σουρμένων - Κεφάλαιον Δ΄ Περί του εθνισμού και της γλώσσης των κατοίκων των Σουρμένων

Σούρμενα Πόντου πρίν το 1922Α΄ ΔΙΑΛΟΓΟΣ - Μεταξύ μητέρας, γιού και νύμφης

Μητέρα: Ντο εφτάς ατού κά Δρημήτ;
Υιός: Τρώγω κάστανα μάνα.  Στατιστική Επαρχίας Σουρμένων. Περί της γλώσσης των Σουρμενιτών (Δ΄ Μέρος)

Μητέρα: Γουρζούλια να τρώς, όλο κάστανα τρώς, ντο έπαθες εσύ το μωρό;
Υιός: Άλλο ‘κ̆ι τρώγω, μάνα, μη χολιάσ̆κεσαι.
Μητέρα: ΄κ̆’ είναι καλά τα κάστανα, ρίζα μ’ τρομάζεις.
Υιός: Δός με ολίγο ψωμί και βούτερο μάνα, επείνασα.
Μητέρα: Ού!, ρίζα μ’ βούτερο ΄κ̆ έχουμε, άμμε έπαρ’ ολίγο γάλα από κουτί απές φά.
Υιός: Μακαρτό εν το γάλα, μάνα;
Μητέρα: Ναι, άμμε, ρίζα μ’, φέρε με το μακέλ’ να πάγω να σκάφω ‘σο κεπί και να φυτεύω ολίγα λάχανα.
Υιός: Ας έρχουμαι κι εγώ, μάνα;
Μητέρα: Γιόκ, γιόκ, εσύ άμμε ‘σο βουκολείο οριάσο τα ζά.
Υιός: Φοβούμαι μάνα.
Μητέρα: Απόθε φοβάσαι Δρημήτ;
Υιός: Είνε τούρκ’ εκεί κες
Μητέρα: Γιόκ, τα πόνια σ’ να ‘παίρω, άμμε ‘σα δρόμια σ’ να πάγω, μη φοβάσαι τους τούρκους, τίπο ‘κ̆ εφτάνε σε.
Υιός: Καλό, πάγω μάνα
Μητέρα: Για λάλ’ Δρημήτ’ τη νύφε ας έρται σο σπήτ’ κανείς ούκ έν’.
Νύφε: Ορίστε, κυρά ντο θέλεις με;
Μητέρα: Πάλ’ να διαρμενεύω ‘σε, εγώ πάγω ‘σο κεπί, εσύ μαγέρευσο καλά, έρχουνται το βράδο ο πεθερός και τ’ αντραδέλφια σ’ πεινασμέν’.
Νύφε: Καλό, τα χατσαπούρια εβγάλω ασό φουρνί ακόμα;
Μητέρα: Γιόκ, ολίγο ακόμα ας στέκουν, τα ζά ποίσο αποπλύμ, κόψο απές ‘σο χαλκό κολογκύθι͜α και βράσον ατα καλά, και φάγισο τα ζά, και σο πανθί τουνα βάλε χορτάρι͜α και το κατώγι έβγαλε.
Νύφε: Καλό, κυρά, καλό.

