Το Αμπρίκ της Χαλδίας του Πόντου του κ Παναγιώτη Σωπίδη - Ποντιακή Ηχώ 1982
Από την παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά και έφτασε ως τις μέρες μας, μαθαίνουμε πως το Αμπρίκ μετά την άλωση της Τραπεζούντας το κατοικούσαν γύρω στις 450 ελληνικές οικογένειες κι ανήκε στα ανυπότακτα ακριτοχώρια της “Ρωμανίας”.
Ήταν το αναθεματισμένο χωριό των Τούρκων γι’ αυτό και το ονόμασαν στη γλώσσα τους “Μεμπρούκ”. Αλλά και για πολλά χρόνια μετέπειτα παρέμεινε περήφανο χωριό, χωριό που δέσποζε και διάταζε ανάμεσα στα άλλα χωριά της Χαλδίας. Ώστε κι όταν ακόμα άλλαξε η παλιά ονομασία του, οι τούρκοι και πάλι του έδωσαν μια ανάλογη καινούρια βαφτίζοντας το “Έμκιοϊ”. Το Αμπρίκ της Χαλδίας του Πόντου Φαίνεται όμως ότι τελικά καθυποτάχτηκε δαμάστηκε και συμμορφώθηκε κι εκείνο με τα θελήματα των Τούρκων σαν όλα τα χωριά της Ρωμανίας κι αναβαπτίστηκε παίρνοντας τελικά και οριστικά το όνομα Αμπρίκ. Βρισκόταν νότια απο την Αργυρούπολη και σε απόσταση 6 ωρών περίπου με τα πόδια απ’ αυτήν, ενώ 3 ½ από την Άρδασα. Υπαγόταν διοικητικά στο Καϊμακαμλούκ του Τορούλ (Άρδασα) και για σοβαρότερες υποθέσεις στο Μουτισεραφλού της Αργυρούπολης. Το Αμπρίκ παρουσίαζε εικόνα χωριού χωρίς ενιαία δομή. Ήταν σκορπισμένο σε 11 ενορίες (συνοικισμούς ή μαχαλάδες) οι οποίες είχαν απόσταση μεταξύ τους ίσα με 10 ως και 30 λεπτά απόσταση με το πόδι η καθεμία. Οι ενορίες ήταν οι παρακάτω:
1. Το κυρίως Αμπρίκ που είχε 40 ελληνικές οικογένειες και μια εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου που γιόρταζε στις 8 Σεπτεμβρίου.
2. Το Φεκιόν που είχε μόνο μια ελληνική οικογένεια και μια εκκλησία προς τιμή του Αϊ-Βασίλη
3. Των Κιοσέντων με 6 ελληνικές οικογένειες και μια εκκλησία του Αϊ-Γιάννη
4. Το Τσ̌απούχ με 20 ελληνικές οικογένειες και με μια εκκλησία των Αγίων Σαράντα
5. Των Γιατζάντων με 8 ελληνικές οικογένειες και δύο εκκλησίες του Αγίου Πνεύματος και της Γέννησης της Θεοτόκου
6. Των Μουσκενάντων με 25 ελληνικά σπίτια και με 2 εκκλησίες της Παναγίας και της Ζωοδόχου Πηγής που είχε και αγίασμα
7. Των Παγοράντων με 18 ελληνικά σπίτια και με μία εκκλησία της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού που γιόρταζε στις 2 Φεβρουαρίου
8. Το Ρασ̌όπον με 5 ελληνικές οικογένειες οι οποίες εκκλησιάζονταν στην ενορία των Παγοράντων
9. Το Γονοκόρ με 14 ελληνικές οικογένειες και με 2 εκκλησίες του Αϊ-Γιάννη και της Ευαγγελίστριας
10. Του Αϊ-Γιάννη με 16 ελληνικές οικογένειες και με 2 εκκλησίες του Αϊ-Στέφανου και του Αϊ-Γιώργη
11. Του Λάγκιοϊ με 25 ελληνικές οικογένειες και μια εκκλησία Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Πόντου Λάγκιοϊν, Λαμπαδίον, Λειβάδ', Λειβαδόπον
Για όλες τις παραπάνω εκκλησίες (ναούς) το Αμπρίκ διέθετε μόνο τρείς εφημέριους, ήτοι:
1. Τον Χατζή Παπά για τις ενορίες Αμπρίκ – Γιατζάντων & Κιοσέντων
2. Τον παπα Παναγιώτη τον Μεϊντάν (Μεϊντανίδη) για τις ενορίες του Τσ̌απούχ και του Λάγκιοϊ
3. Τον παπα Κωνσταντίνο τον Σώπ’ (Σωπίδη) για τις ενορίες των Μουσκενάντων, Παγοράντων, Ρασόπον, Γονοκόρ’ & του Αϊ-Γιάννη.