Λεξιλόγιο:
• Ντό = Τι
• Εφτάς = κάνεις
• Ατού κά = αυτού κοντά – εκεί κοντά (το «κα» χρησιμοποιείται ως τοπικό επίρρημα)
• Δρημήτ’ = Δημήτριε (κατά μετάθεση του «ρ»)
• Γουρζούλια να τρώς = είδος κατάρας
• Μωρό = λέγεται γενικά για τα παιδιά και τους εφήβους
• ‘κ̆’ = ούκ (προ φωνηέντος εκθλίβεται το ου και μένει μόνο το ‘κ̆, προ δε συμφώνου γράφουμε ‘κ̆ι)
• Χολιάσ̆κουμαι = οργίζομαι (εκ του χολή)
• Τρομάζω = καταλαμβάνομαι από πυρετό (ενίοτε μεταχειρίζεται και με την κύρια σημασία του)
• Άμμε = πήγαινε
• Κουτί = σκεύος
• Απές = από μέσα (εκ του απ’ έσου – έσωθεν)
• Φά = φάγε
• Μακαρτό = το γλυκό γάλα το λένε απλώς γάλα ενώ το ξυνό το λένε μακαρτό
• Έν’ = είναι (εκ του αρχαίου ελληνικού ένι = εστί)
• Μακέλ’ = λίσγος (σκαλιστήρι – αξίνα – σκαπάνη)
• Κεπί = κήπος (σχεδόν παντού όπου υπάρχει (η) τρέπεται σε (ε)
• Βουκολείον = βοσκή (μέρος όπου βόσκουν τα βόδια)
• Οριάσο = φύλαξε, επιτήρησε (προστακτική του ρήματος ορ͜ιάζω) και το τελικό (ν) αποκόπτεται από το ιδίωμα της Σουρμενίτικης διαλέκτου
• Ζά = ζώα – κτήνη
• Απόθε = πόθεν
• Εκεί κές = σ’ εκείνα τα μέρη
• Τα πόνι͜α σ’ παίρω = θωπεία μητρός προς το τέκνο της = να σου πάρω τους πόνους, όμοιο και το: ‘σα δρόμι͜α σ’ να πάγω
• Τίπο = τίποτε
• Εφτάνε = κάμνουν
• Λάλ’ = λάλει – φώναξε (προστακτική)
• Έρται = έρχεται (κατά συγκοπή της συλλαβής χε)
• Πάλ’ = πάλι
• Δι͜αρμενεύω = διερμηνεύω – συμβουλεύω
• Χατσαπούρια = τα ψωμιά (έτσι λέγονται τα ψωμιά που γίνονται μόνο από αραβόσιτο)
• Ασό = από το
• Ποίσο = ποίσον – κάμε (προστακτική)
• Αποπλύμ’ = απόπλυμα, είδος ζεστής τροφής βρασμένων χόρτων την οποία δίνουν στα ζώα το απόγευμα
• Ατά = αυτά
• Πανθί = φάντη – παχνί
• Τουνα = των – αυτών
• Κατώγι = υπόγειο

Β΄ΔΙΑΛΟΓΟΣ - Μεταξύ ανδρών Δημητρίου – Χαράλαμπου και Παύλου
Δ: Π’ έσουνε Χαρά και ‘κ̆ εφάνθες αούτα τα ημέρας;
Χ: Έδρευα τα φυτά απές ‘σο κεπί
Π: Και ντ’ εφύτεψες ‘σο κεπί σ’ εφέτος, ναι Χαρά;
Χ: Λαχανόφυτα, αγγουρόφυτα, σευτελόφυτα και άρ’ αοίτικα
Δ: Έϊ ντο να φτάς, μετ’ ατό να ζής και λάς κάτ’ αρτουρεύεις κιόλα
Χ: Χάσον ατό, ρίζα μ’ οι εφτωχοί πάντα εφτωχοί είν’ να ελεά μας ο Θεός
Π: Πόσα μωρά έχ’ς, Χαρά;
Χ: Έχω τρία πατσία και δύο αγούρι͜α
Π: Και εβγάλεις τα έξοδα σ’ Χαρά;
Χ: Αϊ, δόξα σοι ο Θεός, να είν’ καλά οι γειτόν’ ‘ς ένα στεναχωρίαν και κά βοηθούνε με
Δ: Να έξερνανε, αδά ‘σον κόσμον ντο σύρουμε εμείς οι εφτωχοί, ‘ς άλλο ‘σον κόσμον πάλ’ να σύρουμ’ ατάμη
Π: Γιόκ, καμμίαν ‘κ̆ έκουσες ντο λέγ’ το ‘Γαγγέλιο: ένα καμέλ’ εμπαίν’ σου βολονί ‘σο τρυπί κές, άμα άρχοντας ‘κ̆ι πορεί να πάγι’ ‘σον Παράδεισον
Χ: Όλοι είμες πλάσματα του Θεού, ο Θεός εξέρ’ το καλό και το κακό, όμοντο θέλ’ ας εφτάει
Δ: Ναι, ατό πάλ’ αέτς έν’ ο Θεός την καρδία σ’ και μη το λόγο σ’
Π: Άκουε αδά, Δρημήτ’ ο Θεός απέτ’ έπλασε μας, εδώκε μας χ̆έρι͜α και ποδάρι͜α να δουλεύουμε και άλλο δίκαιο ούκ έχουμε να παραπονήουμες
Χ: Ναι, καλά λέγ’ όντες κάθεσαι ‘σην παρακαμίν καικά και ‘κ̆ι σκάφτεις και ‘κ̆ι λιχτρεύεις, πως να δί’ σε ο Θεός
Δ: Παιδία, ο καιρός ευδία έν’ ας πάμε να περπατούμε
Π: Και πούκες να πάμε;
Λ: Πάμε ‘σο ραχ̆ή κές και σίτε περπατούμε σωρεύουμε ολίγα δίκαρπα
Χ: Καλά λές, Δρημήτ’ ας πάμε ‘σο ραχ̆ή, κάπως ερεθύμεσ’ ατό
Δ: Ως να μη ‘κ̆’ αχπάσκουμες, περμέσιτε ας πάγω να παίρω α’ ‘σο σπήτ’ την σαϊτα μ’ και την σποντέφαλη μ’ πέλκιμ ελέπομε ένα θώπεκα, για έναν αέρακα.
Π: Έπαρ’ εντάμα και τον Αράπη.