Ο τελευταίος αρρώστησε από ευλογιά σε ηλικία 44 ετών και κοιμήθηκε στις 8 Μαϊου το 1914 στην δε κηδεία του παρευρέθηκαν 29 ιερείς της Χαλδίας.
Το Αμπρίκ περιβαλλόταν από 4 βουνά, ήτοι:
1. Το βουνό του Αγίου Παντελεήμωνα με υψόμετρο 1500 με 1800 μέτρα
2. Το βουνό του Αγίου Παύλου με υψόμετρο 1500 μέτρα περίπου
3. Το βουνό των Αγίων Θεοδώρων με υψόμετρο περίπου 1000 μέτρα
4. Το βουνό Κάγκανα με υψόμετρο γύρω στα 800 μέτρα
Πίσω απ το βουνό του Αγίου Παντελεήμονα περνούσε το ποτάμι της Άρδασας το οποίο ενωνόταν με το ποτάμι Τζίζερε που πήγαζε από το βουνό Καγκέλ, διέσχιζε τα χωριά Φετικάρ, Γολή, Χόψια, Σαραντάρ, Ματσερά και Αμπρίκ και χυνόταν στον Χαρσιώτη ποταμό του οποίου οι εκβολές βρίσκονταν κοντά στην Τρίπολη. Ο ποταμός Τζίζερε τροφοδοτούσε με τα νερά του 3 νερόμυλους στους οποίους άλεθαν το σιτάρι τους οι κάτοικοι του Αμπρίκ και των άλλων γειτονικών χωριών. Οι νερόμυλοι ήταν οι εξής:
1. Ο μύλον τη Μαρνάντ (Ιωάννη Μαρνά)
2. Ο μύλον τη Θόδωρου και τη Παναγιώτη Παπαδόπουλου
3. Ο μύλον τη Στύλονος (Στέλιου Κυριακίδη) και τη Μεϊτάν ( Παναγιώτη Μεϊτινίδη )
Εκτός όμως από το παραπάνω ποτάμι, το Αμπρίκ δεχόταν πολλά νερά κι από τα γύρω ρυάκια που κατέβαιναν από τα γύρω βουνά. Τα νερά εκείνα ήταν πεντακάθαρα, ώστε τα χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι του χωριού για τις καθημερινές ανάγκες των σπιτιών τους καθώς και για το πότισμα , παρόλο που όλοι οι συνοικισμοί διέθεταν κοινόχρηστες βρύσες. Η κτηνοτροφία του χωριού περιοριζόταν κυρίως σε μεγάλα ζώα (βόδια – αγελάδες) τα οποία οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν και για τις αγροτικές τους ασχολίες. Η ιδιόκτητη γη την οποία καλλιεργούσε κάθε οικογένεια κυμαινόταν από 30 μέχρι και 500 ή 600 στρέμματα. Δύο οικογένειες κατείχαν τις μεγαλύτερες εκτάσεις γής:
1. Η οικογένεια του Σωπίδη με 500 στρέμματα ποτιστικά και
2. Η οικογένεια του Αναστάση Μορενόν (Αμαραντίδηδες) απ την ενορία Φεκιόν με 600 στρέμματα.
Τόσο ο Αναστάσης Μορενόν όσο και ο πατέρας του Παπα-Φώτης ήταν συγχρόνως αγιογράφοι, άνθρωποι που διακρίνονταν για τη μεγάλη καλοσύνη και φιλοξενία τους. Ήταν δε τόσο φιλόξενοι κι ανοιχτοχέρηδες που πολλές φορές διέθεταν όλη την παραγωγή τους στους ξένους προκειμένου να τους περιποιηθούν, κι αυτοί αναγκάζονταν ύστερα να αγοράζουν τρόφιμα για τους εαυτούς και τις οικογένειες τους, απ τους συγχωριανούς τους. Εξίσου γενναιόδωρη ήταν η εγγονή του Αναστάση, η Μαρία Αμαραντίδου σύζυγος του Κωνσταντίνου Μετρίδη η οποία μάλιστα υπήρξε ευεργέτης της Παναγίας Γουμερά όπως και ο σύζυγος της ενισχύοντες το έργο της ιεράς μονής. Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας Γουμερά. Ιστορία Θρύλοι Παραδόσεις (Γ.Κανδηλάπτη). Χαρακτηριστικό της μεγάλης αγάπης που συγκέντρωνε η προσωπικότητα του Αναστάση Μορενόν, τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και των Τούρκων της περιοχής, υπήρξε το γεγονός ότι, όταν κυρήχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος το 1914 και η τουρκία κήρυξε γενική επιστράτευση Τούρκων και Ελλήνων, οι τούρκοι επίστρατοι της περιοχής του Αμπρίκ τον τούρκο αξιωματικό της στρατολογίας και τον υποχρέωσαν να μην επιστρατεύσει τον Αναστάση, λέγοντας : “Εμάς όλους στείλε μας στο μέτωπο, αλλά τον Αναστάση να τον αφήσεις ήσυχο ! ”. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά συγκεντρώνονταν στο σπίτι του Αναστάση μουσαφιραίοι απο 50 και πλέον χωριά τους οποίους φιλοξενούσε και διασκέδαζε σε όλη τη διάρκεια των εορτών. Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά Τσίτη Άρδασας Πόντου (Επαρχία Χαλδίας) Α΄ Μέρος.
Τα παρχάρια (εξοχές – λιβάδια) του Αμπρίκ ήταν τέσσερα:
1. Το Καλογερίτς
2. Το Χάβουξα (των Κιοσάντων)
3. Τα Σπήλαια (του Αμπρίκ και των Μουσκάντων)
4. Του Αϊ-Παύλου πάνω στο ομώνυμο βουνό.
Σε αυτά μετέφεραν οι κάτοικοι του Αμπρίκ τα ζώα τους για βοσκή από τον Μάιο ως το Σεπτέμβρη κάθε έτους. Τα χωράφια που καλλιεργούσαν βρίσκονταν σε διάφορες τοποθεσίες της ενορίας των Μουσκενάντων και είχαν τις παρακάτω ονομασίες:
1. Μασούλα
2. Ινάπ
3. Γυμνοκώλι
4. Άπταλον
5. Λαζουδένον
6. Γαλατάς
7. Κυρεκάντων
8. Δακάν
9. Γαλαζόσκυλον
10. Τουρκεστέρ
11. Σόρσα
Παρά το γεγονός ότι οι Αμπρικέτ χάρη στην ιδιόκτητη γη που κατείχαν, στους κήπους και στην κτηνοτροφία που διέθεταν, ζούσαν καλά και ήταν αυτάρκεις , παρουσίαζαν εντούτοις μεγάλη τάση για μετανάστευση στη Ρωσία όπου συνήθως εργάζονταν ως χτίστες κερδίζοντας αρκετά χρήματα. Οι προύχοντες του χωριού και γενικότερα οι πλουσιότεροι Αμπρικέτ’ ήταν οι παρακάτω:
1. Αναστάσιος Μορενόν Αμαραντίδης με τα 600 στρέμματα γής
2. Παπα-Κωνσταντίνος ο Σώπς – Σωπίδης με τα 500 στρέμματα και τα 25 μεγάλα ζώα
3. Κωνσταντίνος Φόλτωφ που ήταν εκατομμυριούχος στη Ρωσία
4. Κωνσταντίνος Χαριτίδης που ηταν ουστάμπασης (γεφυροποιός)
5. Τα 4 αδέλφια των Παπαντοπουλαίων, : Ιβάν Σαβέλης, Βασίλης Σαβέλης, ο Ξενίτας κι ο Κοσμάς Σαβέλης οι οποίοι απέκτησαν μεγάλη περιουσία στη Γιάλτα της Ρωσίας