Λεξιλόγιο:
• Π’ = που
• Έσουνε = ήσουν
• Χαρά’ = Χαράλαμπε (κατ’ αποκοπή)
• Εφάνθες = φάνηκες
• Αούτα = αυτά
• Έδρευα = άρδευα
• Σευτελόφυτα = φυτά σεύτλων
• Αρ’ αοίτικα = τέτοιου είδους (τέτοια)
• Φτάς = κάμνεις
• Λάς = είθε
• Αρτουρεύεις = περισσεύεις (τουρκική λέξη)
• Κιόλα = επί τούτου (επιτατικός σύνδεσμος)
• Έχ̆’ς = έχεις
• Πατσία = θυγατέρες
• Και κά = κοντά
• Εξέρναμε = ξέραμε
• Αδά = εδώ
• Σύρουμε = υποφέρουμε
• Έκουσες = άκουσες
• Καμέλ’ = καμήλα
• Κές = προσχηματισμός του προηγούμενου τρυπί = εδώ στην τρύπα
• Άρχοντας = πλούσιος
• Πορεί = μπορεί
• Εξέρ’ = ξέρει
• Όμοντο = όπως
• Εφτάει = κάμνει
• Ατές = ούτως, έτσι
• Ο Θεός την καρδία σ’ και μη το λόγο σ’ = παροιμία που λέγεται για ανθρώπους οι οποίοι κατά βάθος μέν έχουν καλή ψυχή ενίοτε όμως εν καιρώ οργής ή άλλου πάθους εύχονται πράγματα ενάντια της καλής τους καρδιάς
• Αδά = εδώ
• Απέτ’ = αφού (χρονικό επίρρημα)
• Παραπονήουμες = παραπονιόμαστε (εκ του ασυναιρέτου παραπονεούμεσθε)
• Όντες = όταν
• Παρακαμίν’ = η εστία (εκ του παρακάμινος)
• Καικά = κοντά
• Λιχτρεύεις = οργώνεις
• Λίχτρι = δικέλλι – άροτρο
• Ευδία = καλός καιρός
• Που κες; = σε ποιο μέρος;
• Ραχ̆ή = βουνό (ράχη του βουνού)
• Σίτ’ = ενώ, καθώς
• Δίκαρπα = είδος άγριων καρπών των θάμνων
• Ως να μη ‘κ̆’ αχπάσκουμες = πρίν ακόμα ξεκινήσουμε
• Αχπάσκουμαι = ξεκινώ
• Περμέσιτε = περιμένετε
• Σποντέφαλη = σφενδόνα
• Πέλκιμ = ίσως (τουρκική λέξη)
• Ελέπομε = βλέπουμε
• Θώπεκα = τσακάλι (εκ του θώς – θώπηξ)
• Αέρακα – Γεράκι

Πολλοί εκδίδουσι στατιστικάς περί διαφόρων χωρών και επαρχιών, ουδείς όμως εσκέφθη ποτέ να αναφέρει καν την απόκεντρον ταύτην χώραν των Σουρμένων, ουδέ να περιλάβη εν τη στατιστική των κατά την παραλίαν του Εύξεινου κατοικούντων Ελλήνων και τους Έλληνας κατοίκους των Σουρμένων. Ίσως διότι αμφισβητούσε τον Ελληνισμόν αυτών; Αλλ’ έχουσι περί του εναντίου πολλά τεκμήρια. Την προσγινομένην ταύτην τοις Έλλησι κατοίκοις των Σουρμένων αδικίαν, Σουρμενίτης ών και εγώ, ανέλαβον δια του μικρού τούτου πονήματος μου να επανορθώσω, αν και ασθενώς, εύελπις ότι οι επιεικείς αναγνώσται θέλουσι με δικαιώσει. Εν Τραπεζούντι την 1η Μαίου του 1881 - Αβραάμ Παπαδόπουλος.  Σούρμενα Πόντου. Ιστορία - Γεωγραφία - Αποικισμός - Γλώσσα & Πολιτισμός

Στατιστική της Επαρχίας των Σουρμένων του κ. Αβραάμ Παπαδόπουλου - Διαλαμβάνουσα περί του πληθυσμού των διαφόρων αυτής συνοικιών, περί του εθνισμού και της γλώσσης των κατοίκων και περί του βαθμού της εκπαίδευσης αυτών. Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά 1882.

Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