6. Ο Ξυλόστομον με μεγάλη περιουσία επίσης στη Ρωσία
7. Οι Παπακωσταντινάντ’ με μεγάλη περιουσία στη Ρωσία
8. Οι Καπαερίδηδες, πέντε αδέλφια: Ο Χαράλαμπος, ο Στέφανος, ο Βασίλειος, η Κυριακή, κι ο πέμπτος του οποίου το όνομα δε διασώζεται ως πληροφορία, οι οποίοι ήταν ευεργέτες του Αμπρίκ. Οι Καπαερίδηδες είχαν αγοράσει μια τεράστια έκταση γης στην Αλούσκα της Ρωσίας με σκοπό να μεταφέρουν και εγκαταστήσουν εκεί όλους τους συγχωριανούς τους Αμπρικέτες. Το σχέδιο αυτό όμως ματαιώθηκε διότι αρρώστησαν από φυματίωση η οποία μεταδόθηκε μεταξύ των αδελφών. Ο πατέρας τους στο τέλος αρρώστησε κι εκείνος και προτού πεθάνει είχε εκμυστηρευθεί στο Γεωργιάδη ότι είχε κρυμμένα κάτω απ το στύλο του σπιτιού του μέσα σε ένα τενεκέ 2000 χρυσές λίρες και τον παρακάλεσε να το πεί στα εγγόνια του για να πάνε να τις ξεθάψουν και να τις πάρουν. Επειδή η γυναίκα του Θυμία δεν απομακρυνόταν καθόλου απ το σπίτι, τα εγγόνια του δεν κατόρθωσαν να ανασύρουν τις λίρες. Έτσι όταν η Χαλδία καταλήφθηκε από τους Ρώσους το μυστικό έφτασε στ’ αυτιά τους με αποτέλεσμα να τις αφαρπάξουν. Έτσι η γυναίκα του Θυμία πέθανε φτωχή. Το Αμπρίκ είχε ένα καφενείο του Ιωάννη Τσαντηρίδη, ένα ουζοπωλείο του Παναγιώτη Παπαδόπουλου γιό του εφημέριου Χατζηπαπά ο οποίος είχε κι ένα νερόμυλο και μια ταβέρνα την οποία λειτουργούσε ο Ιωάννης Καλαϊτζίδης. Απ' το Αμπρίκ ήταν ο λυράρης Στυλιανός Κυριακίδης και ο γαμπρός του Ιωάννης Καλαϊτζίδης καθώς και ο Βασίλειος Κυριακίδης ο οποίο έπαιζε τουλούμ (ασκό). Αυτοί ψυχαγωγούσαν τους κατοίκους του Αμπρίκ. Το Αμπρίκ είχε ένα αστικό σχολείο στο οποίο δίδασκαν οι δάσκαλοι Κωνσταντίνος Καστανίδης, Χαράλαμπος Τσαχουρίδης, Αλέξανδρος Χρυσονίδης, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (απ τη Χόψια) και ο Αβραάμ Ορφανίδης.
Τα πιο κοντινά χωριά με το Αμπρίκ ήταν τα παρακάτω:
1. Η Κορόξενα, μισή ώρα απόσταση με τα πόδια Το χωρίον Κορόνιξα ή Κορόξενα της επαρχίας Χαλδίας του Πόντου & Γεωγραφικό & Ιστορικό Λεξικό Χαλδίας Κορόξενα ή Κορόνιξα, Κορτσάφ, Κουρί, Κουρκουλέτσον
2. Το Βιτενάντων, μιάμιση ώρα απόσταση με τα πόδια
3. Το Ματσερά, μισή ώρα απόσταση με τα πόδια Ένας Άγιος της Ματσεράς (Μαζεράς) επαρχίας Ντορούλ που διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι & Λαογραφικά σύμμεικτα Ματσεράς Τραπεζούντας Καταχάς Κατερίνης Αγάπη Μαυρομάτη 14.7.1967 & Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Πόντου Ματσερά, Ματέν Χανλαρί, Ματέν Σάντας, Ματέν Ζύγανας
4. Το Σαρεντάρ, 45 λεπτά περίπου της ώρας απόσταση με τα πόδια
5. Το Παπαβράμ, μια ώρα
6. Η Χόψα, μιάμιση ώρα Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Χρυσούλ, Χόψια, Ψωμάντων, Εκμεκτσιλή, Σουλαμίς, Ωραιόκαστρον
7. Η Γόλη, μιάμιση ώρα απόσταση με τα πόδια
8. Το Φετιγάρ, δύο ώρες
9. Το Λετσ̌ούχ τέλος δύο ώρες Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Πόντου Λειβάδια, Λερί, Λερμούχος, Λετσούχ
Το Αμπρίκ δεινοπάθησε για πρώτη φορά το Μαιο του 1915 και μάλιστα την ημέρα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής. Την εποχή εκείνη τα ρωσικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την Τραπεζούντα και είχα επεκταθεί μέχρι το Χαρσιώτη ποταμό ο οποίος αποτέλεσε το σύνορο μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων στρατευμάτων. Οι τούρκοι κάτοικοι των κατεχόμενων χωριών φοβούμενοι την εκδίκηση των Ρώσων έφευγαν πανικόβλητοι από τα χωριά τους για να εγκατασταθούν σε άλλα ασφαλέστερα της τουρκοκρατούμενης περιοχής. Την Πρωτομαγιά του 1915 πολυάριθμες ομάδες τέτοιων προσφύγων εισέβαλαν οπλισμένες στην ενορία των Μουσκενάντων και λεηλέτησαν όλα τα σπίτια των Αμπρικέντων. Η Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής (της Θεοτόκου) Αμπρικάντων Χαλδίας Πόντου. Άρπαζαν τα πάντα. Οικοσκευές, χαλιά, προίκες, ζώα, ζητούσαν λίρες κτλ. Τρείς μέρες μετά απ τη λεηλασία εκείνη, το Αμπρίκ δέχεται και δεύτερη λεηλασία από άλλους τούρκος οι οποίοι γύμνωσαν το χωριό από οτιδήποτε είχαν αφήσει οι προηγούμενοι. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες των Αμπρικέντων μόλις είχαν αρχίσει. Επειδή η περιοχή του Χαρσιώτη ποταμού χαρακτηρίστηκε ως παραμεθόριος υπήρχε κίνδυνος μέρα τη μέρα να διαδραματιστούν πολεμικά γεγονότα. Εκδόθηκε λοιπόν διαταγή απ τους Ρώσους προς τους Αμπρικέντες να εγκαταλείψουν το χωριό και να μεταφερθούν ενδότερα ως πρόσφυγες στο Ιρέκ. Ενάμιση μήνα μετά, θα εγκαταλείψουν και το Ιρέκ και θα εγκατασταθούν στην Τραπεζούντα. Το 1918 ακολούθησαν τα ρωσικά στρατεύματα στην αποχώρηση τους προς τη Ρωσία λόγω του φόβου των αντίποινων εκ μέρους των Τούρκων και εγκαταστάθηκαν στο Νοβοροσίσκι όπου έμειναν μέχρι το 1924 κι από ‘κεί ήρθαν πάλι ως πρόσφυγες στην Ελλάδα. Ερχόμενοι στην Ελλάδα τους εγκατέστησαν στα παλιά Σφαγεία της Αθήνας όπου έμειναν ως το 1928. Αξιολύπητοι, πάμφτωχοι, ξεκληρισμένοι, ρακένδυτοι αγωνίζονταν να βρούν μια οποιαδήποτε δουλειά για να εξασφαλίσουν το ψωμί των παιδιών τους. Πολλοί κατέβαιναν με τα πόδια στην Αθήνα για να κατορθώσουν ένα μεροκάματο με χρήματα όσα-όσα και τις περισσότερες φορές επέστρεφαν πίσω άπραγοι και θεονήστικοι. Ο συγγραφέας κ. Παναγιώτης Σωπίδης τελειώνοντας την περιγραφή του λέγει : "Εγώ με την οικογένεια μου από το 1928 εγκατασταθήκαμε στην Καλλιθέα. Ευτυχώς κατάφερα να πιάσω δουλειά στη φιλαρμονική του Δήμου Καλλιθέας ως διαχειριστής των μουσικών οργάνων και οπωσδήποτε κοντοβολευόμουνα. Στην κατοχή όμως όπου θέριζε η πείνα, αναγκάστηκα πολλές φορές να κουβαλώ πτώματα πεθαμένων απ την πείνα, για ενταφιασμό. Τέλος απ’ το 1928 μέχρι το 1954 υπήρξα πρόεδρος του σωματείου Ποντίων Καλλιθέας “Η Πρόοδος”. Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)
"Το Αμπρίκ της Χαλδίας του Πόντου" - Αφήγηση του κ Παναγιώτη Σωπίδη στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Ποντιακή Ηχώ 1η Φεβρουαρίου 1982.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com
